
του Λάζαρου Γεροφώτη
Πληροφορίες από την επίσημη ιστοσελίδα της Finos Films
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου 1913 στην Αθήνα και άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Ανοιχτόκαρδος, πληθωρικός και γεννημένος πρωταγωνιστής, δεν έμεινε τυχαία στην ιστορία. Η πορεία του ξεκίνησε με την πρώτη ομιλούσα ταινία ελληνικής παραγωγής το 1940 και έφτασε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980, έχοντας καθιερωθεί ως ένας από τους κορυφαίους ηθοποιούς της χώρας, με μια καριέρα γεμάτη αριστουργήματα.
Τα Πρώτα Χρόνια
Γεννημένος στην Αθήνα, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας προερχόταν από μια αριστοκρατική οικογένεια χρυσοχόων, όπου το οικογενειακό του περιβάλλον τον ενθάρρυνε να φύγει για το Παρίσι το 1931 για να σπουδάσει χρυσοχοΐα στην σχολή του Καρτιέ. Ατίθασος, ανεξάρτητος και γεννημένος για περιπέτειες, μαγεύτηκε από την Πόλη του Φωτός και οι σπουδές μπήκαν σε δεύτερο πλάνο. Η ανάγκη για χρήματα τον έσπρωξε να δοκιμάσει διάφορα επαγγέλματα, μέχρι που του δόθηκε η ευκαιρία να παίξει ως κομπάρσος σε έργο του σπουδαίου Γάλλου σκηνοθέτη, Λουί Ζουβέ. Ο Ζουβέ εντυπωσιάστηκε από τον ωραίο και ευθυτενή Έλληνα και από την επόμενη κιόλας μέρα, του δίνει μια θέση στην σχολή του, αλλά και ρόλους σε όλα τα επόμενα έργα του μέχρι το 1938, όταν ο Λάμπρος επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα.
Η Καριέρα στο Θέατρο
Μετά το ντεμπούτο του στο γαλλικό θέατρο και κινηματογράφο ως «Constant Daras» όπως τον αποκαλούσαν, ο Λάμπρος ήταν ήδη ανερχόμενο αστέρι του Παρισιού και δεν σκόπευε να επιστρέψει σύντομα. Αναγκάστηκε να γυρίσει το 1938 όταν έλαβε ένα τηλεγράφημα για να εκτελέσει τη θητεία του στον στρατό. Έτσι, παράλληλα με τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, πρωτοεμφανίστηκε στο ελληνικό κοινό με την παράσταση «Τα Παράσημα της Γριούλας» με το θίασο της Κυρίας Κατερίνας.
Το 1941 ερμήνευσε εξαιρετικά τον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο «Ο Παίκτης» του Ντοστογιέφκι με το θίασο Μιράντας Μυράτ και Γιώργου Παππά, ενώ την ίδια χρονιά γνώρισε και ερωτεύτηκε την πρώτη του σύζυγο και επίσης ηθοποιό Γιούλη Γεωργοπούλου. Συνέχισαν να παίζουν μαζί σε πολλά έργα στον ίδιο θίασο, ενώ αργότερα συνεργάστηκαν και με τους θιάσους των Κώστα Μουσούρη, Μαίρης Αρώνη και Μαρίκας Κοτοπούλη. Δοκίμασε τον εαυτό του και στο μουσικό θέατρο για τουλάχιστον δύο σεζόν, ενώ το 1950 συνεργάστηκε με τον Κάρολο Κουν και την Μελίνα Μερκούρη στα έργα «Άννα Λουκάστα» και «Μια Γυναίκα σαν κι αυτή».
Το 1951 επέστρεψε στον θίασο της Κατερίνας Ανδρεάδη ενώ στα μέσα της δεκαετίας του ’50 έγινε συν-θιασάρχης με τον Μάνο Κατράκη, παίζοντας στα έργα «Μαύρη Δαντέλα» και «Τέλος του Ταξιδιού», το οποίο θεωρήθηκε σταθμός στην θεατρική του καριέρα, σε έναν δραματικό ρόλο που ήταν άλλωστε και η προτίμηση του τα πρώτα χρόνια, τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο. Το 1956, ο Λάμπρος συνάντησε για πρώτη φορά θεατρικά την Αλίκη Βουγιουκλάκη, στην παράσταση «Σιμούν», ενώ το 1959 συμπρωταγωνιστεί στην «Υπόθεση Ντρέϊφους» στο Θέατρο Διάνα, πλάι στους Δημήτρη Μυράτ και Αλέκο Αλεξανδράκη. Το θεατρικό μεταφέρθηκε ένα χρόνο αργότερα και στον κινηματογράφο από τον Φίνο, με τίτλο «Είμαι Αθώος», όπου έπαιξε πάλι με επιτυχία ο Κωνσταντάρας.
Η πρώτη κωμωδία που ανέβασε ως πρωταγωνιστής ήταν το «Καπετάνιος στον Παράδεισο» του Άλεκ Κόπελ στο Θέατρο Βεργή το 1961. Κοινό και κριτικοί ανακάλυψαν έναν καινούργιο Λάμπρο Κωνσταντάρα, με μπρίο, φινέτσα και φυσικά άπλετη κωμική φλέβα. Συνέχεια είχαν μια σειρά από θεατρικές κωμωδίες, πολλές από τις οποίες μεταφέρθηκαν και στον κινηματογράφο, όπως «Υπάρχει και Φιλότιμο» του Σακελλάριου, «Κάτι Κουρασμένα Παληκάρια» των Πρετεντέρη-Γιαλαμά, «Ούτε Γάτα Ούτε Ζημιά» των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου και πολλές άλλες.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο Λάμπρος, με δικό του θίασο, ανέβασε στο θέατρο Rex την κωμωδία «Τί 30.. τι 40.. τι 50..» των Γιαλαμά-Πρετεντέρη και καθιέρωσε ακόμα περισσότερο τον ρόλο του αιώνιου γεροντοπαλίκαρου, που τον συνόδευε τόσο στο θέατρο όσο και στο πανί.
Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
Οι πρώτες δύο εμφανίσεις του Λάμπρου Κωνσταντάρα στον κινηματογράφο, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ήταν ιστορικές, αφού η μεν πρώτη «Το Τραγούδι του Χωρισμού» (1940) είναι και η πρώτη ομιλούσα ταινία ελληνικής παραγωγής και μάλιστα στην μοναδική σκηνοθετική δουλειά του Φιλοποίμενα Φίνου, ενώ η δεύτερη «Η Φωνή της Καρδιάς» (1943) σηματοδοτεί την αρχή της θρυλικής ιστορίας της Φίνος Φιλμ.
Θα περάσουν δεκαπέντε περίπου χρόνια μέχρι να ανακαλύψει, τόσο ο ίδιος όσο και όλοι οι άλλοι, πως ήταν γεννημένος κωμικός. Προς το παρόν, θα ενσαρκώσει πετυχημένα δραματικούς ρόλους σε ταινίες όπως «Ραγισμένες Καρδιές», «Καταδρομή», «Πρόσωπα Λησμονημένα» (1946), «Μαρίνα» (1947) με την Στέλλα Γκρέκα, «Εκείνες που δεν Πρέπει να Αγαπούν» (1951) με την Άννα Καλουτά, «Οι Ουρανοί είναι Δικοί μας» (1953), «Η Άγνωστος» (1956) με την Κυβέλη και άλλες.
Την δεκαετία 1957-1967, ο Λάμπρος μεταμορφώνεται υποκριτικά, εισάγοντας την κωμική του πλευρά, και δεν προλαβαίνει να δέχεται προτάσεις, να διαβάζει σενάρια και να κάνει γυρίσματα. Πρωταγωνιστεί σε κωμωδίες, πλάι σε δροσερές νεαρές όπως η Αλίκη, η Τζένη, η Ξένια και γίνεται ο αγαπημένος «μπαμπάς» του ελληνικού κινηματογράφου, σε ταινίες όπως «Η Αλίκη στο Ναυτικό» και «Η Λίζα και η Άλλη», αλλά και πολιτικός αντίπαλος και «θείος» στην ταινία «Τζένη Τζένη». Το 1965 στέκεται αντάξια δίπλα στη σαρωτική Ρένα Βλαχοπούλου στην «Χαρτοπαίχτρα» και γράφουν ιστορία ως κινηματογραφικό ζευγάρι, ενώ το 1966 συναντά την θεατρική Μαίρη Αρώνη με την ταινία «Η Γυναίκα μου Τρελλάθηκε».
Ο θρίαμβος, όμως, ήρθε με δύο τεράστιες επιτυχίες, αμφότερες του Φίνου. Με την ερμηνεία του ως θρυλικός πλέον «Μαυρογιαλούρος» στο έργο «Υπάρχει και Φιλότιμο», καθιερώθηκε ως κορυφαίος κωμικός και σταρ στο θέατρο και τον κινηματογράφο, ενώ με την ταινία «Κάτι Κουρασμένα Παληκάρια» (1967), δημιουργεί τον χαρακτήρα του πλούσιου μεσήλικα και αθεράπευτου γυναικά, που τον ακολουθεί στην υπόλοιπη καριέρα του. Συνέχεια είχαν πολλές ακόμα ταινίες, όπως «Βίβα Ρένα», « Καπετάν φάντης μπαστούνι», «Ο άνθρωπος που έσπαγε πλάκα», «Ο Γεροντοκόρος», «Υιέ μου Υιέ μου», «Ο Φαντασμένος» κ.ά.
Το 1968 βραβεύεται από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία του στην ταινία «Ο Μπλοφατζής» του Βασίλη Γεωργιάδη, που κάνει αίσθηση καθώς μέχρι τότε τα βραβεία ερμηνείας τα κέρδιζαν ηθοποιοί σε δραματικούς ρόλους.
Ο Κωνσταντάρας ήταν ένας αληθινός σταρ. Ακόμα κι όταν ερμήνευε ρόλους που δεν ήταν πρώτοι, κατόρθωνε πάντα να ξεχωρίζει και να περνάει στη συνείδηση του κοινού ως πρωταγωνιστής. Συνόδευε τον συχνά αυτοσαρκαστικό λόγο του στις ερμηνείες του με αμίμητες γκριμάτσες, εμπνευσμένους μορφασμούς και θρυλικές ατάκες.
Τελευταία του εμφάνιση στον κινηματογράφο ήταν στην ταινία «Ο Λαμπρούκος Μπαλαντέρ» το 1981, σε σενάριο δικό του (με το ψευδώνυμο Πάνος Τσίρος) και του γιού του Δημήτρη.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΖΩΗ
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο το 1945 την επίσης ηθοποιό Γιούλη Γεωργοπούλου, με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον δημοσιογράφο, συγγραφέα και πρώην βουλευτή Δημήτρη Κωνσταντάρα, ο οποίος του χάρισε δυο εγγόνια: την Παυλίνα (1974) και τον Λάμπρο (1979).
Μετά τον χωρισμό του με την Γ. Γεωργοπούλου, είχε ένα φλογερό δεσμό με την Άννα Καλουτά, που διήρκησε περίπου 5 χρόνια. Παντρεύτηκε δεύτερη φορά το 1971 τη Φιλιώ Κεκάτου, με την οποία έμεινε μαζί μέχρι το τέλος της ζωής του. Τα τελευταία του χρόνια, έχοντας πλέον αποσυρθεί από την ενεργό δράση, τα πέρασε στην Βάρκιζα.
Υπήρξε φανατικός φίλαθλος και υποστηρικτής της ΑΕΚ, αλλά και γνωστός για την φιλοζωία του φροντίζοντας όλα τα αδέσποτα της περιοχής του.
ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ
Το 1969 βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία του στην ταινία «Ο Μπλοφατζής».
Το 2008, ένα θέατρο στο Αιγάλεω ονομάστηκε «Θέατρο Λάμπρος Κωνσταντάρας» προς τιμήν του πολυαγαπημένου Έλληνα ηθοποιού.
ΘΑΝΑΤΟΣ
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας έφυγε από τη ζωή στις 28 Ιουνίου 1985 μετά από προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε πολλά χρόνια. Κηδεύτηκε μια μέρα μετά, παρουσία πλήθους κόσμου στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας είχε την ικανότητα να αποδίδει τους χαρακτήρες του με χιούμορ και βάθος, και είχε μια εξαιρετική αντίληψη για την τέχνη του. Όπως είχε πει ο ίδιος: «Στην κωμωδία ο θεατής είναι σαδιστής. Όσο πιο πολύ υποφέρει ο ηθοποιός, τόσο πιο πολύ γελάει ο θεατής.»


