
γράφει ο Τάσος Γέροντας
Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ «Καρδιά σκύλου». Μετάφραση Ελένη Μπακοπούλου. Εκδόσεις Αντίποδες 2025.
Μόσχα, Δεκέμβριος 1924. Ένας σκύλος αφηγείται την ταλαίπωρη ζωή του. Ψάχνει απεγνωσμένα φαγητό, αλλά εισπράττει κλωτσιές, κι ένας τον περιλούζει με καυτό νερό. Ένας φημισμένος γιατρός που περνούσε τυχαία, είδε το περιστατικό και περιμάζεψε τον άτυχο σκύλο. Τον πήρε στο σπίτι του, όπου με τη βοήθεια ενός μαθητή του γιατρού και των δύο υπηρετριών του παρείχαν στον σκύλο την καλύτερη φροντίδα. Ο σκύλος πίστεψε πως βρέθηκε στον παράδεισο και έβλεπε τον ευεργέτη του σαν Θεό.
Όμως δεν ήταν η άδολη αγάπη το βασικό κίνητρο του γιατρού. Φημισμένος χειρουργός και μελετητής της ανατομίας, ήθελε να κάνει ένα πείραμα στο δόλιο το σκυλί. Αφού θεράπευσε το έγκαυμα και τάισε καλά το ζώο για λίγες ημέρες, προχώρησε στη μεταμόσχευση που είχε εξ αρχής στον νου του. Πρώτα αφαίρεσε τα γεννητικά όργανα (εξωτερικά και εσωτερικά) και τα αντικατέστησε μα ανθρώπινα, ενός βίαιου και μέθυσου, που είχε πεθάνει μόλις πριν από λίγες ώρες. Στη συνέχεια έκανε την ίδια αντικατάσταση στην υπόφυση του εγκεφάλου. Ο σκύλος θα επιβιώσει, παρότι κάποιες φορές κόντεψε να πεθάνει. Όμως στη συνέχεια θα αρχίσει γρήγορα να αλλάζει μορφή και βαθμιαία θα μοιάζει με άνθρωπο. Κι όσο θα προχωρά η μεταμόρφωση, θα αρχίσει να καταλαβαίνει τις ομιλίες, να μιλάει, να συμπεριφέρεται κάπως ανθρώπινα. Ο άσχημος χαρακτήρας του, που θα αποκαλυφθεί σιγά σιγά, θα αποδοθεί στον χαρακτήρα του νεκρού δότη των οργάνων. Η όλο και επιδεινούμενη συμπεριφορά του πρώην σκύλου θα απογοητεύσει τον καθηγητή, θα του προξενήσει προβλήματα με τις αρχές και τελικά θα τον οδηγήσει στην οριστική λύση.
Το έργο αυτό του Μπουλγκάκοφ θεωρητικά ανήκει στην επιστημονική φαντασία. Όμως είναι μια διαρκής, μια ασταμάτητη σάτιρα κυρίως του νέου καθεστώτος. Ο Μπουλγκάκοφ το έγραψε στις αρχές του 1925. Όμως, επειδή η σχέση του με το νέο καθεστώς ήταν ήδη τεταμένη από προηγούμενες δημοσιεύσεις του, αυτό το βιβλίο εκδόθηκε στη Σοβιετική Ένωση μόλις το 1987. Ο από όλους διωγμένος σκύλος θα μπορούσε να είναι ο βασανισμένος μουζίκος. Ο μεγαλοαστός γιατρός προσπαθεί βιαίως να τον εξανθρωπίσει, να τον μετατρέψει σε ενεργό σοβιετικό πολίτη. Όμως το πείραμα δεν πέτυχε. Στο μεταξύ ο συγγραφέας χλευάζει τις πολιτικές αποφάσεις, την έλλειψη τροφίμων στα κρατικά καταστήματα, καθώς και την κακή ποιότητα όσων υπάρχουν. Διακωμωδεί τα κοινοβιακά διαμερίσματα, την ξύλινη γλώσσα που αρχίζει να χρησιμοποιείται, τη σταθερή δύναμη του «μέσου», το κυνήγι κάθε αστικού κατάλοιπου στην κοινωνία, στη συμπεριφορά και –κυρίως- στην τέχνη. Από την ειρωνική γραφή του Μπουλγκάκοφ δεν γλιτώνει όμως ούτε η αστική τάξη. Μέσω του εκπροσώπου της, του καθηγητή χειρουργού, τονίζεται η πελατειακή της σχέση με τα υψηλά κλιμάκια της νέας κατάστασης, παρότι δεν δέχεται να εναρμονιστεί με τις επιταγές αυτής.
Υπέροχη η μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου, αποδίδει μοναδικά το πνεύμα του συγγραφέα. Πολύ χρήσιμες και οι υποσέλιδες σημειώσεις της. Εξαιρετικά κατατοπιστικό το επίμετρο του Κώστα Σπαθαράκη, βοηθά τον αναγνώστη να μπει ακόμα περισσότερο στο πνεύμα του Μπουλγκάκοφ.
«[…] τι σημαίνει ελευθερία; Ψευδαίσθηση, καπνός, φενάκη… Παραλήρημα των δύστυχων δημοκρατών.
« – Γιατί αλήθεια δεν σας αρέσει το θέατρο;
– Γιατί είναι σαχλαμάρα… Όλο μιλάνε, μιλάνε… Σκέτη αντεπανάσταση.»


