
Μόλις χτυπούσε το τελευταίο κουδούνι του σχολείου, ήταν σαν να άνοιγε μια μυστική πόρτα προς το καλοκαίρι. Οι τσάντες πετάγονταν σε μια γωνιά του σπιτιού, τα βιβλία ξεχνιόνταν για μήνες και το μόνο που είχε σημασία ήταν η θάλασσα, οι βόλτες και φυσικά… τα παγωτά.
Κάπου εκεί ξεκινούσε και η μεγάλη, άτυπη κόντρα της παρέας. Ποιος θα φάει τα περισσότερα παγωτά μέχρι να ανοίξουν ξανά τα σχολεία; Χωνάκι, ξυλάκι, κυπελλάκι, πύραυλος, γρανίτα. Κάθε παγωτό μετρούσε. Οι συζητήσεις ήταν ατελείωτες και οι αριθμοί συνήθως… αμφισβητήσιμοι. «Έχω φάει ήδη 27!» έλεγε ο ένας. «Αποκλείεται, εγώ έχω 35!» απαντούσε ο άλλος.
Η ίδια μάχη δινόταν και για τα μπάνια. Κάθε βουτιά καταγραφόταν νοερά σαν μετάλλιο καλοκαιρινής επιβίωσης. Δεν υπήρχαν εφαρμογές, φωτογραφίες ή stories για αποδείξεις. Μόνο ο λόγος του καθενός και οι υπερβολές που μεγάλωναν όσο περνούσε ο καιρός.
Και κάπως έτσι κυλούσαν οι πιο ξέγνοιαστες μέρες. Με αλάτι στα μαλλιά, λιωμένα παγωτά στα χέρια και τη βεβαιότητα ότι το καλοκαίρι θα κρατήσει για πάντα. Τελικά δεν κράτησε. Έμειναν όμως οι αναμνήσεις από εκείνες τις μικρές «μάχες» που τότε έμοιαζαν οι πιο σημαντικές του κόσμου. Και ίσως, όταν θυμόμαστε τα παιδικά μας καλοκαίρια, να μην μας λείπουν μόνο τα παγωτά και οι βουτιές. Να μας λείπει λίγο κι εκείνη η αίσθηση ότι είχαμε μπροστά μας έναν ολόκληρο, ατελείωτο κόσμο διακοπών.



