
Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ, που έφυγε από τη ζωή στα 89 του χρόνια στο ησυχαστήριό του στη Γιούτα, δεν ήταν μόνο ηθοποιός και σκηνοθέτης, αλλά και μια μορφή που σημάδεψε την τέχνη και την κοινωνία με τον ακτιβισμό του. Η Αλίσα Γουίλκινσον, κριτικός των New York Times, επιχειρεί να αποτυπώσει την προσωπικότητά του και την παρακαταθήκη που αφήνει πίσω.
Ο Ρέντφορντ είχε το χάρισμα να μετατρέπει κάθε ρόλο σε κάτι που έμοιαζε κομμένο και ραμμένο πάνω του. Παρ’ όλα αυτά, η πιο χαρακτηριστική του ερμηνεία, όπως σημειώνει η Γουίλκινσον, ήταν στον «Υποψήφιο» (The Candidate, 1972). Στη σάτιρα αυτή για τις αμερικανικές εκλογές, ο Ρέντφορντ υποδύεται τον Μπιλ ΜακΚέι, έναν ιδεαλιστή δικηγόρο και γιο πρώην κυβερνήτη, που σπρώχνεται απρόθυμα στην πολιτική σκηνή. Ξεκινά με την πρόθεση να μιλήσει για κοινωνική δικαιοσύνη και περιβάλλον, αλλά όσο οι πιθανότητες νίκης του μεγαλώνουν, τόσο το μήνυμά του «γυαλίζεται» από τους συμβούλους του, θυσιάζοντας τις αξίες του για χάρη της εικόνας. Το αποτέλεσμα; Ο ΜακΚέι κερδίζει, μόνο για να καταλήξει, αποσβολωμένος, να ψιθυρίσει στον μάνατζέρ του: «Και τώρα τι κάνουμε;».
Η ταινία γεννήθηκε από μια ιδέα του ίδιου του Ρέντφορντ, γεγονός που δείχνει πόσο τον απασχολούσε η σχέση πολιτικής και θεάματος. Στη διαδρομή του στήριξε περιβαλλοντικά κινήματα, δικαιώματα μειονοτήτων και ΛΟΑΤΚΙ+ κοινοτήτων, πήρε θέση υπέρ του Ομπάμα και του Μπάιντεν, ενώ δεν δίστασε να επικρίνει τον Τραμπ. Παρόλα αυτά, δεν περιορίστηκε ποτέ σε ένα στρατόπεδο: κατά καιρούς στήριξε και Ρεπουμπλικάνους υποψηφίους, κάτι που φανερώνει τη σύνθετη πολιτική του στάση.
Η σάτιρα του «Υποψήφιου» αποδεικνύεται σήμερα, πέντε δεκαετίες μετά, πιο επίκαιρη από ποτέ. Ο Ρέντφορντ είχε καταλάβει ότι η πολιτική λειτουργεί με τους ίδιους κανόνες του θεάματος: υποψήφιοι σαν «προϊόντα», τηλεοπτικές εικόνες που χτίζουν αφηγήσεις, πολιτικοί που μοιάζουν με σταρ. Ο ίδιος, με την αφοπλιστική του γοητεία, γνώριζε καλά αυτή τη δύναμη: η κάμερα τον λάτρευε και το κοινό δεν χόρταινε να τον βλέπει.


