HomeΘέματαΗ αισθητική του φωτός και η πόλη...

Η αισθητική του φωτός και η πόλη που ξέχασε πως το σκοτάδι είναι κι αυτό μέρος του τοπίου.

γράφει ο Κωνσταντίνος Καρεμφύλλης

Για την αισθητική του φωτός

Δεν πρόκειται για φωτορρύπανση, αλλά για έλλειψη αισθητικής. Αισθητικής του φωτός.

Οι νύχτες σ’ αυτή τη χώρα άρχισαν να γίνονται λευκές και ψυχρές κι ένα ελεεινό μίζερο φως διαχέεται τα βράδια στους περιπάτους, στις παρέες, στις χειρονομίες, στη συνέχεια της ημέρας. Θα μπορούσε να ήταν κάλλιστα η εκδίκηση των λευκών κελιών και των ψυχιάτρων, αν είχε επιτευχθεί παράλληλα και η στέρηση των άλλων αισθήσεων, αλλά ευτυχώς πλανιούνται ακόμα στον αέρα ακούσματα και μυρωδιές, λόγια και αισθήματα, όποιας ποιότητας και αναφορών, που επαναφέρουν στα πράγματα μια αίσθηση γήινου και ανθρώπινου, ένα αίσθημα οικείωσης.

Και κανείς δεν αντιδρά σ’ αυτή τη βιομηχανική σύλληψη και αντίληψη της ποιότητας του φωτός, στο φως των οικονομολόγων και των λογιστών (συγγνώμη!), γιατί κατά πώς φαίνεται οι προτεραιότητες ήταν άλλες: από τη μια η εξοικονόμηση ενέργειας και από την άλλη η δήλωση παρουσίας δια του καταυγασμού, ένα πράγμα σαν τον προβολέα στο πρόσωπο του ανακρινόμενου σε διαδικασία ανάκρισης, για να τα πει όλα ή για να τα δει όλα.

Και για μια ακόμη φορά, άρχισε το αφύσικο να φαίνεται φυσιολογικό.

Και κανείς δεν φαίνεται να ενοχλείται ή να αντιδρά.

Αφού έτσι το θέλησαν οι κυβερνήσεις, οι βιομηχανίες, οι οικονομολόγοι, οι τεχνοκράτες, οι γραφειοκράτες, οι νεόπλουτοι και οι αστοιχείωτοι, urbi et orbi et domi θα γεμίσουμε με λευκό ψυχρό, διαλύοντας κάθε ατμόσφαιρα και κάθε συναίσθημα στο μεταξύ μας κενό. Αλήθεια, ποιος θα διάλεγε να πάει σε μπαρ, εστιατόριο ή καφέ, όπου ο φωτισμός ταιριάζει σε μάντρα αυτοκινήτων ή σε στρατόπεδο συγκέντρωσης;

Καταρχάς στον δημόσιο χώρο, είτε προσχηματικά είτε πραγματικά (με υπαρκτή την ανάγκη για εξοικονόμηση ενέργειας) οι Δήμοι οδηγήθηκαν τα τελευταία χρόνια σε ένα πάρτι αγοράς και αντικατάστασης του δημοτικού φωτισμού με λάμπες ψυχιατρείου, φυλακής, νοσοκομείου και, ούτως ειπείν, κάποιας μορφής ασύλου για τους δημότες τους. Καμία μέριμνα για τη σχέση του φωτισμού με τον τόπο και το τοπίο, τη γεωγραφική ή την ιστορική του ιδιαιτερότητα, καμία σκέψη για την ποιότητα του φωτισμού, για την καταλληλότητα και την προσαρμογή του. Παντού ένα φασόν κοστούμι φωταύγειας με ψυχρά Led για να φάνε κι οι κότες, απεριόριστα lumen στου Καραγκιόζη το γάμο και όποιον πάρει ο Χάρος.

Και το θαύμα έγινε: Λευκό ψυχρό φως παντού.

(Αλήθεια, χάθηκε το κίτρινο led ή έστω το λευκό θερμό;)

Κι έπειτα, στον ιδιωτικό χώρο, ένα φως που φωνάζει μέσα από τον πληθωρισμό του, ένα φως δίχως ίχνος μαγείας (και ρομαντισμού, ναι!), ένα φως εργαλειακό για να διατηρηθεί λίγο ακόμα η μέρα, με τηλεόραση ή ταμειακές μηχανές, ένα φως αναγκαιότητας, χρηστικότητας και αδιαφορίας, δίχως καμία άποψη για την ποιότητα ζωής, αρχίζοντας έστω από αυτό το ελάχιστο: πώς θα βλέπουμε και πώς θα βλεπόμαστε.

Μένω σε έναν παραθαλάσσιο Δήμο με ακτογραμμή 50 περίπου χιλιομέτρων. Οι περισσότερες οικιστικές ενότητες είναι παραθαλάσσιες και πλέον ο φωτισμός στο παραλιακό μέτωπο θυμίζει την ψυχρότητα των νυχτών στις χώρες του Βορρά και όχι τη γλυκύτητα της νύχτας στο ελληνικό καλοκαίρι. Θα φανεί παράξενο ή ίσως υπερβολικό, αλλά η ομορφιά και η μαγεία δεν ευνοούνται από το φως του νοσοκομείου. Ή του στρατοπέδου.

Θυμάμαι περπατώντας κάποιες νύχτες του χειμώνα, το κρύο να γίνεται περισσότερο κρύο από ένα φως που μόνο παγερότητα μπορούσε να εισφέρει και παρότι η Θεσσαλονίκη απέναντι γοήτευε με τον δικό της πολύχρωμο φωτισμό, η περιοχή θύμιζε το Κοσμοδρόμιο του Μπαϊκονούρ, κι έλεγες όπου να ’ναι θα φύγει κάποιος πύραυλος για το διάστημα και θα απομείνει πίσω μια ιπτάμενη Λάικα να υπενθυμίζει την εμποροπανήγυρη ή το τσίρκο που καταλήξαμε να ζούμε.

Ευτυχώς, αεροπλάνα μόνο προσγειώνονταν ή απογειώνονταν αργά μέσα στη νύχτα, με τις κίτρινες πορτοκαλιές δέσμες των προβολέων τους να παρέχουν κάποια ελπίδα στο απόκοσμο σκηνικό στο οποίο περπατούσα. Ήταν μια παρηγοριά.

Θυμάμαι, τον πρώτο καιρό που βρεθήκαμε εδώ, τις δίδυμες κρεμαστές λάμπες νατρίου με το πορτοκαλοκίτρινο φως. Νοσταλγώ; Ναι. Και είναι βέβαιο ότι αυτό το mood, που με εγκατέστησε επήλυδα εδώ, αρρωσταίνει πλέον από όλους τους ιδιώτες, τους επαγγελματίες και τους δημοτικούς άρχοντες, για τους οποίους κυρίαρχη μέριμνα είναι να διαλαλήσουν την παρουσία και την πραμάτεια τους μέσα από αυτόν τον δυνατό επιθετικό φωτισμό. Λες και τα καλαμαράκια θα είναι πιο ελκυστικά κάτω από το φως των προβολέων και των λαμπών φθορισμού, λες και έτσι θα πείσουν για τη συνέχεια της παρουσίας τους στις επόμενες δημοτικές εκλογές.

Δίνοντας ό,τι να ’ναι φως για τις νύχτες μας.

Στον δρόμο του αεροδρομίου ένα φυτώριο έχει γεμίσει τον χώρο με εκτυφλωτικούς προβολείς λευκού ψυχρού φωτός.

«Γιατί τους έχετε αναμμένους όλη νύχτα και δεν αφήνετε τα φυτά να κοιμηθούν;», ρώτησα τον ιδιοκτήτη.

«Για τους γύφτους», μου απάντησε.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του exostis.gr στην Google

Related stories

Τρεις ποιητές αγωνιστές της ελευθερίας μέσα από τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη

Την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026 στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης...

Βιβλιοπρόταση: Robert MacFarlane «Είναι ένα ποτάμι ζωντανό;».

  γράφει ο Τάσος Γέροντας Robert MacFarlane «Είναι ένα ποτάμι ζωντανό;»....

Κήλες Κοιλιακού Τοιχώματος: Πώς Εκδηλώνονται και Πότε Χρειάζονται Χειρουργείο;

Οι κήλες του κοιλιακού τοιχώματος είναι συχνές και μπορεί...

Τρυφερό Κτήνος. Της Μαρί Κρόιτσερ

Από τον Γιώργο Καρακασίδη Η Lucy, μια διακεκριμένη πιανίστρια,...

Η Άνω Πόλη γεμίζει μουσικές, χορό και παράδοση για τρεις ημέρες

Η Άνω Πόλη ετοιμάζεται να γεμίσει ήχους, χορό και...