
Γράφει ο Πασχάλης Μπόρας
Μίλαν Κούντερα «Η άγνοια». Μετάφραση Γιάννης Η. Χάρης. Εκδόσεις Εστία 2007.
Δέκα ολόκληρα χρόνια έπρεπε να περιπλανηθεί ο Οδυσσέας για να φτάσει στην πατρίδα του, την Ιθάκη. Τύφλωσε τον Κύκλωπα, πέρασε από το νησί της Κίρκης, το στενό των Σειρήνων, το στενό της Σκύλλας και της Χάρυβδης και εν τέλει κατάφερε να φτάσει στην αγκαλιά της Πηνελόπης. Η Ιρένα και ο Γιόζεφ από την άλλη δεν χρειάστηκε να συναντήσουν τον Τειρεσία στο βασίλειο του Άδη ούτε να χάσουν έντεκα καράβια από έναν ασκό, τον οποίο έδωσε κάποιος Αίολος, για να γυρίσουν στην Πράγα. Η Ιρένα και ο Γιόζεφ είναι δύο εξόριστοι που συναντήθηκαν τυχαία στο αεροδρόμιο του Παρισιού το 1989, στον δρόμο της επιστροφής σε μια χώρα που δεν τους νοσταλγούσε πια. Ξένοι στην πατρίδα τους και χαμένοι στις αναμνήσεις τους με τις οποίες προσπαθούν να σχηματίσουν κάτι το γνώριμο, επιστρέφουν στην Ιθάκη τους αλλά τους λείπει το νησί της Καλυψούς. Ο Μίλαν Κούντερα με την «Άγνοια» πορεύεται πλάι με την ομηρική Οδύσσεια και εξετάζει με την ιδιαίτερη του γραφή, τη «φωνή που μας καλεί να επιστρέψουμε».
«Αντί για την περιπαθή εξερεύνηση του άγνωστου (την περιπέτεια) προτίμησε την αποθέωση του γνωστού (την επιστροφή). Αντί για το όνειρο (γιατί η περιπέτεια υποτίθεται πως διαρκεί επ’ άπειρον) προτίμησε το πεπερασμένο (γιατί η επιστροφή είναι η συμφιλίωση με την περατότητα της ζωής).»
«Είχαν κάνει όντως πολλά για μένα. Είδαν σ’ εμένα τον πόνο της αυτοεξόριστης. Έπειτα ήρθε η ώρα που αυτό τον πόνο έπρεπε να τον επιβεβαιώσω με τη χαρά της επιστροφής μου. Κι αυτή η επιβεβαίωση δεν ήρθε. Ένιωσαν εξαπατημένοι. Αλλά κι εγώ το ίδιο γιατί, στο μεταξύ, πίστευα ότι δε μ’ αγαπούν για τον πόνο μου αλλά για μένα την ίδια.»
«Στα είκοσι χρόνια που έλειπε ο Οδυσσέας, οι Ιθακήσιοι θυμόντουσαν πολλά από αυτόν, αλλά δεν τον νοσταλγούσαν. Ενώ ο Οδυσσέας υπέφερε από νοσταλγία και δεν θυμόταν σχεδόν τίποτα.»


