
της Μαρίας Μπασμπαγιάννη (Instagram: ipolinstinplage)
Από τον καιρό που έγινα σινεφίλ κι άρχισα να εξερευνώ το μέσο πιο κριτικά, είδα πως το ελληνικό κοινό (στην πλειονότητά του) έχει συγκεκριμένη άποψη για τον κινηματογράφο κάθε χώρας, που έρχεται στα σινεμά μας: Οι γαλλικές ταινίες είναι ανθρώπινες και τρυφερές, ή έχουν πολλή πλάκα, οι αμερικάνικες είναι ανώδυνη, κακού επιπέδου αλλά διασκεδαστική ψυχαγωγία, όσες προέρχονται από άλλες χώρες είναι συνήθως “περίεργες” κι ακατανόητες για τον μέσο Έλληνα θεατή.
Οι ιταλικές ταινίες θεωρούνται, όπως και οι γαλλικές, είτε εγγυημένα αστείες, είτε γλυκές και ρομαντικές – εδώ φυσικά, όπως και σε όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις, μπαίνουν στο παιχνίδι τα στερεότυπα για τους ανθρώπους κάθε χώρας που κυριαρχούν στην Ελλάδα. Τα ιταλικά φιλμ είναι έτσι, γιατί οι Ιταλοί είναι έτσι. – Αυτή η εικόνα που έχουμε ως κινηματογραφικό κοινό για τον ιταλικό κινηματογράφο ήταν, θεωρώ, η αιτία που ιταλικές ταινίες ήταν διαθέσιμες στη διάρκεια της καραντίνας για streaming σε διάφορες υπηρεσίες. Φιλμ που θα σε κάνουν, υποτίθεται, σίγουρα να γελάσεις, ή θα συγκινήσουν, θεωρήθηκαν κατάλληλα να προωθηθούν σε μια τόσο δύσκολη περίοδο. Έτσι ήταν που ανακάλυψα (νομίζω όχι μόνο) εγώ, τις εμπορικές ιταλικές κωμωδίες, πριν ακόμη μάθω την ύπαρξη των Ντε Σίκα, Φελίνι και Ροσελίνι.
Ξαναβλέποντας τώρα πια τα τέσσερα τέτοια ιταλικά φιλμ που είδα τότε, μπορώ να καταλάβω γιατί υπάρχει αυτή η εντύπωση για τον σύγχρονο ιταλικό κινηματογράφο, αλλά και να πω ότι δεν δείχνει την πλήρη εικόνα του.

Οι ταινίες που είδα τότε ήταν τα “Όταν λείπει η μαμά” (“Dieci giorni senza mamma”), “Κάνε παιδί να δεις καλό” (“Figli”), “Πες το δυνατά” (“Cambio tutto!”) και “Βάλε τη γιαγιά στο ψυγείο” (“Metti la nona in freezer”). Καθαρά εμπορικές κωμωδίες που αφορούσαν σύγχρονα ζητήματα, αλλά είτε τα εξέταζαν επιφανειακά, προτιμώντας να ασχοληθούν με το ρομαντικό κομμάτι της ιστορίας ή δημιουργώντας καρικατούρες διαφόρων κατηγοριών ανθρώπων και βασίζοντας την πλοκή σε κλισέ, είτε απέφευγαν τις πιο δυσάρεστες αλλά πραγματικές πλευρές του ζητήματος για να έχουν χάπι εντ.
Όλες τους έχουν τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στον ιταλικό κινηματογράφο από το κοινό, αυτά που το τραβούν στα σινεμά όποτε βγαίνει άλλη μια τέτοια ταινία. Η οικογενειακή ζωή γενικά (“Κάνε παιδί να δεις καλό”), ή η ανικανότητα του πατέρα να φροντίσει μόνος τα παιδιά και να ασχοληθεί με το σπίτι (“Όταν λείπει η μαμά”) χρησιμοποιούνται για να βγει γέλιο, άνθρωποι που ενοχλούν το μεγαλύτερο μέρος όσων ζουν σε σύγχρονες πόλεις, από θυρωρούς και γείτονες, μέχρι συναδέλφους, στοχοποιούνται με χιούμορ (“Πες το δυνατά!”), ενώ ρομαντικές ιστορίες καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της πλοκής, με (αναπόφευκτη) κατάληξη τη συμφιλίωση μετά από μια μεγάλη σύγκρουση, κι αφού έχει δειχθεί σε όλη την (αστεία) έκτασή της η προσπάθεια του άντρα να κερδίσει τη γυναίκα (“Βάλε τη γιαγιά στο ψυγείο”).
Το ζήτημα εδώ δεν είναι, για εμένα ότι το χιούμορ δεν είναι εξεζητημένο, ότι η ρομαντική ιστορία δεν είναι περίπλοκη. Έχουν υπάρξει υπέροχες ιταλικές κωμωδίες με χιούμορ παιδιού γυμνασίου (“Non ci resta che piangere”, μια ταινία του ’84 όπου οι Ρομπέρτο Μπενίνι και Μάσιμο Τροΐζι αλληλεπιδρούν με ανθρώπους του 1492, αφού ταξιδεύουν στον χρόνο χωρίς να το θέλουν. Το χιούμορ βασίζεται στην άγνοια των ανθρώπων του παρελθόντος για εφευρέσεις και τραγούδια του σήμερα, που τους συστήνουν οι ήρωες.). Και έχουν υπάρξει ιταλικές ταινίες με απλές ρομαντικές ιστορίες, παρόμοιες με παραμύθι (“Ψωμί, έρωτας, και φαντασία”, ταινία που δείχνει τον έρωτα ενός αστυφύλακα με μια γυναίκα που θεωρείται προκλητική από τους συγχωριανούς της, η οποία όμως τον ελκύει τόσο, που στο τέλος αυτός προτιμά να μην πάρει μια υψηλότερη θέση για να είναι μαζί της)
Το ζήτημα είναι πως το χιούμορ βασίζεται σε καρικατούρες, σε μια λογική του απλού, καθημερινού Ιταλού οικογενειάρχη και του ιδιαίτερου άλλου (είτε είναι έφηβος, είτε είναι μπέιμπι σίτερ, είτε είναι άλλος γονιός), που δεν δείχνεται ως προσωπικότητα, αλλά απλά ως αντίθετο των πρωταγωνιστών. Ολόκληρες κατηγορίες ανθρώπων παρουσιάζονται μονομερώς, χωρίς να αντιλαμβάνονται οι σεναριογράφοι ότι οι άνθρωποι αυτοί έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, δεν αποτελούν μια μάζα αντίθετη σε μια άλλη τέτοια, της οποίας όμως το κάθε μέλος έχει κι ορισμένα δικά του γνωρίσματα (εργασία, αντιδράσεις σε καταστάσεις), ή παρελθόν.
Οι ιταλικές κωμωδίες που αφορούν οικογένειες ακολουθούν αυτή την τακτική, ενώ σοβαρά κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν μέλη της οικογένειας περνιούνται από το πλάι: Αν ο πατέρας δεν ασχολείται με το νοικοκυριό και τα παιδιά, σαν τον Τεντ Κρέιμερ αλά ιταλικά, η λύση είναι να αφεθεί μόνος να το κάνει για δέκα μέρες, κι αν μετά χάσει τη δουλειά του, τουλάχιστον έμαθε αυτό κι η οικογένεια θα στηρίζεται από τη μητέρα, που αποφάσισε να επιστρέψει στην εργασία της. Το πραγματικό ζήτημα, της ισομερούς κατανομής των ευθυνών στο σπίτι, δεν ανοίγεται ποτέ, γιατί αυτό θα προϋπέθετε να δουλεύουν κι οι δυο γονείς. Τώρα, όλα μοιράζονται, σα να ήταν η απόλυση του ενός από μηχανής θεός.
Ο Ρόμπερτ Μπέντον στο “Κράμερ εναντίον Κράμερ” υπονόησε από την αρχή πως το ζήτημα ήταν η μη ενασχόληση και των δύο γονιών με το νοικοκυριό και την ανατροφή του παιδιού, λόγος για τον οποίο η γυναίκα έφυγε. Κι όταν ο άντρας μόνος του ανέλαβε την ευθύνη του παιδιού, η επιθυμία και των δύο να την έχουν τους οδήγησε να αναμετρηθούν δικαστικά. Στο ιταλικό ημι-αντίστοιχο δε γίνεται λόγος όχι για δίκη, ούτε για πραγματική διαμάχη, αφού αρκούν δέκα μέρες στις οποίες ο πατέρας ουσιαστικά επιβίωσε σπίτι, χωρίς όντως να αντιληφθεί ότι οφείλει να συμμετάσχει πραγματικά στην οικογένεια, για να λυθεί το θέμα. Στο έργο του Μπέντον, ο πατέρας που κάνει τις δουλειές του σπιτιού και ανατρέφει τον γιο του επαινείται για την αλλαγή στάσης του, αλλά επικρίνεται στις στιγμές που είναι υπερβολικά αυστηρός με αυτόν. Στο ιταλικό φιλμ, ο άντρας που ασχολείται με τα οικιακά και τα παιδιά κοροϊδεύεται μεν για την άγνοιά του, αλλά παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως ήρωας άξιος να του δείξουν έλεος οι θεατές, λόγω της προσπάθειας που έβαλε και όσων “υπέστησε” (με τη μορφή φάρσας) από τα παιδιά.

Στο “Κάνε παιδί να δεις καλό” δεν έχουμε τέτοιο ζήτημα, αλλά το θέμα πως τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η οικογένεια δεν ανάγονται ποτέ στη στάση του κράτους. Η οικογένεια δυσκολεύεται να μεγαλώσει το μωρό λόγω του κόστους. Συμβαίνει αυτό γιατί δεν χορηγείται κάποιο επίδομα σε κάθε οικογένεια; Επειδή η πρόσληψη ανθρώπου για να βοηθήσει αποτελεί τεράστια δαπάνη, εφόσον το κράτος δεν παρέχει αυτόματα βοήθεια; Ίσως, αλλά δε μας ενδιαφέρει. Το μοναδικό πρόβλημα είναι συλλήβδην οι Ιταλοί baby boomers, οι οποίοι, ατομικιστές όπως είναι, αρνούνται να βοηθήσουν τα παιδιά τους να αναθρέψουν τα εγγόνια τους. Πρόβλημα σίγουρα υπαρκτό, και εκεί και αλλού, αλλά όχι το μόνο, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι ανάγκες που έχει ένα παιδί και το κόστος σε χρήμα και χρόνο που αυτές σημαίνουν δε θα λυθεί μόνο με τη βοήθεια ενός έμπειρου συγγενή, για μια συνηθισμένη μεσοαστική οικογένεια. Το γεγονός ότι κυριαρχούν στην πολιτική και ζουν καλά αναφέρεται, υπονοείται δηλαδή ότι επενδύουν μόνο στις δικές τους ανάγκες και όχι των νεότερων. Αλλά το να αποδοθεί αυτό σε μια ολόκληρη γενιά είναι τεράστια απλοποίηση, και εξάλλου η κριτική είναι αθώα, αφού δε δείχνεται πώς μεταφράζεται αυτό σε έλλειψη κοινωνικής πρόνοιας για τα παιδιά. Αναφέρεται το κόστος που έχει ένας καλός παιδίατρος, αλλά δε γίνεται η πραγματική σύνδεση με την πολιτική, ότι δηλαδή η κυριαρχία τέτοιων πολιτικών έχει ως συνέπεια κακές δημόσιες υπηρεσίες, με αποτέλεσμα οι γονείς να τρέχουν στις ακριβές ιδιωτικές.
Παρομοίως, στα “Πες το δυνατά!” και “Βάλε τη γιαγιά στο ψυγείο”, δυσάρεστες πλευρές των ανθρώπινων σχέσεων, ή κοινωνικά προβλήματα αγνοούνται για χάρη ενός ευτυχισμένου τέλους ή μιας ρομαντικής ιστορίας. Η ανάγκη να εκφραστεί κανείς ειλικρινά παρά το κόστος δείχνεται ωραία στο πρώτο φιλμ, αλλά οι συνέπειες παρουσιάζονται ως πάντα θετικές, αφού έτσι η πρωταγωνίστρια απομακρύνεται από ανθρώπους που την ενοχλούν. Μια προσπάθεια να δειχθεί πως αν γίνει αυτό χωρίς να ληφθούν υπόψη θετικά χαρακτηριστικά του άλλου, θα χειροτερέψει η σχέση με κάποιον ουσιαστικά συμπαθή, γίνεται, αλλά ποτέ δε δείχνεται πως είναι δυστυχώς, απαραίτητο ενίοτε να μην εκφράζεται κανείς ειλικρινά για ό,τι τον δυσαρεστεί σε κάποιον, ώστε να διατηρήσει καλή σχέση μαζί του για λόγους επαγγελματικούς ή οικογενειακούς, μεταξύ άλλων. Η ηρωίδα δε χάνει τη θέση της, ούτε χαλάει κάποια φιλία από λάθος. Η απόφασή της να μην καταπιέζει τα συναισθήματά της για άλλους δε της κοστίζει τίποτα, ακόμα και τα σφάλματά της διορθώνονται από την ίδια, που στο τέλος οδηγεί απελευθερωμένη στον αυτοκινητόδρομο, με το ραδιόφωνο να παίζει “Freedom! Freedom!”…
Στο άλλο φιλμ, η απόφαση μιας γυναίκας να καταψύξει το πτώμα της γιαγιάς της, ώστε να συνεχίσει να λαμβάνει τη σύνταξή της, με την οποία αυτή χρηματοδοτεί το κέντρο αποκατάστασης έργων τέχνης που έχει, δεν εξετάζεται ιδιαίτερα ως (αστεία, υπό μια έννοια) συνέπεια ενός κράτους που δε στηρίζει τους επαγγελματίες γενικά, και τον χώρο του πολιτισμού ειδικά. Αντίθετα, δείχνεται ως ένα μεμονωμένο συμβάν που έχει πλάκα, το οποίο οδηγεί στη δημιουργία μιας ερωτικής σχέσης μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών. Αυτό είναι που απασχολεί περισσότερο τους σκηνοθέτες, όχι το κοινωνικό υπόβαθρο της ιστορίας τους. Αυτό ίσως το αγνοούν, αλλά μάλλον το βάζουν στην άκρη επίτηδες, γιατί πιο όμορφη κι ελκυστική για τον μέσο θεατή είναι μια ρομαντική ιστορία, παρά μια κοινωνική σάτιρα. Κι ας έχουν κι οι δυο χιούμορ. Η δεύτερη θα έκανε ορισμένους να μην αισθάνονται τόσο άνετα.
Δεν αρνούμαι ότι οι ταινίες αυτές έχουν μια δόση χιούμορ, γλυκύτητας ή ρομαντισμού. Αυτό που αρνούμαι είναι πως αυτό αποτελεί το μοναδικό τους χαρακτηριστικό, και πως τα προτερήματά τους είναι περισσότερα από τα ελαττώματά τους. Γιατί, δίπλα στους όντως αστείους και γλυκούς Βαλεντίνα Λουντοβίνι και Φάμπιο ντε Λουίτζι, την ωραία, πρωτότυπη ιδέα να μπει η όγδοη συμφωνία του Μπετόβεν ως υποκατάστατο του κλάματος ενός μωρού στο “Κάνε παιδί να δεις καλό”, και του ωραίου σάουντρακ του “Βάλε τη γιαγιά στο ψυγείο”, με τραγούδια των Turtles και του Ουμπέρτο Τόζι σε διασκευές, υπάρχει μια τεράστια εσκεμμένη πιθανότατα επιφανειακότητα, μια συνεχής προσπάθεια προσέγγισης του μέσου Ιταλού ενήλικα, με τη γελοιοποίηση άλλων, η απεικόνιση μιας σύγχρονης καθημερινότητας που μοιάζει με τη δική μας, αλλά είναι κάπως ευκολότερη, γιατί το να δειχθεί πως δεν είναι, δε θα γέμιζε τόσο τα ταμεία, μάλλον.
Τώρα, δηλαδή. Γιατί το ’61 μια χαρά τα γέμισε το “Διαζύγιο αλά ιταλικά”, που μιλούσε για την παρωχημένη, καταπιεστική νομοθεσία του κράτους για οικογενειακά ζητήματα. Και το ’63 μια χαρά τα γέμισε το “Τα τέρατα”, μια συλλογή ιστοριών κοινωνικοκριτικού χαρακτήρα. Ο επιτυχημένος εισπρακτικά ιταλικός κινηματογράφος, εκτός από το χιούμορ και την τρυφερότητα, κάποτε είχε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τώρα και κοινωνική ευαισθησία. Τώρα, από οσα φιλμ έρχονται εδώ, φαίνεται ότι κανείς για να σπάσει ταμεία στα ιταλικά σινεμά, πρέπει αυτή να την αφήσει στην άκρη σε μεγάλο βαθμό, άντε να τη δείξει πολύ επιφανειακά, αναφέροντας απλά ότι μόνο η μητέρα ασχολείται με τα οικιακά, ή ότι η γενιά του εξήντα κυριαρχεί στην πολιτική και ζει καλά, μα ο καλός παιδίατρος είναι ακριβός…
Alora, non ci resta che sperare per filmi migliori
(Οπότε, τίποτα δε μένει παρά να ελίζουμε για καλύτερα φιλμ)


