
Η έκθεση φωτογραφίας του designer | φωτογράφου Metallus (Παναγιώτη Μεταλληνού) με τίτλο «In Passing», που παρουσιάζεται στη Chalkos Gallery (Θεσσαλονίκη) από τις 10 έως τις 22 Σεπτεμβρίου 2026, συγκεντρώνει περισσότερα από 30 έργα street photography, συνθέτοντας μια προσωπική ματιά πάνω στο εφήμερο, το τυχαίο και το οικείο. Mιλήσαμε μαζί του για να μπούμε λίγο στον κόσμο του!
Το “In Passing” συγκεντρώνει εικόνες από περίπου 15 χρόνια φωτογραφικής διαδρομής. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να νιώσεις ότι τώρα αυτές οι φωτογραφίες έπρεπε να συναντηθούν σε μία έκθεση;
Εδώ και χρόνια σκεφτόμουν να συγκεντρώσω ένα σώμα δουλειάς, να οργανώσω το υλικό μου και να κάνω μια έκθεση. Απλώς, αυτή τη φορά, όλο αυτό προέκυψε κάπως συγκυριακά.
Από τη μία υπήρχε η ανάγκη μου να μοιραστώ αυτά που βλέπω και αυτά που νιώθω μέσα από τις εικόνες μου. Από την άλλη, σκέφτομαι ότι όλοι έχουμε ανάγκη να βλέπουμε καινούργια πράγματα, να δημιουργούμε τις δικές μας ιστορίες, να ξαναφτιάχνουμε παλιές και, γιατί όχι, να ταξιδεύουμε λίγο νοητά μέσα σε εικόνες.
Παράλληλα, έψαχνα έναν τρόπο να παρουσιάσω τις φωτογραφίες μου έξω από το συνηθισμένο δηλαδή τυπωμένες σε χαρτί και μέσα σε κάδρα. Ήθελα να υπάρχει μια ροή, μια αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι πραγματικά στάσιμο. Έτσι προέκυψε και η ιδέα των υφασμάτων και της αιώρησης των εικόνων στον χώρο.
Δεν ήθελα απλώς να βλέπεις μια φωτογραφία. Ήθελα να πορεύεσαι μέσα στις εικόνες, να βυθίζεσαι λίγο σε αυτές και να γίνεται η εμπειρία πιο ολιστική, πιο βιωματική.
Και μέσα σε όλα αυτά, καταλυτική ήταν η πρόταση του Κώστα Παρχαρίδη από τη Chalkos Gallery. Είδε τη δουλειά μου στο Instagram και μου πρότεινε να κάνω μια έκθεση στη γκαλερί του. Ήταν ουσιαστικά η αφορμή που έκανε όλη αυτή την ιδέα, που υπήρχε εδώ και χρόνια στο πίσω μέρος του μυαλού μου, να γίνει τελικά πραγματικότητα.
Κάπως έτσι οργανώθηκε το In Passing, που είναι και η πέμπτη ατομική μου έκθεση φωτογραφίας, στη Chalkos Gallery της Θεσσαλονίκης
Στη street photography πόσο κυνηγάς εσύ τη στιγμή και πόσο αφήνεσαι στην τύχη; Υπάρχουν φωτογραφίες της έκθεσης που ουσιαστικά «σε βρήκαν» εκείνες;
Γενικότερα δεν κυνηγάω τη στιγμή. Δεν ψάχνω πλάνα, δεν ψάχνω κάδρα. Θεωρώ ότι, τις περισσότερες φορές, αυτά ψάχνουν και με βρίσκουν.
Όταν φωτογραφίζω, απλώς τριγυρνάω. Και για κάποιον λόγο, κάποια στιγμή κάτι με καλεί να το φωτογραφίσω. Λειτουργεί σχεδόν αυτοματοποιημένα και ακαριαία. Δεν ξέρω πάντα τι είναι αυτό που με έκανε να σηκώσω τη μηχανή. Τις περισσότερες φορές, μάλιστα, την ιστορία και την αφήγηση της φωτογραφίας τις ανακαλύπτω πολύ αργότερα, ίσως εβδομάδες ή και μήνες μετά.
Οπότε ναι, οι περισσότερες φωτογραφίες μου, και σίγουρα αυτές που βρίσκονται στην έκθεση, κατά κάποιον τρόπο με έχουν βρει εκείνες.
Ίσως υπάρχει κάποιο ένστικτο. Ίσως μια πολύ μικρή χημεία, ένα κλικ που γίνεται στο μυαλό μου πριν προλάβω καν να το εξηγήσω. Δεν ξέρω ακριβώς τι είναι και, για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω ιδιαίτερη ανάγκη να το εξηγήσω. Ίσως είναι καλύτερα να παραμένει λίγο μυστηριώδες.

Λες ότι τα καρέ σου «δεν αφηγούνται, υπαινίσσονται». Πόσο σημαντικό είναι για σένα να μην εξηγείς στον θεατή τι ακριβώς βλέπει;
Δεν με ενδιαφέρει να υπαγορεύσω κάποια συγκεκριμένη ιστορία στον θεατή. Νομίζω ότι ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και στην καθημερινότητά μας.
Αν, για παράδειγμα, δύο άνθρωποι κοιτάξουν το ίδιο ηλιοβασίλεμα, είναι πολύ πιθανό να δημιουργήσουν τελείως διαφορετικές ιστορίες μέσα στο μυαλό τους. Θα ξυπνήσουν διαφορετικές αναμνήσεις, θα βγουν στην επιφάνεια διαφορετικά συναισθήματα.
Αυτό θέλω να συμβαίνει και με τις φωτογραφίες μου. Δεν θέλω να είναι τρέιλερ μιας ιστορίας. Θέλω να είναι ένα έναυσμα.
Να υπαινίσσονται κάτι και να αφήνουν το μυαλό του άλλου να πάει εκεί που θέλει. Και μπορεί η ίδια φωτογραφία, αν την ξαναδεί μετά από καιρό, να του δημιουργήσει κάτι εντελώς διαφορετικό, επειδή στο μεταξύ έχει αποκτήσει καινούργιες εμπειρίες.
Οπότε δεν με ενδιαφέρει τόσο να πω «αυτό συνέβη». Με ενδιαφέρει περισσότερο να δημιουργήσω την αφορμή για να συμβεί κάτι μέσα στον θεατή.

Έχει τύχει να φωτογραφίσεις μια φαινομενικά ασήμαντη στιγμή και, χρόνια αργότερα, κοιτάζοντας ξανά τη φωτογραφία, να αποκτήσει για σένα εντελώς διαφορετικό βάρος;
Αυτό συμβαίνει σχεδόν πάντα.
Παρόλο που εδώ και πολλά χρόνια φωτογραφίζω ψηφιακά, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργώ είναι σχεδόν αναλογικός. Ξεκίνησα παλιότερα με φιλμ, εμφανίσεις και εκτυπώσεις και, παρότι αυτή η διαδικασία έχει σταματήσει, έχει μείνει ο τρόπος σκέψης.
Κάνω ένα session, μια περίοδο που φωτογραφίζω κάποια πράγματα, κατεβάζω τις φωτογραφίες στον υπολογιστή και τις βλέπω πολύ γρήγορα. Δεν πετάω σχεδόν τίποτα. Κρατάω τα πάντα και κάποια στιγμή, μετά από έναν ή ενάμιση μήνα, κάθομαι και τις κοιτάω ξανά.
Μέχρι τότε έχει καθαρίσει αρκετά η πρόσκαιρη μνήμη και τα συναισθήματα της στιγμής που φωτογράφισα κάτι. Οπότε κοιτάω την εικόνα σχεδόν από το μηδέν. Και τότε, για κάποιες φωτογραφίες, αρχίζει να εμφανίζεται μια ιστορία.
Υπάρχουν πολλές εικόνες στην έκθεση που τη στιγμή που τις τράβηξα μου πέρασαν σχεδόν αδιάφορες και, μήνες ή ακόμη και χρόνια αργότερα, είχαν κάτι περισσότερο να μου πουν.
Ίσως γιατί κι εμείς αλλάζουμε. Κάθε φορά που ξαναβλέπουμε μια εικόνα, ακούμε ένα τραγούδι ή ξαναγευόμαστε κάτι, το φιλτράρουμε με διαφορετικά εργαλεία. Έχουμε άλλες εμπειρίες, άλλες μνήμες, άλλες προσλαμβάνουσες.
Οπότε, κατά κάποιον τρόπο, δεν αλλάζει μόνο η εικόνα· αλλάζουμε κι εμείς ως θεατές της.

Οι φωτογραφίες δεν παρουσιάζονται παραδοσιακά σε κάδρα, αλλά τυπωμένες σε σατέν και σιφόν και αιωρούνται στον χώρο. Γιατί ήθελες η εικόνα να αποκτήσει αυτή τη σχεδόν «σωματική» παρουσία;
Ακριβώς. Ήθελα μια σωματική παρουσία.
Καταρχάς, είναι δική μου άποψη ότι η φωτογραφία χρειάζεται μέγεθος για να μπορέσεις πραγματικά να χαθείς μέσα της. Από την άλλη, αν το σκεφτούμε, ζούμε συνεχώς ανάμεσα σε εικόνες που τις περισσότερες φορές περνούν απαρατήρητες.
Μόνο που οι εικόνες γύρω μας κινούνται. Όλος ο κόσμος κινείται. Είναι ένα συνεχόμενο βίντεο, μια παράσταση.
Ήθελα λοιπόν να μεταφέρω κάτι από αυτή την αίσθηση στον χώρο της έκθεσης. Οι εικόνες να κινούνται, να αιωρούνται και ταυτόχρονα ο θεατής να μπορεί να περιδιαβαίνει ανάμεσά τους, να ακολουθεί μια διαδρομή από τη μία ιστορία στην άλλη.
Δεν ήθελα να είναι απλώς στατικός απέναντι σε έναν τοίχο και να μελετάει κάποια κάδρα. Ήθελα η εμπειρία να είναι πιο βιωματική.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη που μου αρέσει πολύ σε αυτό. Στις περισσότερες εκθέσεις δεν επιτρέπεται να αγγίζεις τα έργα. Εδώ ο θεατής ουσιαστικά περνάει ανάμεσα στις φωτογραφίες, μπορεί να ακουμπήσει τα υφάσματα, να τα μετακινήσει.
Και αυτό για μένα έχει σημασία, γιατί κάνει ξεκάθαρο ότι πολύτιμη δεν είναι η φωτογραφία ως αντικείμενο. Πολύτιμη είναι η εμπειρία που δημιουργείται μέσα από αυτήν. Και αυτή η εμπειρία, φυσικά, είναι διαφορετική για τον καθένα .
Είσαι designer που φωτογραφίζει ή φωτογράφος που κουβαλά πάντα μέσα του το βλέμμα του designer; Πόσο επηρεάζει η γραφιστική τον τρόπο με τον οποίο στήνεις ένα καρέ;
Βασικά είμαι designer. Δεν ξέρω αν μπορώ να βάλω πάνω μου τον όρο «φωτογράφος» με την επαγγελματική του έννοια.
Μου αρέσει να φωτογραφίζω πράγματα γύρω μου, πρώτα απ’ όλα για μένα. Και μετά να μπορώ να μοιράζομαι όχι απαραίτητα τις ιστορίες που είπαμε πριν, αλλά την αίσθηση της δημιουργίας, τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τον κόσμο γύρω μου.
Οπότε, ναι, θα μπορούσα να πω ότι είμαι φωτογράφος. Πρακτικά όμως είμαι designer.
Και νομίζω ότι η γραφιστική και το design επηρεάζουν πάρα πολύ τον τρόπο με τον οποίο καταγράφω. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό δεν γίνεται συνειδητά. Είναι σχεδόν τελείως ασυνείδητο.
Το έχω ανακαλύψει βλέποντας ξανά και ξανά το υλικό μου. Βλέπω ότι επανέρχεται ένα συγκεκριμένο μοτίβο στον τρόπο καταγραφής, στις γωνίες λήψης, στη σύνθεση, γενικότερα στην αισθητική.
Ίσως είναι αυτό που θα έλεγα, χαριτολογώντας, ένας ψυχαναγκασμός ορθότητας και συνέπειας, που είναι λίγο επακόλουθο της ιδιότητάς μου ως designer.

Από τη Θεσσαλονίκη και τη Λευκοπηγή μέχρι το Βερολίνο και το Άμστερνταμ: αλλάζει ο τρόπος που κοιτάς τον δρόμο όταν βρίσκεσαι σε μια άγνωστη πόλη; Και φωτογραφίζεις διαφορετικά τη Θεσσαλονίκη επειδή την ξέρεις τόσο καλά;
Πρακτικά, νομίζω πως όχι. Δεν αλλάζει ιδιαίτερα ο τρόπος που κοιτάω.
Όταν βρίσκομαι σε μια άγνωστη πόλη, συνήθως δεν κάνω τουριστικές φωτογραφίες. Μπορεί να είμαι κάπου μία-δύο μέρες και να μην φωτογραφίσω απολύτως τίποτα.
Συνήθως τις πρώτες μέρες απλώς χαζεύω. Κοιτάω, περπατάω, παρατηρώ και προσπαθώ να εναρμονιστώ λίγο με το περιβάλλον. Να καταλάβω τη νέα πόλη, γιατί είναι διαφορετική από αυτή που έχω συνηθίσει. Και κάποια στιγμή, τη δεύτερη ή την τρίτη μέρα, το χέρι πιάνει τη φωτογραφική μηχανή.
Μπορεί τότε να φωτογραφίσω κάτι από το οποίο έχω ήδη περάσει δύο ή τρεις φορές. Ένα μαγαζάκι, ένα μίνι μάρκετ, μια γωνία που μέχρι εκείνη τη στιγμή απλώς κατέγραφε πληροφορία στο μυαλό μου. Νομίζω ότι αυτές οι πρώτες μέρες λειτουργούν κάπως σαν μια ασυνείδητη επεξεργασία. Μαζεύω πληροφορίες χωρίς να το καταλαβαίνω και κάποια στιγμή κάτι «κουμπώνει».
Στη Θεσσαλονίκη, από την άλλη, τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Όταν ζεις πολλά χρόνια σε μια πόλη, τη βλέπεις μέσα από το βλέμμα του ανθρώπου που ζει εκεί. Ξέρεις τις ιστορίες της, τους ανθρώπους της, τι συμβαίνει γύρω σου. Έχεις ήδη μια ερμηνεία για πολλά από αυτά που βλέπεις.
Οπότε, όταν φωτογραφίζω στη Θεσσαλονίκη, προσπαθώ λίγο να κάνω το αντίθετο: να απομακρυνθώ από αυτή τη γνώση. Να δω την πόλη απ’ έξω, σχεδόν σαν ξένος, και να δημιουργήσω στο μυαλό μου μια διαφορετική ιστορία από αυτή που ήδη ξέρω.
Δεν προσπαθώ, δηλαδή, να κάνω μια καταγραφή της Θεσσαλονίκης όπως είναι. Προσπαθώ να ξεχάσω για λίγο αυτό που ήδη ξέρω γι’ αυτήν.
«In Passing»Suspended Photographs | Metallus 10-22 Σεπτεμβρίου 2026
ChalkosGallery, Ιουστινιανού 21, Θεσσαλονίκη
Μέρες και ώρες λειτουργίας:
Τρίτη-Παρασκευή: 18.00-20.30
Σάββατο: 11.00-14.00
Κυριακή-Δευτέρα: Κλειστά
Mettalus:https://www.instagram.com/metallus_/
Chalkos Gallery:https://www.instagram.com/chalkosgallery/



