HomeInterviewsΓίνε ο ήρωας σου - ο Φάνης...

Γίνε ο ήρωας σου – ο Φάνης Δέλλιος στον Εξώστη

Ο Φάνης Δέλλιος μιλά στον «Εξώστη» και την Αγγελική Παρασχά για την εξάρτηση, την ανάρρωση και τα 27 χρόνια μιας διαφορετικής ζωής. Για το κενό που βρίσκεται πίσω από τη χρήση, τον εθισμό, τη δύναμη της ομάδας και την Αρωγή 12+ μια προσωπική προσπάθεια να στηρίξει και άλλους ανθρώπους.

Υπάρχουν άνθρωποι που όταν μιλούν για το παρελθόν τους μοιάζει σαν να διηγούνται μια ιστορία που συνέβη σε κάποιον άλλον. Ο Φάνης Δέλλιος το λέει σχεδόν έτσι. «Είναι σαν να μιλάω για τρίτο άτομο», λέει. Κι όμως, λίγα δευτερόλεπτα αργότερα θα προσθέσει πως μέσα του όλα αυτά παραμένουν οικεία.

Η ζωή του πριν από την ανάρρωση δεν είναι μια ιστορία που μπορεί να χωρέσει εύκολα σε μία λέξη. Είναι τα χρόνια της εφηβείας, ένα έντονο κενό, η ανάγκη φυγής, οι παρέες, η χρήση, οι συλλήψεις, οι εγκλεισμοί, οι σχέσεις που δεν μπορούσαν να σταθούν, οι δουλειές που εγκαταλείπονταν και μια καθημερινότητα που σταδιακά απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από τον άνθρωπο που πίστευε ότι ήταν. Σήμερα, στα 52 του, μιλά για εκείνον τον Φάνη σαν να τον κοιτάζει από απόσταση. Όχι όμως σαν να τον έχει διαγράψει.

Για να καταλάβεις τον άνθρωπο που είναι σήμερα, πρέπει να γυρίσεις πίσω. Πολύ πίσω. Στα 15 του. Τότε ζούσε στα Κάστρα και, όπως περιγράφει, ήταν ένα παιδί που ασχολούνταν με τα μαθήματα και τη ζωή του όπως την ήξερε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Κάπου ανάμεσα στα 15 και τα 25, όμως, εμφανίστηκε ένα έντονο κενό. Μαζί του ήρθε μια τάση φυγής από το σπίτι και μια ανάγκη να βρει κάτι που δεν μπορούσε ακόμη να ονομάσει. Άρχισε να πλησιάζει παρέες που βρίσκονταν λίγο πιο έξω από τα όρια που μέχρι τότε γνώριζε. Παιδιά που κάπνιζαν στις τουαλέτες του σχολείου, γήπεδα και ξενύχτια, μηχανάκια και μια νιότη που αναζητούσε την ένταση.

«Τρίφτηκα, το διεκδίκησα», λέει όταν τον ρωτάω αν αυτές οι παρέες τον πλησίασαν ή αν τις αναζήτησε ο ίδιος. «Εγώ το διεκδίκησα, γούσταρα». Η πρώτη δοκιμή δεν ήταν ευχάριστη.

Ακολούθησαν όμως κι άλλες. Χάπια, ουσίες, παρέες. Το ένα έφερε το άλλο και η χρήση άρχισε να γίνεται κομμάτι της καθημερινότητας.

Δεν περιγράφει την οικογένειά του ως ένα προβληματικό περιβάλλον. Το αντίθετο. Μιλά για μια πολύ αγαπημένη οικογένεια, ανθρώπους που τον εμπιστεύονταν και του έδιναν ελευθερία. Δεν θεωρεί ότι εκεί βρίσκεται η απάντηση.

Σήμερα, περιγράφει την εξάρτηση σαν κάτι που ενεργοποιείται στον άνθρωπο όταν υπάρχει η συγκεκριμένη διαταραχή. Χρησιμοποιεί μάλιστα μια απλή εικόνα: «Είναι σαν να είσαι αλλεργικός στις φράουλες και να τρως φράουλα». Εξηγεί πως ο εθισμός είναι διαταραχή και μάλιστα συγκαταλέγεται στο εγχειρίδιο διαταραχών και το διαχωρίζει από την εξάρτηση.

Στα 20-21 του είχε ήδη καταλάβει ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Είχε υπάρξει έντονα παραβατικός, είχε συλλήψεις, είχε μια δύσκολη εμπειρία στον στρατό και αναγκαστικούς εγκλεισμούς σε ψυχιατρικές δομές.

«Το είχα καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά και δεν περνούσα και καλά. Απλά δεν ήξερα κάτι άλλο να κάνω».

Και προσπάθησε να σταματήσει. Όχι μία φορά. Δοκίμαζε διαφορετικές εκδοχές του «θα το ελέγξω». Να μην παίρνει το αγαπημένο του ναρκωτικό αλλά να πίνει αλκοόλ. Να χρησιμοποιεί μόνο τα Σαββατοκύριακα. Να βρει μια σοβαρή σχέση. Να βρει μια καλή δουλειά. Κάθε φορά πίστευε ότι ίσως αυτό ήταν το κομμάτι που έλειπε. Κάθε φορά επέστρεφε στο ίδιο σημείο.

«Προσπαθούσα μετά τα 20-21 να κόψω με διάφορους τρόπους», λέει. «Και ξανακατέληγα πάλι στα ίδια. Να πίνω κάθε μέρα και ενεργά και να μη με ενδιαφέρει τίποτα άλλο».

Κι όσο η χρήση μεγάλωνε, τόσο οι σχέσεις γύρω του έχαναν τη σημασία τους. Δεν υπήρχε πραγματική σύνδεση ούτε με τις γυναίκες ούτε με τους φίλους ούτε, τελικά, με τον ίδιο του τον εαυτό. Άλλωστε καμία από αυτές τις σχέσεις δεν ήταν αληθινή.

Υπάρχει κάτι παράξενο στον τρόπο με τον οποίο ο Φάνης αφηγείται εκείνη την περίοδο. Δεν στέκεται τόσο στα ακραία περιστατικά που συνέβαιναν γύρω του όσο στην αίσθηση ότι είχε αρχίσει να χάνει τον ίδιο του τον εαυτό. Και τα περιστατικά ήταν πολλά.

Μιλά για συλλήψεις, για νοσοκομεία, για βίαιες καταστάσεις. Έχει μείνει τραυματισμένος, έχει τραυματίσει άλλους, έχει βρεθεί σε καταστάσεις όπου κινδύνεψε η ζωή του. Κάποια στιγμή βρέθηκε σε ένα πλοίο για την Κρήτη χωρίς να ξέρει καν γιατί.

«Δεν με πονούσαν αυτά, με πονούσε ότι μέσα μου δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου». Και κάπου εκεί βρίσκεται ίσως η πιο σημαντική φράση της συζήτησής μας: «Άλλος είχα στο μυαλό μου ότι ήμουνα. Άλλος ήμουν στην πράξη.» 

Η απόσταση ανάμεσα στους δύο άρχισε να μεγαλώνει. Οι δουλειές δεν τον εξέφραζαν. Οι άνθρωποι γύρω του δεν τον εξέφραζαν. Το περιβάλλον που είχε δημιουργήσει τον έκανε να αισθάνεται όλο και πιο μόνο. «Δεν περνούσα εγώ καλά. Και δεν ήξερα τι να κάνω με αυτό».

Από όλες τις ιστορίες που μου διηγείται μου έμεινε μία και είναι σχεδόν κινηματογραφική. Είναι τα γενέθλιά του. Η οικογένειά του βρίσκεται στο τραπέζι, η τούρτα δεν έχει ακόμη κοπεί και εκείνος έχει πάρει χρήματα για δώρο. Λέει στους δικούς του ότι θα πεταχτεί για λίγο κάπου και θα επιστρέψει.

Φεύγει.

Περνούν δυόμισι ώρες.

Όταν επιστρέφει, βλέπει τη μητέρα του να κλαίει. Οι υπόλοιποι έχουν φύγει.

Το παράξενο είναι πως για τον ίδιο δεν έχουν περάσει δυόμισι ώρες. Στο μυαλό του έχουν περάσει τρία, πέντε λεπτά.

«Εγώ νόμιζα ότι κατέβηκα, πήρα τη τσιγάρα και ανέβηκα». Η χρήση είχε πλέον αλλάξει ακόμη και την αίσθηση του χρόνου. Και αυτό που για τον ίδιο έμοιαζε με μια στιγμή, για τους ανθρώπους γύρω του ήταν μια ακόμη απόδειξη ότι ο άνθρωπος που ήξεραν είχε απομακρυνθεί πολύ. Άλλωστε ο εθισμός είναι ένα σεντόνι που σκεπάζει όλους τους συγγενείς “πρώτης επαφής” όπως σωστά πρέπει να ειπωθεί. Κάθετα όρια θα μου πει αργότερα – αυτό πρέπει να κάνουν όσοι έχουν να αντιμετωπίσουν στο περιβάλλον τους άτομα με εθισμό.

Τον ρωτάω αν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη στιγμή. Ένα περιστατικό, μια σύλληψη, ένα νοσοκομείο. Κάτι που τον έκανε να πει «ως εδώ».

Η απάντηση είναι διαφορετική από αυτή που περιμένω.

Το «στοπ» δεν ήρθε επειδή φοβήθηκε μια σύλληψη ή ένα ακόμη επικίνδυνο περιστατικό. Ήρθε επειδή δεν άντεχε πια την απόσταση ανάμεσα σε αυτόν που νόμιζε ότι ήταν και σε αυτόν ήταν στην πραγματικότητα. Τέσσερα χρόνια προσπάθησε πραγματικά να σταματήσει. Απέτυχε ξανά και ξανά, μέχρι που βρήκε κάτι που, όπως λέει, ταίριαξε στον ίδιο: τα 12 βήματα. Η πλήρης αποχή ήταν για εκείνον ένα από τα βασικά σημεία που ξεκλείδωσαν την κατανόηση του προβλήματος. Μέχρι τότε πίστευε ότι μπορούσε να ελέγξει τη χρήση, να κόψει το ένα, να κρατήσει το άλλο, να πίνει «κοινωνικά». Κάποια στιγμή χρειάστηκε ακόμη και μισό μπουκάλι τεκίλα για να βγει από το σπίτι και να συναντήσει κόσμο.

«Είχα τρόμο για να συναντήσω τον κόσμο».

Δεν το καταλάβαινε τότε. Το κατάλαβε αργότερα, όταν μπήκε σε ομάδα και άκουσε έναν άνθρωπο που δεν είχε καμία σχέση μαζί του —έναν αρχιτέκτονα πέντε χρόνια καθαρό— να περιγράφει ακριβώς αυτό που ο ίδιος ζούσε. Τότε κατάλαβε κάτι απλό: ότι υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να σε καταλάβουν επειδή έχουν περάσει από το ίδιο σημείο.

Σήμερα μιλά για εκείνη την πρώτη ομάδα με έναν τρόπο που δεν αφήνει αμφιβολία για τη σημασία της. Τότε, όπως θυμάται, υπήρχαν περίπου 12 άνθρωποι σε ολόκληρη την πόλη, από τους οποίους ενεργοί ήταν μόλις πέντε. Έψαχναν ο ένας τον άλλον, συναντιόνταν, περνούσαν μαζί Χριστούγεννα, έμπαιναν ο ένας στο σπίτι του άλλου όταν κάποιος δεν ήταν καλά. «Ήμασταν οικογένεια».

Στη δική του αφήγηση, σήμερα υπάρχουν περίπου 17 ομάδες και πάνω από 400 ενεργοί άνθρωποι στην πόλη. Δεν μιλά όμως μόνο για αριθμούς. Μιλά για την αίσθηση ότι για πρώτη φορά βρήκε ανθρώπους που δεν χρειαζόταν να τους εξηγήσει τα πάντα. Και κάπου εκεί, η ιστορία του Φάνη παύει να είναι μόνο μια ιστορία εξάρτησης. Γίνεται μια ιστορία για το τι μπορεί να σημαίνει να ξαναφτιάχνεις τη σχέση σου με τον εαυτό σου.

Από την προσωπική διαδρομή στην Αρωγή 12+ 

Κάπως έτσι, η προσωπική του διαδρομή συνδέθηκε και με την Αρωγή 12+. Αυτό που για τον Φάνη ξεκίνησε ως προσωπική αναζήτηση μιας λύσης, στην πορεία έγινε ένας τρόπος να σταθεί δίπλα σε ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί όπου είχε βρεθεί και ο ίδιος. Η Αρωγή 12+ είναι ένας μη κερδοσκοπικός σύλλογος στη Θεσσαλονίκη που ασχολείται με την ενημέρωση και την υποστήριξη γύρω από τη διαταραχή του εθισμού, με έμφαση στις ομάδες αυτοβοήθειας και στην υποστήριξη ανθρώπων που αντιμετωπίζουν προβλήματα εθισμού (αλκοόλ, τζόγο, ναρκωτικά, διατροφικές διαταραχές).

Για τον Φάνη, όμως, η Αρωγή δεν είναι απλώς ένας φορέας. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, συνέχεια εκείνης της πρώτης ομάδας στην οποία ο ίδιος ένιωσε για πρώτη φορά ότι κάποιος καταλαβαίνει πραγματικά τι περνάει. Από τους λίγους ανθρώπους που τότε αναζητούσαν ο ένας τον άλλον στη Θεσσαλονίκη, μέχρι τη σημερινή προσπάθεια, η διαδρομή έχει αλλάξει μέγεθος. Η ανάγκη όμως παραμένει η ίδια: να υπάρχει ένας άνθρωπος στην άλλη άκρη του τηλεφώνου, μια ομάδα, ένας χώρος όπου κάποιος μπορεί να πει «δεν είμαι καλά» χωρίς να χρειάζεται πρώτα να εξηγήσει τα πάντα.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο προσωπικό κομμάτι της δουλειάς του Φάνη. Δεν μιλά για τον εθισμό μόνο ως κάποιος που τον έχει μελετήσει ή ως άνθρωπος που βρίσκεται απ’ έξω. Μιλά ως κάποιος που έχει υπάρξει μέσα του και γνωρίζει πώς είναι να ψάχνεις μια έξοδο χωρίς να ξέρεις ακόμη πού βρίσκεται.

Ο Φάνης είναι σήμερα 52 ετών, έχει τρία πτυχία και εργάζεται ως ψυχολόγος- ψυχοθεραπευτής, έχοντας μετατρέψει ένα κομμάτι της προσωπικής του ιστορίας σε γνώση και εργαλείο για να βοηθά άλλους ανθρώπους. «Εγώ είμαι σαν 27 χρονών συναισθηματικά. Για εκείνον, η ηλικία είναι ένας αριθμός. Οι ρόλοι που έχει σήμερα —όσα κάνει, όσα έχει καταφέρει, οι σχέσεις που έχει δημιουργήσει— είναι πράγματα που, όπως λέει, τα κέρδισε μέσα στην ανάρρωση.

«Είναι θαύμα που ζω», λέει.

Και δεν το λέει με δραματικό τόνο. Το λέει σαν μια διαπίστωση ενός ανθρώπου που ξέρει πολύ καλά πόσο διαφορετική θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί η ιστορία του. Ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της σημερινής ζωής του να μην είναι ότι σταμάτησε τη χρήση. Είναι όσα χρειάστηκε να μάθει μετά. Να μιλά χωρίς να βρίζει όταν κάτι δεν του αρέσει. Να μην απαντά με λεκτική ή σωματική βία. Να αποκτήσει πειθαρχία. Να μάθει να αντιδρά διαφορετικά.

«Αυτά όλα δεν είναι δεδομένα. Τα έκανα προπόνηση για να υπάρχουν.» 

Η ανάρρωση, όπως την περιγράφει, δεν ήταν ένα κουμπί που πάτησε και όλα άλλαξαν. Ήταν μια διαδικασία κατά την οποία χρειάστηκε να ξαναμάθει πράγματα που για πολλούς ανθρώπους μοιάζουν αυτονόητα.

Να μένει. Να ακούει. Να μην εξαφανίζεται. Να επιλέγει.

Μια μέρα την φορά. Η ζωή μετά δεν είναι απαραίτητα μια ήσυχη ζωή. Είναι μια ζωή στην οποία έχει μάθει να επιλέγει. Ο ίδιος λέει πως οι έντονες καταστάσεις που έζησε έχουν αφήσει και κάτι που σήμερα αναγνωρίζει ως χρήσιμο: όταν γύρω του οι άλλοι πανικοβάλλονται, εκείνος παραμένει ψύχραιμος. Δεν χρειάζεται πλέον την ένταση για να λειτουργήσει. Έχει μάθει να τη διαχειρίζεται.

Μιλά για μια διαφορετική σχέση με το στρες, αλλά και για πράγματα που ακόμη επιλέγει να μαθαίνει. Η πειθαρχία, όπως την περιγράφει, δεν είναι αυτονόητη ιδιότητα. Είναι κάτι που εξασκείται. Και αυτό ίσως είναι ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της ιστορίας του: ότι η ανάρρωση για εκείνον δεν τελείωσε τη μέρα που σταμάτησε τη χρήση. Συνεχίστηκε στις μικρές καθημερινές επιλογές.

Προς το τέλος της συζήτησής μας τον ρωτάω πώς αισθάνεται σήμερα όταν μιλά για όλα αυτά.

«Είναι σαν να μιλάω για τρίτο άτομο».

Όμως αυτό το παρελθόν παραμένει βαθιά οικείο. Δεν το αρνείται. Δεν το σβήνει. Απλώς δεν είναι πια το μόνο πράγμα που τον ορίζει. Και κάπου εκεί επιστρέφουμε στην αρχή. Στον Φάνη που στα 15 του ένιωθε ένα κενό και δεν ήξερε πώς να το ονομάσει. Στον Φάνη που στα 20 του ήξερε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αλλά δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Στον άνθρωπο που κάποτε έφτασε να μη γνωρίζει πού βρίσκεται και γιατί βρίσκεται εκεί. Και στον Φάνη που σήμερα μπορεί να κοιτάζει εκείνον τον άνθρωπο σαν τρίτο πρόσωπο. Όχι επειδή τον έχει ξεχάσει. Αλλά επειδή έχει πλέον μια άλλη ζωή.

Είπαμε πολλά που δεν χωράνε στο άρθρο. Μιλήσαμε για την μουσική, για τον πρόσφατο χαμό του δημοφιλούς καλλιτέχνη και για την υποκρισία που, όπως λέει ο Φάνης, συχνά συνοδεύει τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία και το σύστημα αντιμετωπίζουν την εξάρτηση.

Για το κράτος που σε πολλά σημεία έχει κενά ως προς τους χρήστες και τον τρόπο που πολλές φορές οι γιατροί γίνονται νόμιμοι διακινητές συντηρώντας καταστάσεις χωρίς να εστιάζουν στην πηγή του προβλήματος. Ο Φάνης επιμένει πως αν δεν θεραπεύσεις την ψυχή θα το βρίσκεις πάντα μπροστά σου. Για αυτόν εκεί βρίσκεται και η ουσία του προβλήματος: αν δεν αντιμετωπιστεί αυτό που υπάρχει πίσω από τη χρήση, η εξάρτηση δεν παύει πραγματικά να σε ακολουθεί. Η αποχή από την ουσία είναι ένα κομμάτι της διαδρομής· το δύσκολο, όπως επιμένει, είναι να δουλέψεις με όσα σε οδήγησαν εκεί και με όσα εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα σου.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του exostis.gr στην Google

Related stories

Πως ήταν ο κόσμος μας όταν κυκλοφόρησε το GTA V;

γραφει ο Κάπελας Χάρης Παπαδόπουλος Με αφορμή την κυκλοφορία του...

Βιβλιοπρόταση:”Έγκλημα στη Βαρβάκειο Αγορά”

Βιβλιοπρόταση: "Έγκλημα στη Βαρβάκειο Αγορά" Αντιγόνη Πόμμερ   Eκδόσεις: Μελτέμι,  σελίδες:...

Τι σχέση έχουν η Janet Jackson, ένα κατάστημα Ralph Lauren και το «Ventura Highway»;

Το ήξερες; Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια της...