Μερικές φορές ένα πολιτιστικό γεγονός καταφέρνει να γράψει ιστορία όχι για όσα παρουσίασε, αλλά για όσα δεν πρόλαβε ποτέ να παρουσιάσει. Αυτό φαίνεται πως συνέβη με το νέο Φεστιβάλ Ολυμπίων στο Ζάππειο, το οποίο ανακοινώθηκε με φιλοδοξίες, απέκτησε πρόγραμμα, πούλησε εισιτήρια, είδε το υπαίθριο αμφιθέατρό του να κατασκευάζεται και τελικά ακυρώθηκε λίγες ώρες πριν από την έναρξή του. Παραγωγοί, καλλιτέχνες και θεατές βρέθηκαν ξαφνικά αντιμέτωποι με μια κατάσταση που θύμιζε περισσότερο έκτακτη ανάγκη παρά καλοκαιρινή πολιτιστική διοργάνωση.
Το προσωρινό αμφιθέατρο που στήθηκε μπροστά από το Ζάππειο ξηλώθηκε άρον άρον, ενώ οι διοργανωτές των εκδηλώσεων έτρεχαν να βρουν εναλλακτικούς χώρους για παραστάσεις και συναυλίες που είχαν ήδη προγραμματιστεί. Την ίδια στιγμή, χιλιάδες θεατές που είχαν προμηθευτεί εισιτήρια προσπαθούσαν να καταλάβουν τι ακριβώς συνέβη και αν οι εκδηλώσεις θα μεταφερθούν ή θα ακυρωθούν οριστικά.
Κι εδώ ξεκινά η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της ιστορίας. Γιατί το ζήτημα δεν αφορά μόνο ένα φεστιβάλ που δεν έγινε ποτέ. Αφορά μια γνώριμη ελληνική συνήθεια: να προηγείται η κατασκευή, η ανακοίνωση και ο ενθουσιασμός και να ακολουθούν οι άδειες, οι εγκρίσεις και οι απαραίτητοι έλεγχοι. Σαν να θεωρούμε ότι η πραγματικότητα θα προσαρμοστεί τελικά στα σχέδιά μας, ακόμη κι όταν οι διαδικασίες δεν έχουν ολοκληρωθεί.
Το περιστατικό στο Ζάππειο μοιάζει σχεδόν συμβολικό! Σε μια χώρα που συχνά κατηγορείται για υπερβολική γραφειοκρατία, καταφέρνουμε ταυτόχρονα να λειτουργούμε πολλές φορές σαν να μην υπάρχει καθόλου. Πρώτα το στήνουμε, μετά βλέπουμε. Και όταν το «μετά» φτάνει, συνήθως πληρώνουν το κόστος όσοι βρίσκονται στο τέλος της αλυσίδας: οι καλλιτέχνες, οι παραγωγοί και το κοινό. Το αμφιθέατρο ξηλώθηκε μέσα σε λίγες ώρες αλλά μάλλον η αίσθηση που άφησε πίσω του, όμως, θα μείνει για πολύ περισσότερο.



