
Στο Τσινάρι, σε μια από τις πιο όμορφες γωνιές της Άνω Πόλης, υπήρχε κάποτε ένα μικρό κουτούκι που δεν έμοιαζε με τα συνηθισμένα. Η ταβέρνα του «Βλάχου», στην οδό Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου 84, είχε μόλις λίγα τραπέζια, παλιό ταβάνι, τζαμαρία και μια ατμόσφαιρα που δύσκολα περιγράφεται σήμερα.
Ήταν ένας χώρος απλός, σχεδόν πρόχειρος, αλλά με εκείνη τη γοητεία που έχουν τα μαγαζιά στα οποία ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει. Τα καλοκαίρια τα τραπέζια έβγαιναν στο στενάκι και γέμιζαν κάθε γωνιά, ενώ για ένα τραπέζι μπορούσε κανείς να περιμένει για ώρα, βρέξει ή χιονίσει.
Η συκωταριά που έγινε θρύλος
Το μενού φαινόταν πλούσιο, όμως το πιάτο που είχε γίνει σήμα κατατεθέν ήταν ένα: μοσχαρίσια συκωταριά με τηγανισμένο λάχανο και λεμόνι, μια συνταγή που, σύμφωνα με την αφήγηση, είχε έρθει από την Πόλη.
Τη ρετσίνα έφερνε ο κυρ Βασίλης, ο πατέρας του Μανώλη, σε μικρά αλουμινένια καραφάκια. Κι αν κάποιος ζητούσε κάτι διαφορετικό από τη συκωταριά, ο Μανώλης μπορούσε να αρχίσει να απαριθμεί τα πιάτα με τέτοια ταχύτητα, ώστε στο τέλος η επιλογή να ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένη.
Αν κάποιος είχε καιρό να εμφανιστεί, η υποδοχή ήταν χαρακτηριστική: «Έχω να σε δω από την ισπανική υποχώρηση». Και όταν το κέφι ανέβαινε, μια κουδούνα πάνω από το ψυγείο χτυπούσε και το «Παοκάρααα!» ακουγόταν στη γειτονιά.

Εκεί όπου χωρούσε μια ολόκληρη εποχή
Από τα μόλις οκτώ τραπέζια της ταβέρνας πέρασαν άνθρωποι από ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη. Μουσικές, παρέες και γλέντια έδεσαν με τον χώρο και τον έκαναν κάτι περισσότερο από μια απλή ταβέρνα.
Ήταν από εκείνα τα μαγαζιά που δεν χρειάζονταν πολυτέλεια για να αποκτήσουν φήμη. Χρειάζονταν χαρακτήρα.
Η παλιά ταβέρνα καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά τη δεκαετία του ’90. Στη θέση της χτίστηκε αργότερα ένα νέο κτίσμα με ταβέρνα στο ισόγειο, όμως η ατμόσφαιρα του παλιού «Βλάχου» είχε πια χαθεί.
Σήμερα δεν υπάρχει ούτε εκείνο το παλιό κουτούκι ούτε το κτίριο που το στέγαζε. Έχουν μείνει οι φωτογραφίες, οι ιστορίες και οι αναμνήσεις όσων πρόλαβαν να καθίσουν σε ένα από εκείνα τα λιγοστά τραπέζια.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά που κάνει τον «Βλάχο» τόσο ξεχωριστό: δεν ήταν απλώς μια ταβέρνα της Άνω Πόλης. Ήταν ένα μικρό κομμάτι της Θεσσαλονίκης που έφυγε μαζί με μια ολόκληρη εποχή.



