HomeMind the artΒιβλίο«Σώματα Ασώματα»

«Σώματα Ασώματα»

Θα δούλευε στο Παρίσι, σ’ ένα μεγάλο σπίτι που ανήκε σε μια πλούσια σαουδαραβική οικογένεια. Έναν εμίρη. Θα έβγαζε πολλά λεφτά, μέρος των οποίων θα έστελνε στον πατέρα της. Η δουλειά της θα ήταν να προσέχει ένα τσούρμο παιδιά. Νταντά στο Παρίσι ήταν το παραμύθι που χρησιμοποιούσε η Σέλμα. 

«Πριν φτάσουμε στο Παρίσι, θα μείνεις μερικούς μήνες κοντά σε μια πόλη που ονομάζεται Μπλοβάκ», ανακοίνωσε η Σέλμα. 

«Ναι». 

«Θα καθαρίζεις». 

«Ναι». 

«Το αφεντικό σου αποκαλείται Πρέσβης. Έχει τρία παιδιά…δεν είναι ακριβώς διπλωμάτης, αλλά το ίδιο κάνει». 

«Το ξέρω». 

Η αφέλειά της ήταν αφοπλιστική. Ίσως να ήταν απλώς μοιρολατρία. 

Ο πατέρας της την είχε πουλήσει, την πήγαιναν σε μια άγνωστη χώρα και η πιτσιρίκα δεν έβρισκε άλλη απάντηση από το «ξέρω», μπροστά σ’ ένα πεπρωμένο που της διέφευγε. «Στο Παρίσι, Νάντια, ξέρεις…» Σώπασε. Τα μαύρα μάτια της πιτσιρίκας ήταν καρφωμένα στα δικά της, μέσα στο καθρεφτάκι. Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν για μια στιγμή, λες κι ετοιμάζονταν να εκμυστηρευτούν η μία στην άλλη τα μυστικά τους. 

Η Σέλμα συγκεντρώθηκε στην οδήγηση. Θλίψη την κυρίευσε απροειδοποίητα Έπρεπε να αντισταθεί στην ακαταμάχητη ανάγκη να κλάψει. Της ερχόταν να τα παρατήσει όλα. Να εγκαταλείψει το αυτοκίνητο, το κορίτσι, και να φύγει. «Ναι, ξέρω» είπε η Νάντια, όταν έληξε αυτός ο μεγάλος γύρος παρατήρησης. Έγειρε το κορμί της. Ξάπλωσε πάλι, για να κοιμηθεί. Τα μάτια της δεν ήταν πια στο καθρεφτάκι, όπως διαπίστωσε η οδηγός. «Τι ξέρεις;», μουρμούρισε η Σέλμα. «Ξέρεις ότι ο εμίρης σου θα σε βιάζει, θα σε δέρνει, δεν θα σου δίνει φράγκο, και μια μέρα, όταν θα θελήσει να αλλάξει παραστάσεις, θα σε στείλει στο μπουρδέλο»; Ο δρόμος έγινε μια μακριά ευθεία. Ήταν σε τέλεια κατάσταση. Η Σέλμα ψιθύρισε «χαζοκόριτσο» και πάτησε γκάζι.

Σε μια παραγκούπολη κάπου στη βόρεια Αλγερία, μέσα σε μια άθλια τρώγλη φτιαγμένη από τσίγκους και σανίδες, ένας πατέρας μιας φτωχής οικογένειας με οκτώ παιδιά πουλάει τη δεκαπεντάχρονη του κόρη για τέσσερεις χιλιάδες ευρώ. Με τα χρήματα αυτά θα εξασφαλίσει δύο χρόνια ανεκτής διαβίωσης. Μια απεγνωσμένη γυναίκα δουλεύει για λογαριασμό σωματεμπόρων, ενώ παράλληλα αναζητά την κόρη της από τότε που την απήγαγε ο ισλαμιστής σύζυγός της. Αναλαμβάνει να μεταφέρει το κορίτσι από την Αλγερία πρώτα στην Τυνησία, έπειτα στη Σικελία με κατάληξη κάπου στη νότια Γαλλία. 

Ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι που αδημονεί να φτάσει στο Παρίσι για να γίνει πλούσια· άλλωστε πίσω στην πατρίδα της ξέρει πολύ καλά ότι μέσα μερικούς μήνες θα την είχαν παντρέψει με το ζόρι εξαιτίας της αβάσταχτης φτώχειας. Δεν έχει βρεθεί ποτέ σε εστιατόριο, ούτε σε καφενείο ούτε σε κανέναν άλλο δημόσιο χώρο. Την πρώτη φορά που κάθεται να φάει σε ιταλικό εστιατόριο, πίνει τρεις κόλα-κόλες. Είναι η πρώτη φορά που πίνει κόκα-κόλα. Ο τέως στρατιωτικός ακόλουθος της Γαλλίας στην Ακτή Ελεφαντοστού και την Αλγερία είναι ένας άνθρωπος γνωστός με το προσωνύμιο «Πρέσβης» που ζει σ’ ένα πύργο κάπου στη νότια Γαλλία. Διαθέτει πολύ ισχυρές διασυνδέσεις και πολλά χρήματα. Είναι πατέρας τριών υιοθετημένων κοριτσιών από το Καμερούν, το Βιετνάμ και το Περού και προστάτης πλειάδας ορφανών κοριτσιών από την βόρεια Αφρική. 

Πρόκειται για τα «χανουμάκια» του –όπως ο ίδιος τις αποκαλεί- κορίτσια που ο ίδιος διασώζει από την φτώχεια και τα μεταφέρει στη Γαλλία. Τους βρίσκει οικογένειες υποδοχής στο Παρίσι και φροντίζει να τους εκδοθούν τα απαραίτητα έγγραφα για να ζήσουν νόμιμα εκεί. Ένας πρώην αστυνομικός, εγκαταλειμμένος από τα παιδιά του –που τον θεωρούν υπεύθυνο για τον τραγικό θάνατο της μητέρας τους- αποφασίζει να εξιχνιάσει στ’ αλήθεια το μυστήριο που σκεπάζει την τελευταία υπόθεση που είχε αναλάβει πριν από τη συνταξιοδότησή του. Παράλληλα είναι χρεωμένος με το βάρος της ψυχοπαθούς αδερφής του, που είναι έγκλειστη σε ίδρυμα μετά τον θάνατο των δύο γονιών τους. 

Στην έρευνά του θα αναγκαστεί να ζητήσει τη βοήθεια ενός εξαιρετικά πρόθυμου αλλά άπειρου ζιγκολό, που σχεδόν κάθε βράδυ προσφέρει τις χορευτικές και λοιπές υπηρεσίες του σ’ ένα τάνγκο κλαμπ που φέρει την επωνυμία «Σώματα Ασώματα». Και, στο τέλος, από μία λεσβία πρώην συνάδελφό του.

Με το μυθιστόρημά του «Οι φωνές των νεκρών» (Μεγάλο Βραβείο Νουάρ Μυθιστορήματος 2007) ο Ζαν Πιερ Νοζιέρ μιλάει κατά βάση για τους οικογενειακούς και εν τέλει για τους προσωπικούς δεσμούς στη σύγχρονη εποχή. Με κάθε έναν από τους χαρακτήρες που τόσο δεξιοτεχνικά σκιαγραφούνται μέσα από την πλοκή του βιβλίου του, σχολιάζει το ρόλο του πατέρα-αφέντη, της προστάτιδας μάνας, του αφελούς ή του αδίστακτου απογόνου, του ιδανικού συντρόφου, του καλού φίλου και συνεργάτη, του υποδειγματικού οικογενειάρχη. Όλα νουάρ, όλα μαύρα. Μην το χάσετε.

Related stories