HomeInterviewsΣτου Τζίμη για δίσκους, όπως παλιά

Στου Τζίμη για δίσκους, όπως παλιά

Κείμενο: Χρύσα Πλιάκου/ Φωτογραφίες: Ναντια Ζεζιου

Ο κύριος Δημήτρης ή αλλιώς Τζίμης είναι ο ιδιοκτήτης ίσως του πιο παλαιού δισκάδικου και νυν παλαιοπωλείου στη Θεσσαλονίκη. Άπειρα βινύλια γεμίζουν τα ράφια του μαγαζιού και  αμέτρητα κομικς και βιβλία ακόμη από τη δεκαετία του 80 εμπλουτίζουν το μαγαζί και σε περιμένουν, να τα αγοράσεις.

Εκεί στην Αγίου Δημητρίου, τον πιο γνωστό δρόμο της πόλης και σε σημείο, που δεν το πιάνει το μάτι σου, θα βρεις το vintage να αναγεννιέται και να παίρνει άλλη τροπή σε μια σύγχρονη εποχή.

«Γεννήθηκα το ΄49 και μπλέχτηκα από μικρός με την μουσική. Ο πατέρας μου είχε το μεγαλύτερο καμπαρέ στη Θεσσαλονίκη, στυλ παριζιάνικου. Έφερνε νούμερα, τραγουδιστές και μπαλέτα απ’έξω και έτσι από μικρός εκεί μέσα μεγάλωσα. Δεν είναι παράξενο, που μετά έφυγα και έπεσα στη μουσική. Ήταν η ζωή μου. Σαν ντραμίστας ξεκίνησα, έχοντας σπάσει τύμπανα ενός ντραμίστα, για να τα μάθω.

 Μετά πήρα μπάσο, έμαθα, να τραγουδάω και κάπου στη δεκαετία του ΄70 έφτιαξα ένα συγκρότημα γνωστό ως Snakes. Αποφάσισα, να γίνω τραγουδιστής και με βοήθησαν, γιατί κάτι έβλεπαν σε εμένα. Τραγουδούσα Τομ Τζόουνς, μου άρεσε πολύ. Είχα και ως βάση όμως τους Beatles, που στην αρχή τους είδα μαλλιάδες και δεν τους συμπάθησα τόσο. Ώσπου μια μέρα μπήκα σε έναν κινηματογράφο και είδα ταινία τους, από εκεί και πέρα έγινα φανατικός.»

Η τρέλα και η αγάπη του για τη μουσική δεν περιορίστηκε μόνο στη Θεσσαλονίκη, αλλά βγήκε και παραέξω, παίρνοντας ερεθίσματα και από άλλες χώρες και κουλτούρες. Ταξίδεψε σε Σουηδία, Αμερική, Τουρκία αλλά και σε διάφορες πόλεις, όπου και έμεινε αρκετά χρόνια, να κυνηγήσει το όνειρό του σαν μουσικός. «Παρόλο, που η μητέρα μου ήταν στην Αμερική, δεν ήταν τόσο εύκολο, να κάνω την αρχή. Εκεί πρέπει, να έχεις κάποια αξία, για να σε προωθήσει κάποιος.»

«Όταν γύρισα τελευταία χρονιά από τη Σουηδία είπα κάτι πρέπει, να κάνω. Στο επάγγελμα του μουσικού και ειδικά του τραγουδιστή η φάση είναι “φύγε πριν σε διώξει. Μη γίνεις καρικατούρα”. Φαντάζεσαι τώρα να βγω εγώ και να τραγουδάω το ίδιο στυλ για πολλά χρόνια; Δε γίνεται.  Έναν 45άρη, 50άρη, που είναι έτοιμος, να φύγει, δεν τον δέχονται πλέον σαν εικόνα. Γιατί να χαλάσω την εικόνα που είχα; Αν μπορείς, να πετύχεις κάτι στην ώρα του κάν’το τότε.»

Η μουσική ήταν μονόδρομος για αυτόν και δε θα μπορούσε, να κάνει κάτι, που να μη σχετίζεται με αυτό. Άνοιξε λοιπόν μαγαζί με δίσκους το 1977, που ήταν νούμερο ένα στις πωλήσεις εκείνη την εποχή.

«Μου άρεσε η περιοχή, που ήταν το μαγαζί. Έχει κεντρικούς δρόμους κοντά και ήταν ένα μαγαζί, που δεν κρυβόταν. Ξεκίνησα με μόνο 80 δίσκους και ένα πικ απ της πλάκας. Άπειρος και ανήμπορος, σκεφτόμουν τι μπορώ να κάνω, να ανεβάσω πελατεία.

Ήταν η εποχή, που άνθιζαν οι ντίσκο και άρχισα επαφές με Αθήνα και Ιταλία, για να φέρνω δίσκους και να τους πουλάω στα μαγαζιά. Προσπαθούσα, να είμαι σιωπηλός, αλλά να κάνω και την δουλειά μου. Και έτσι βρήκα κάποια νέα άτομα, που ήθελαν, να γίνουν dj και φτιάξαμε έναν σύλλογο.

Δουλέψαμε και το τρέξαμε πολύ. Έκανα και μια άλλη κίνηση. Έβγαλα το αυτοκόλλητο με το όνομα του μαγαζιού, μεγαλούτσικο λίγο κιτσαριστό. Το κολλούσα παντού σε κάθε σημείο, που περνούσα και έτσι το έβλεπαν και έφερνα πελάτες.

Την εποχή του 1980 μέχρι και το 1986 ήταν η καλύτερη για την χώρα και για το μαγαζί. Ήταν η χρυσή περίοδος, όπου ο κόσμος ερχόταν πολύ να αγοράσει, με είχαν μάθει από τα νυχτερινά κέντρα και τις ντίσκο της πόλης και όλοι οι μουσικοί ψώνιζαν από εδώ. Με περίμεναν έξω από το μαγαζί πριν καν ανοίξω, για να ψωνίσουν. Άρχισα, να μην προλαβαίνω εκείνη την περίοδο.»

Περνάνε τα χρόνια και στα μέσα της δεκαετίας του ΄90 πολλά μαγαζιά άρχισαν, να κλείνουν. Ήρθε η πτώση στις πωλήσεις των δισκοπωλείων, πολλά νυχτερινά κέντρα έκλεισαν και οι ντίσκο δεν ήταν πλέον στην μόδα.

Ο κόσμος άρχισε, να ανακαλύπτει νέους τρόπους, για να ακούσει μουσική και τα vintage βινύλια και πικ απ άρχισαν, να χάνονται στον χρόνο. «Αγαπούσα αυτό που έκανα, δεν ήθελα, να κλείσω το μαγαζί και να φύγω και άρχισα να σκέφτομαι, τι μπορώ να κάνω για να μη γίνει ποτέ σούπερ μάρκετ. Μοντέρνο παλαιοπωλείο ήταν η σκέψη και άρχισα να βάζω βιβλία, ζωγραφιές δικές μου, γιατί μου αρέσει, να ζωγραφίζω και μερικά κόμικς. Ήταν η εποχή που δούλεψα ξανά για να πιάσει το μαγαζί. Ήταν λίγο δύσκολο στην αρχή.»

«Βρήκα στίβες περιοδικά από την δεκαετία του 50, κόμικς, που ο κόσμος δεν τα ήξερε και τα έμαθε από το μαγαζί και τώρα χτυπιούνται, για να τα πάρουν. Μετέφρασα κάποια εγώ από άλλες γλώσσες στα ελληνικά και έγραψα και κάποια αφιερωματικά βιβλία για ηθοποιούς που έπαιξαν σε παλιές ταινίες τρόμου και μου κέντρισαν το ενδιαφέρον.

Τα πρώτα είναι «Η Τριάδα του Τρόμου» με τους ηθοποιούς Κρίστοφερ Λι, Πίτερ Κάσινγκ και Βινσεντ Πράϊς. Όπως έχω βγάλει και ένα άλλο βιβλίο που λέγεται «Η Τριλογία του Τρόμου» και πιάνω τρία βασικά θέματα. Μιλάει για τα βαμπίρ, τους λυκάνθρωπους και τα φαντάσματα.»

Όλα τα βιβλία γραμμένα από τον κύριο Τζίμη είναι διαθέσιμα στο «Δισκοπάζαρο» και μπορεί οποιοσδήποτε να τα αγοράσει και να χαθεί στον κόσμο του τρόμου και της φαντασίας!

Σήμερα το μαγαζί εξακολουθεί να τρέχει ως παλαιοπωλείο με βιβλία, ζωγραφιές και κόμικς αλλά και με πολλούς δίσκους και πικ απ της εποχής εκείνης, να πρωταγωνιστούν. Το μαγαζί τα τελευταία 14 χρόνια έχουν αναλάβει η Μαρία και ο Βένος, ένα ζευγάρι και παλιοί πελάτες του μαγαζιού, που το αγάπησαν από την αρχή σαν δικό τους και αποφάσισαν να το αναδείξουν στη σύγχρονη εποχή.

Το Δισκοπάζαρο, Αγίου Δημητρίου 118

 

Related stories

Αυτό είναι το πρόγραμμα του Europride που ξεκίνησε χθες

Με σύνθημα «Persevere Progress Prosper» (Επιμονή Πρόοδος Ευημερία), οι...

Ο Θοδωρος έκανε την αρχαιολογία viral

Συνέντευξη στη Χρύσα Πλιάκου/ Φωτογραφίες: Tάσος Αναγνώστου Σίγουρα έχει πέσει...

Πού μπορείς να φας ακόμη τις πάστες και τα γλυκά των παιδικών σου χρόνων

Μπαμπάδες και ποντικάκια, και παπουτσάκια! Όσα έτρωγαν οι μαμάδες...

Ακούστε εδώ το ΝΕΟ τραγούδι των Tindersticks!

Σχετικά με το νέο single, ο Stuart Staples εξηγεί: «Κάποιοι λένε...

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ | Η Μελίνα Ασλανίδου μιλά στον Εξώστη

Συνέντευξη στο Χρήστο Σατανίδη Την αγαπάμε πολύ… Πάρα πολύ. Διότι...