
Ο Χρήστος Γεωργοκωστόπουλος δεν αντιμετωπίζει το διδακτορικό του ως μια «πρωτιά» που πρέπει απλώς να καταγραφεί. Για τον ίδιο, το γεγονός ότι συγκαταλέγεται στους ελάχιστους Κωφούς διδάκτορες στην Ελλάδα και δραστηριοποιείται στις Θεωρητικές Επιστήμες έχει μεγαλύτερη σημασία για έναν άλλο λόγο: αποκαλύπτει πόσο δρόμο χρειάζεται ακόμη να διανύσει το ελληνικό πανεπιστήμιο για να γίνει πραγματικά προσβάσιμο.
Στη διαδρομή του χρειάστηκε να αντιμετωπίσει όχι μόνο τις απαιτήσεις μιας διδακτορικής έρευνας, αλλά και όσα ο ίδιος περιγράφει μέσα από τον όρο «φόρος της κώφωσης»: τον επιπλέον χρόνο, την ενέργεια και την προετοιμασία που απαιτούνται όταν οι δομές δεν έχουν σχεδιαστεί εξαρχής για έναν Κωφό ερευνητή. Από την οργάνωση της διερμηνείας μέχρι τη δημιουργία επιστημονικής ορολογίας στη νοηματική, πολλές φορές έπρεπε να δημιουργήσει ο ίδιος τις διαδικασίες που θα έπρεπε ήδη να υπάρχουν!
Τι σημαίνει για σένα προσωπικά το γεγονός ότι μόλις έγινες ένας από τους ελάχιστους Κωφούς διδάκτορες στην Ελλάδα, σε ένα πεδίο των Θεωρητικών Επιστημών;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν το σκέφτομαι πολύ ως τίτλο. Tο σκέφτομαι περισσότερο ως ανακούφιση. Πάλεψα χρόνια για κάτι που σε άλλους δίνεται αυτονόητα, και τώρα που τελείωσε, δεν το νιώθω τόσο σαν κατόρθωμα όσο σαν επιβεβαίωση, ότι άξιζε τον κόπο η επιμονή. Δεν βαδίζω, άλλωστε, σε παρθένο έδαφος. Πριν από μένα υπήρξαν άνθρωποι που άνοιξαν ρωγμές σε έναν χώρο που για εμάς τους Κωφούς έμοιαζε για χρόνια σχεδόν αδιαπέραστος. Ο Χρυσόστομος Παπασπύρου το 1990, στο Αμβούργο, στη γλωσσολογία Νοηματικών Γλωσσών, ο οποίος δεν στάθηκε απλώς πρότυπο. Ήταν απόδειξη ότι αυτό που ζητούσα να πετύχω ήταν ήδη εφικτό και η γνώση του με κράτησε στον δρόμο όποτε κλονιζόμουν. Ο Δημήτρης Κουρεμένος το 2020, στις θετικές επιστήμες, και ειδικά στη μοντελοποίηση της Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας για συστήματα μηχανικής μετάφρασης.
Η δική μου διαδρομή έρχεται να προστεθεί σε αυτή τη μικρή αλλά ουσιαστική αλυσίδα, αυτή τη φορά στις Θεωρητικές Επιστήμες. Κι εκεί νομίζω βρίσκεται για μένα το πραγματικό βάρος της στιγμής: ότι έγινε στις Θεωρητικές Επιστήμες, έναν χώρο όπου, απ’ όσο γνωρίζω, δεν είχε προηγηθεί Κωφός ερευνητής στην Ελλάδα. Μέσα στους δικούς μας θεσμούς, με τα δικά τους εμπόδια, σε ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον που ακόμη μαθαίνει τι σημαίνει πραγματική προσβασιμότητα. Και ίσως αξίζει να πω κάτι ακόμα: η ίδια η λογική της «πρωτιάς» ή του «ελάχιστου αριθμού» με κάνει λίγο επιφυλακτικό. Μετράμε ποιος ήταν πρώτος επειδή η απουσία είναι ακόμα ο κανόνας· αν κάποτε αυτό πάψει να είναι είδηση, θα σημαίνει ότι κάναμε πραγματική πρόοδο. Το βλέπω σαν έναν ακόμη κρίκο σε μια αλυσίδα που χρειάζεται να μεγαλώσει, ώσπου να μη χρειάζεται πια να μετράμε καθόλου.
Υπήρξε κάποια στιγμή στην ακαδημαϊκή σου διαδρομή που σκέφτηκες ότι τα εμπόδια ήταν τόσο μεγάλα ώστε να σταματήσεις; Τι σε έκανε να συνεχίσεις;
Υπήρξαν στιγμές δυσκολίας, φυσικά, κάθε ακαδημαϊκή διαδρομή έχει τέτοιες, πόσο μάλλον όταν πρέπει να φτιάχνεις στην πορεία διαδικασίες που δεν υπήρχαν πριν από σένα. Αυτό που με κράτησε όμως δεν ήταν μόνο η επιμονή. Ήταν και η επιβλέπουσά μου, η Γαλήνη Σαπουντζάκη. Η επικοινωνία μαζί της ήταν άμεση, χωρίς τους ενδιάμεσους κόμπους που συνήθως θεωρούμε αναπόφευκτους, καθώς η ίδια είναι επιστήμονας στη γλωσσολογία των νοηματικών γλωσσών, διερμηνέας και άριστη χρήστρια της Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας. Αυτό δεν ήταν απλώς πρακτική διευκόλυνση.
Σήμαινε ότι μπορούσαμε να έχουμε ουσιαστικό επιστημονικό διάλογο χωρίς η γλώσσα να μπαίνει ανάμεσα στη σκέψη και στην έκφρασή της. Δεν ήταν απλώς μια καλή επίβλεψη, ήταν η διαφορά ανάμεσα σε μια διαδρομή που θα με εξαντλούσε και σε μια διαδρομή όπου μπόρεσα τελικά να επικεντρωθώ στην ίδια την επιστήμη. Το λέω, όμως, και με μια σκέψη παραπάνω: δεν είχαν όλοι την τύχη να συναντήσουν έναν/μια επιβλέποντα/-ουσα με αυτό ακριβώς το προφίλ. Κι όσο μια τόσο καθοριστική στήριξη εξαρτάται από ποιον/-α θα συναντήσεις και όχι από θεσμική πρόβλεψη, το ίδιο εμπόδιο παραμένει ανοιχτό για άλλους. Θέλω δηλαδή η αγάπη και ο σεβασμός που έχω για εκείνη να μείνουν ανέπαφα, και ταυτόχρονα να πω ότι κανείς δεν θα έπρεπε να εξαρτάται από το να βρει τη δική του “Γαλήνη” για να τα καταφέρει.

Στην ανακοίνωση του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας γίνεται αναφορά στον λεγόμενο “φόρο της κώφωσης”, δηλαδή στο πρόσθετο βάρος που συχνά επωμίζεται ένας Κωφός ερευνητής. Πώς αποτυπώθηκε αυτό στη δική σου ακαδημαϊκή και ερευνητική πορεία;
Ο «φόρος της κώφωσης», στα αγγλικά ως Deaf tax, είναι όρος πολύ εύστοχος, γιατί ονομάζει κάτι που συνήθως μένει αόρατο, ένα κόστος που δεν πληρώνεται σε χρήματα, αλλά σε χρόνο, σε ενέργεια, σε διαρκή εγρήγορση. Στην πράξη τον έζησα ως διπλή δουλειά, ταυτόχρονη- ένα επιπλέον “βαρίδι” πάνω στην ίδια την έρευνα. Έξι μήνες πριν από την υπεράσπιση, ενώ ένας/μία ακούων/-ουσα υποψήφιος/-α διδάκτορας θα ήταν αποκλειστικά προσηλωμένος/-η στην τελική επεξεργασία της διατριβής και της παρουσίασης του/της, εγώ βρισκόμουν παράλληλα σε εντατική προετοιμασία με τις διερμηνείς μου, όχι μόνο σε επίπεδο ορολογίας και περιεχομένου, αλλά και σε τεχνικό επίπεδο: πώς θα στηθεί ο χώρος ώστε να υπάρχει οπτική επαφή με όλους/-ες τους/τις συμμετέχοντες/-ουσες (δια ζώσης και εξ αποστάσεως), πού θα σταθούν οι διερμηνείς, πώς θα γίνει η εναλλαγή τους και πώς θα διασφαλιστεί τεχνικά η απρόσκοπτη επικοινωνία. Όλα αυτά έπρεπε να έχουν προβλεφθεί και δοκιμαστεί πολύ πριν φτάσουμε στην ίδια την ημέρα. Αυτή η δουλειά δεν φαίνεται πουθενά, δεν μπαίνει σε κανένα βιογραφικό, αλλά ήταν εξίσου απαιτητική με την ίδια τη συγγραφή.
Κάτι αντίστοιχο συνέβη και σε επίπεδο γλώσσας: μεγάλο μέρος της ορολογίας που χρησιμοποίησα δεν υπήρχε καθιερωμένο στην ελληνική βιβλιογραφία της νοηματικής γλώσσας. Δεν βρήκα όρους έτοιμους να τους δανειστώ, έπρεπε πρώτα να τους σκεφτώ, να τους δοκιμάσω, να τους συζητήσω. Γι’ αυτόν τον σκοπό συγκρότησα μια μικρή ομάδα ανατροφοδότησης, με ειδικούς επιστήμονες του πεδίου και με την επιβλέπουσά μου, ώστε κάθε όρος να περνά από συλλογικό έλεγχο πριν καθιερωθεί στο κείμενο. Δεν ήταν, δηλαδή, μια μοναχική διαδικασία επινόησης, αλλά μια διαρκής διαπραγμάτευση νοήματος, τι αποδίδει καλύτερα την έννοια, τι θα γίνει κατανοητό, τι θα αντέξει επιστημονικά. Είναι σαν να σου ζητούν να χτίσεις το εργαλείο, μαζί με άλλους, πριν σου επιτρέψουν να κάνεις τη δουλειά για την οποία το εργαλείο προορίζεται. Άρα ο φόρος δεν βρίσκεται στην κώφωση καθαυτή. Βρίσκεται στην απόσταση ανάμεσα σε αυτό που χρειάζεσαι και σε δομές που δεν σε είχαν καν φανταστεί όταν σχεδιάστηκαν.
Ποιο ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο που συνάντησες: η πρόσβαση στην πληροφορία, οι ίδιες οι ακαδημαϊκές δομές ή τα στερεότυπα των ανθρώπων;
Θα έλεγα οι ίδιες οι δομές, όχι τόσο τα στερεότυπα των ανθρώπων. Στην πλειονότητά τους, οι άνθρωποι που συνάντησα ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν όταν καταλάβαιναν τι χρειαζόμουν. Το πρόβλημα είναι ότι οι δομές δεν είχαν καν προβλέψει την ερώτηση. Δεν υπήρχε, για παράδειγμα, πρωτόκολλο για διερμηνεία σε υπεράσπιση διδακτορικού. Δεν υπήρχε προβλεπόμενη διαδικασία, δεν υπήρχε προηγούμενο να επικαλεστείς όταν κάτι δεν λειτουργούσε. Κάθε φορά που χρειαζόμουν κάτι, δεν έψαχνα πού να απευθυνθώ, έπρεπε πρώτα να διαπιστώσω ότι δεν υπήρχε καν διαδρομή, και μετά να τη φτιάξω μόνος μου, εκ των υστέρων. Αυτό είναι, νομίζω, πιο δύσκολο από την ανοιχτή προκατάληψη. Με την προκατάληψη τουλάχιστον ξέρεις τι αντιμετωπίζεις, τι έχεις απέναντι σου. Μπορείς να τη διαψεύσεις, να την αντικρούσεις. Με το θεσμικό κενό δεν έχεις κάτι συγκεκριμένο να πολεμήσεις. Αν και, βέβαια, η ίδια η τριχοτόμηση της ερώτησης, πρόσβαση, δομές, στερεότυπα, ίσως είναι λίγο τεχνητή. Στην πράξη αυτά τα τρία τροφοδοτούν το ένα το άλλο: μια δομή που δεν προβλέπει τίποτα είναι συχνά η υλική αποτύπωση ενός στερεοτύπου που ποτέ δεν φαντάστηκε Κωφούς μέσα στην ακαδημία. Το ένα δεν λύνεται χωρίς το άλλο.
Πόσο εύκολο είναι σήμερα για έναν Κωφό φοιτητή στην Ελλάδα να συμμετέχει πραγματικά ισότιμα σε ένα πανεπιστήμιο και όχι απλώς να βρίσκεται μέσα σε αυτό;
Το να «βρίσκεσαι μέσα» και το να «συμμετέχεις ισότιμα» δεν είναι το ίδιο πράγμα, κι όμως συχνά συγχέονται ως επιτυχία. Σήμερα, ένας/μια Κωφός/-ή φοιτητής/-τρια μπορεί να εγγραφεί, να παρακολουθήσει, να πάρει πτυχίο. Αυτό είναι αναμφισβήτητα πρόοδος σε σχέση με το παρελθόν. Αλλά το αν θα κατανοήσει ένα μάθημα την ίδια στιγμή που το κατανοούν οι συμφοιτητές/-τριες του/της, το αν θα μπορέσει να συμμετάσχει σε μια συζήτηση σε real time, το αν θα έχει πρόσβαση σε βιβλιογραφία στη δική του γλώσσα, όλα αυτά εξακολουθούν να εξαρτώνται από συγκυρία, όχι από κατοχυρωμένο δικαίωμα. Αν το τμήμα σου τύχει να έχει κάποιον/-α ευαισθητοποιημένο/-η, αν βρεθεί διερμηνέας διαθέσιμος εκείνη τη μέρα, αν ο/η διδάσκων/-ουσα δεχτεί να προσαρμόσει κάτι, τότε συμμετέχεις. Αν όχι, απλώς παρευρίσκεσαι.
Αυτή η διαφορά έχει συνέπειες που δεν φαίνονται αμέσως: ένας/μια φοιτητής/-τρια που καταλαβαίνει το 70% ενός μαθήματος δεν είναι απλώς λίγο πιο αργός/-ή, μαθαίνει να αρκείται σε λιγότερα, να μη ρωτά όταν κάτι του διαφεύγει, να θεωρεί φυσιολογικό το κενό. Και αυτό είναι το πιο ύπουλο κομμάτι της ανισότητας: δεν σε εμποδίζει ανοιχτά, σε συνηθίζει σιγά σιγά σε λιγότερο. Οπότε η απάντηση είναι: μπορείς να μπεις στο πανεπιστήμιο πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι παλιά. Το αν θα σταθείς μέσα του ισότιμα, αυτό ακόμα δεν είναι εξασφαλισμένο, είναι κάτι που κερδίζεις κάθε φορά ξανά, ανάλογα με το πού θα βρεθείς.
Η έρευνά σου αφορά τη διδασκαλία της νοηματικής γλώσσας ως δεύτερη γλώσσα. Τι μπορεί να μας μάθει η νοηματική όχι μόνο για τη γλώσσα, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και οργανώνουμε τον κόσμο γύρω μας;
Η νοηματική γλώσσα καταρρίπτει μια υπόθεση τόσο βαθιά ριζωμένη, ώστε σπάνια τη σκεφτόμαστε: ότι η γλώσσα χρειάζεται τον ήχο για να υπάρξει πλήρως. Οι νοηματικές γλώσσες έχουν φωνολογία, μορφολογία, σύνταξη, σημασιολογία, πραγματολογία, όλα όσα συγκροτούν μια φυσική ανθρώπινη γλώσσα. Μόνο που το γλωσσικό υλικό τους δεν είναι ο ήχος, είναι τα χέρια, το σώμα, το βλέμμα, η κίνηση και ο χώρος. Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια για τους γλωσσολόγους, είναι ένδειξη ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν διαθέτει μία και μοναδική αρχιτεκτονική για να οικοδομεί νόημα. Αυτό ακριβώς με ενδιαφέρει ερευνητικά: τι συμβαίνει όταν, στη δεύτερη γλώσσα, δεν αλλάζει μόνο η γλώσσα αλλά και η τροπικότητα (modality), ο τρόπος που αυτή πραγματώνεται.
Ένας/μια ακούων/-ουσα ενήλικας που μαθαίνει ΕΝΓ δεν αντιμετωπίζει απλώς νέο λεξιλόγιο, αλλά καλείται να αναδιατάξει βαθιά εδραιωμένες γλωσσικές συνήθειες: να αξιοποιήσει τον χώρο γραμματικά, να συντονίσει πολλαπλούς αρθρωτές, να διαχειριστεί πληροφορία που εκφράζεται όχι μόνο διαδοχικά αλλά και ταυτόχρονα. Και εδώ βρίσκεται, νομίζω, το πιο γοητευτικό σημείο. Οι φωνούμενες γλώσσες βασίζονται κυρίως στη γραμμική ακολουθία, η πληροφορία ξεδιπλώνεται διαδοχικά στον χρόνο.
Οι νοηματικές γλώσσες μπορούν να εκφράζουν πολλαπλές πληροφορίες ταυτόχρονα την ίδια στιγμή, χρησιμοποιώντας το σώμα και τον χώρο ως συστατικά της ίδιας της γραμματικής. Αυτό αλλάζει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τι είναι, τελικά, γλώσσα: όχι ήχος που μεταφέρει σκέψη, αλλά σύστημα που οργανώνει νόημα, και ο ήχος είναι ένας δρόμος προς αυτό, όχι ο μοναδικός. Σαν να γνωρίζαμε μέχρι τώρα ένα μόνο παράθυρο του ανθρώπινου γλωσσικού νου, και ξαφνικά να ανοίγει ένα δεύτερο. Μια τελευταία επιφύλαξη, όμως: δεν θέλω αυτό να ακουστεί σαν ρομαντικοποίηση. Το ότι η νοηματική αποκαλύπτει άλλες δυνατότητες του νου δεν σημαίνει ότι η κατάκτησή της είναι εύκολη, ειδικά ως δεύτερη γλώσσα, σε ενήλικη ηλικία. Όπως κάθε γλώσσα, υπόκειται σε κανόνες, και χρειάζεται τον ίδιο χρόνο και προσπάθεια που θα απαιτούσε η εκμάθηση οποιασδήποτε άλλης γλώσσας.
Υπάρχει κάτι που οι ακούοντες συνήθως δεν καταλαβαίνουν για την Κοινότητα των Κωφών και θα ήθελες να αλλάξει;
Ναι. Νομίζω ότι πολλοί/-ές ακούοντες/-ουσες εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται την κώφωση πρωτίστως ως απουσία, ως κάτι που λείπει. Κι έτσι συχνά αντικρίζουν την Κοινότητα των Κωφών μέσα από το ερώτημα «τι δεν μπορούν να ακούσουν;», ενώ το πιο ενδιαφέρον ερώτημα θα ήταν ίσως «τι έχουν δημιουργήσει μέσα από έναν διαφορετικό τρόπο πρόσληψης, επικοινωνίας και γλωσσικής έκφρασης;». Η Κοινότητα των Κωφών δεν συγκροτείται μόνο από μια κοινή εμπειρία κώφωσης. Συγκροτείται από γλώσσα, ιστορία, κοινωνικούς δεσμούς, κοινές εμπειρίες και έναν κατεξοχήν οπτικό τρόπο επικοινωνίας που έχει διαμορφώσει τη δική του πολιτισμική πραγματικότητα: χιούμορ, αφήγηση, ποίηση, τρόπους έκφρασης και αφηγηματικές δυνατότητες που αξιοποιούν το σώμα, τον χώρο, την κίνηση και το βλέμμα με τρόπους διαφορετικούς από εκείνους των φωνούμενων γλωσσών. Και φυσικά δεν πρόκειται για μια ομοιογενή κοινότητα. Υπάρχουν διαφορετικές ταυτότητες, διαδρομές και σχέσεις με τη νοηματική γλώσσα.
Αυτό που θα ήθελα κυρίως να αλλάξει είναι η ιδέα ότι η προσβασιμότητα αποτελεί κάποιου είδους παραχώρηση ή ιδιαίτερη μεταχείριση. Δεν είναι χάρη. Είναι η προϋπόθεση ώστε διαφορετικοί άνθρωποι να μπορούν να σταθούν στον ίδιο χώρο με ίσους όρους. Σε αυτή τη μετατόπιση παραπέμπει και η έννοια του Deaf Gain στη διεθνή βιβλιογραφία: από το Hearing Loss στο Deaf Gain, δηλαδή, αντί να εστιάζουμε αποκλειστικά σε αυτό που θεωρείται ότι «χάνεται», να αναγνωρίζουμε και όσα αναδύονται μέσα από μια διαφορετική αισθητηριακή, γλωσσική και πολιτισμική εμπειρία. Η οπτική πρόσληψη του κόσμου, η αξιοποίηση του χώρου και μια γλώσσα που οργανώνει το νόημα μέσω του σώματος, της κίνησης και της ταυτόχρονης άρθρωσης δεν αποτελούν υποκατάστατα της φωνής. Είναι διαφορετικές δυνατότητες της ανθρώπινης εμπειρίας και της γλώσσας. Ίσως, τελικά, χρειάζεται να αλλάξει το ίδιο το βλέμμα: να πάψουμε να μετράμε τον Κωφό άνθρωπο με βάση την απόστασή του από τον ακούοντα. Και τότε η συζήτηση μετακινείται από το «πώς θα βοηθήσουμε τους Κωφούς να χωρέσουν» στο «πώς θα φτιάξουμε χώρους που να χωρούν εξαρχής περισσότερους τρόπους ύπαρξης, αντίληψης και επικοινωνίας».

Τι θα πρέπει να αλλάξει άμεσα στα ελληνικά πανεπιστήμια ώστε ένας Κωφός ή βαρήκοος φοιτητής να μην εξαρτάται κάθε φορά από την «καλή διάθεση» ενός τμήματος ή κάποιων ανθρώπων;
Θα έλεγα ότι χρειάζεται μια μετατόπιση από την καλή πρόθεση στη θεσμική εγγύηση, από την «καλή διάθεση» στην καθολική προσβασιμότητα. Και λέω επίτηδες «καθολική», γιατί δεν υπάρχει ένας μόνο τύπος Κωφού/-ής ή βαρήκοου/-ης φοιτητή/-τριας. Υπάρχουν άνθρωποι με διαφορετικά γλωσσικά και επικοινωνιακά ρεπερτόρια. Κάποιοι/-ες χρειάζονται διερμηνεία στη νοηματική γλώσσα, άλλοι/-ες μετατροπή ομιλίας σε κείμενο, άλλοι/-ες συνδυασμό διαφορετικών οπτικών μέσων πρόσβασης. Ένα σύστημα που προβλέπει μία μόνο λύση μπορεί να είναι προσβάσιμο για κάποιους/-ες και να παραμένει απρόσβατο για άλλους/-ες.
Έχει γίνει ένα σημαντικό θεσμικό βήμα: πλέον προβλέπεται Μονάδα (ή υπηρεσία) Ισότιμης Πρόσβασης σε κάθε ελληνικό ΑΕΙ. Αυτό έχει αξία, γιατί σημαίνει ότι η προσβασιμότητα παύει τουλάχιστον θεσμικά να θεωρείται έκτακτη περίπτωση. Η θεσμοθέτηση, όμως, είναι η αρχή, όχι το τέλος. Μια δομή χρειάζεται επαρκείς πόρους, σταθερότητα, σαφείς αρμοδιότητες και πραγματική δυνατότητα παρέμβασης, ώστε η πρόσβαση να μη χρειάζεται να επαναδιαπραγματεύεται κάθε φορά από τον/την ίδιο/-α τον/την φοιτητή/-τρια.
Αν έπρεπε να ξεχωρίσω τρία πράγματα, θα έλεγα πρώτα σταθερή και προβλέψιμη χρηματοδότηση, όχι λύσεις κατά περίπτωση. Δεύτερον, προβλεπόμενα πρωτόκολλα που να καλύπτουν ολόκληρη την ακαδημαϊκή ζωή, όχι μόνο την παρακολούθηση ενός μαθήματος: εξετάσεις, εργαστήρια, πρακτική άσκηση, συνέδρια, ερευνητικές διαδικασίες, ακόμη και την υποστήριξη μιας μεταπτυχιακής ή διδακτορικής διατριβής. Και τρίτον, ίσως το ουσιαστικότερο, εκπαίδευση του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού, ώστε η προσβασιμότητα να μην προστίθεται εκ των υστέρων, αλλά να ενσωματώνεται εξαρχής στον σχεδιασμό, αυτό που στη διεθνή βιβλιογραφία λέγεται universal design. Αυτά δεν πρέπει να επαφίενται στη μεμονωμένη διαπραγμάτευση κάθε φοιτητή/-τρια, είναι ζήτημα πολιτικής, όχι καλής θέλησης.
Για μένα, ο στόχος είναι πολύ απλός: ένας/μια Κωφός/-ή ή βαρήκοος/-η φοιτητής/-τρια να διαβεί τις πύλες ενός πανεπιστημίου και να μη χρειάζεται να επωμίζεται ο/η ίδιος/-α την ευθυνη της πρόσβασή του/της. Να μη φτάνει μαζί με τις σπουδές του/της και η αγωνία για το αν θα υπάρχει διερμηνεία, αν θα μπορεί να παρακολουθήσει, σε ποιον/ποια πρέπει να απευθυνθεί και τι θα χρειαστεί πάλι να εξηγήσει από την αρχή. Γιατί όσο η πρόσβαση εξαρτάται από το ποιον άνθρωπο θα συναντήσεις, δεν έχουμε ακόμη περάσει πλήρως από την καλή πρόθεση στο δικαίωμα. Και ένα δικαίωμα που ενεργοποιείται μόνο όταν κάποιος/-α είναι αρκετά επίμονος/-η για να το διεκδικήσει, δεν λειτουργεί ακόμη ως αυτονόητο δικαίωμα.
Η δική σου παρουσία ως ερευνητή αλλάζει και κάτι βαθύτερο: τα άτομα με αναπηρία περνούν από τη θέση του «αντικειμένου μελέτης» στη θέση εκείνων που παράγουν οι ίδιοι γνώση. Πόσο σημαντική θεωρείς αυτή τη μετατόπιση;
Τη θεωρώ ίσως την πιο ουσιαστική μετατόπιση απ’ όλες, σημαντικότερη ακόμη και από τον ίδιο τον τίτλο. Για δεκαετίες, τα άτομα με αναπηρία, και οι Κωφοί/-ές ειδικότερα, υπήρξαν κατεξοχήν αντικείμενα παρατήρησης και ταξινόμησης, μέσα από ένα αμιγώς ιατρικό ή αποκαταστασιακό πρίσμα. Κάποιος/-α άλλος/-η έθετε το ερώτημα, κάποιος/-α άλλος/-η αποφάσιζε τι άξιζε να μελετηθεί, κάποιος/-α άλλος/-η ερμήνευε τα δεδομένα και έγραφε το τελικό κείμενο. Ο/Η Κωφός/-ή άνθρωπος ήταν το δεδομένο της έρευνας, όχι αυτός/-ή που παρήγαγε την ερμηνεία της.
Η στιγμή που αυτό αλλάζει δεν είναι απλώς αλλαγή ρόλου. Είναι μετατόπιση στο ποιος/-α έχει λόγο στην παραγωγή της γνώσης (epistemic agency). Όταν ένας/μια Κωφός/-ή ερευνητής/-τρια θέτει τα δικά του/της ερευνητικά ερωτήματα, επιλέγει τη μεθοδολογία του/της και προσεγγίζει τα δεδομένα έχοντας ταυτόχρονα επιστημονική κατάρτιση και βιωματική γνώση, τότε στο πεδίο εισέρχεται μια οπτική που για μεγάλο διάστημα έλειπε. Και βέβαια η βιωμένη εμπειρία δεν υποκαθιστά την επιστημονική μέθοδο ούτε απαλλάσσει τον/την ερευνητή/-τρια από την ανάγκη αναστοχασμού. Μπορεί όμως να αποτελεί πηγή γνώσης: να επιτρέπει την αναγνώριση αποχρώσεων, την ανάδυση διαφορετικών ερωτημάτων, ακόμη και την αμφισβήτηση κατηγοριών που από μια εξωτερική οπτική έμοιαζαν αυτονόητες.
Αυτό βρίσκεται, για μένα, πίσω από τη μετάβαση από το «μιλούν για εμάς» στο «συμμετέχουμε κι εμείς στην παραγωγή της γνώσης». Και βέβαια, αναγνωρίζω ότι το να μιλάω εγώ τώρα, από τη θέση του ερευνητή με τίτλο, για αυτή τη μετατόπιση, είναι από μόνο του μέρος του ίδιου φαινομένου που περιγράφω, δεν στέκομαι έξω από αυτό που αναλύω. Αυτό δεν το θεωρώ αντίφαση που πρέπει να λυθεί, αλλά κάτι που πρέπει να παραμένει ορατό: η γνώση που παράγω κουβαλά και τη δική μου θέση, δεν είναι ουδέτερη. Ίσως τελικά αυτό είναι το ουσιαστικότερο: οι άνθρωποι που για χρόνια βρίσκονταν κυρίως μέσα στα δεδομένα της έρευνας, να αρχίσουν να βρίσκονται και πίσω από τα ερευνητικά ερωτήματα.
Αν σε παρακολουθεί σήμερα ένας νεότερος Κωφός μαθητής ή φοιτητής που σκέφτεται ότι η ακαδημαϊκή πορεία «δεν είναι για εκείνον», τι θα ήθελες να του πεις;
Θα ήθελα πρώτα απ’ όλα να του/της πω κάτι πολύ απλό: η απουσία δεν είναι απόδειξη. Το να μη βλέπεις γύρω σου πολλούς σαν εσένα δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει θέση για σένα, σημαίνει απλώς ότι κανείς δεν την είχε ακόμα χαράξει. Δεν θα του/της πω ψέματα ότι θα είναι όλα ρόδινα. Θα χρειαστεί να διεκδικήσει πράγματα που σε άλλους/-ες δίνονται χωρίς κόπο, να εξηγήσει ξανά και ξανά αυτονόητα, να αντέξει τη σιωπή εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει ήδη απάντηση. Αλλά ας μην κάνει ποτέ το λάθος να πάρει τα εμπόδια του συστήματος και να τα φορέσει σαν δικό του/της ελάττωμα.
Αυτό που τον/την σταματά δεν είναι αυτός/-ή ο ίδιος/-α, είναι ένας ακουοκεντρικός κόσμος που δεν έμαθε ακόμα να τον/την περιμένει. Και δεν χρειάζεται να μοιάσει σε κανέναν για να αποκτήσει θέση εκεί. Η επιστήμη δεν προχωρά επειδή όλοι σκέφτονται το ίδιο, προχωρά ακριβώς όταν κάποιος φέρνει μαζί του μια ματιά που δεν υπήρχε πριν. Οπότε αν σήμερα νιώθει πως αυτός ο δρόμος δεν είναι γι’ αυτόν/-ήν, του/της ζητώ μόνο ένα πράγμα: μην το θεωρήσει οριστικό. Ίσως ο χώρος να μην έχει μάθει ακόμη να τον/την περιμένει, αυτό δεν σημαίνει πως δεν τον/την χωράει. Γιατί κάπου, χρόνια πριν, κάποιος άλλος στάθηκε στην ίδια αβεβαιότητα και προχώρησε παρ’ όλα αυτά. Κι έπειτα κάποιος άλλος. Κι εγώ. Και τώρα του λέω εγώ: μη σταματήσεις εδώ. Οι πρώτοι ανοίγουν δρόμους πληρώνοντας οι ίδιοι το κόστος. Ο δικός σου ρόλος, αν θες να τον δεχτείς, είναι απλώς να προχωρήσεις σε έναν δρόμο που πια δεν χρειάζεται να ανοίξεις μόνος/-η, χρειάζεται μόνο να τον περπατήσεις.



