HomeUrbanitiesUrbanities

Urbanities

When the moon hits your eye like a big pizza pie, that's amore λένε στη Νάπολη. Βάλε μου να φάω, πάρε μια καρέκλα δίπλα μου και πες μου για το Μιλάνο. Ζύμη παχουλή και λαστιχωτή. Μύρισε ξύλο από το φούρνο – έπιασε η ζέστη το πρόσωπο μου. Βρέχει έξω και στο τζάμι γράφω το όνομά σου.

Ήταν ένα από εκείνα τα βράδια που είμαι μόνος. Τελείωσα με τη δουλειά και περπατούσα στο δρόμο, μονάχος και σκεφτικός με μία εφημερίδα τυλιγμένη κάτω από τη μασχάλη – με βασανίζει η ιδέα της συμπαντικής δικαιοσύνης τελευταία. Η πόλη θύμιζε ησυχαστήριο, βρεγμένοι δρόμοι, οξύθυμα αυτοκίνητα και άδεια κτίρια – όλοι τρέχουν στα σπίτια τους για να δουν κάτι στην τιβί – έχει κάτι ή απλά είμαστε προγραμματισμένοι; Κλεινόμαστε, απομακρυνόμαστε, αποφεύγουμε, φοβόμαστε κι έχουμε κάτι βρεγμένα όνειρα που πάνε να ξεθωριάσουν. Χειμώνιασε, πιάσαμε το κασκόλ, κοντεύουμε να πνιγούμε και δεν λέμε να το χαλαρώσουμε. Λέμε “σ’ αγαπώ” αλλά δεν θέλουμε να χορέψουμε μαζί στη βροχή. Λίγο σαν ιταλικός κινηματογράφος μου βγήκε όλο αυτό, ασπρόμαυρες εικόνες, μία Vespa που πέρασε φορτσάτη και μία πιτσαρία που ξεπρόβαλε στο δρόμο μου για να με σώσει από την εργένικη διατροφή. Ενθουσιάστηκα με την ιδέα να κλείσω τα φώτα, να χάσει ο κόσμος γύρω μου το χρώμα του κι όλα να βυθιστούν στο black & white φίλτρο του σκηνοθέτη μου. Μπήκα στην Pizza Poselli. Εδώ θα βρω amore σκέφτηκα και το μυαλό μου έκανε το ταξίδι μπροστά στα μάτια σου για να σου εξομολογηθεί για άλλη μια φορά, να κοινωνήσει από το στόμα σου και να σου προσφέρει ένα κομμάτι Tartufo.

Κάθε φορά που μπαίνω στην Pizza Poselli, η πρώτη μου σκέψη είναι ο κρυστάλλινος πολυέλαιος που δεσπόζει στο χώρο, μεγάλος και εμβληματικός σχεδόν, φωτίζει τη σάλα και δίνει μία καινούρια εικόνα στις πιτσαρίες της πόλης μας. Στη συνέχεια η ανοιχτή κουζίνα καλωσορίζει τους πεινασμένους – δόξα τω Θεώ είμαστε μπόλικοι – και αρωματίζει αμαρτωλά το χώρο. Το κτίριο, από τα διασημότερα διαμάντια της αρχιτεκτονικής αυτής της πόλης, είναι του Ιταλού Βιταλιάνο Ποζέλι ο οποίος δεν αρκέστηκε στο να σχεδιάσει τη Στοά Μαλακοπής αλλά και άλλα ιστορικά κτίρια της πόλης μας – τον φαντάζομαι να είναι από εκείνους τους κοντούς και εκκεντρικούς Ιταλούς, με στριφογυριστό μουστάκι και fedora. Κάθισα στη μπάρα του μαγαζιού, άφησα τη ζέστη από τους φούρνους να ζεστάνει το πρόσωπό μου για να χάσει αυτό το τρομαγμένο [παγωμένο] ύφος που είχε – ήμουν ανάμεσα σε «ιταλούς» άλλωστε και έπρεπε να είμαι σικ και χαλαρός. Ο σεφ Μάνος, εκτός από το σκούφο του φορούσε κι ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, μιλούσε δυνατά κι έκανε φοβερές χειρονομίες με τη ζύμη – της φερόταν σαν παιδί, την πασάλειβε με λαδάκι, τη χάιδευε και την πετούσε στον αέρα περιμένοντας να χαχανίσει σαν μπόμπιρας. Μου μιλούσε για τα υλικά, για την αξία της πρώτης ύλης κι έπαιρνε ένα ύφος παθιασμένο όταν έκανα ερωτήσεις για [φαινομενικά] ασήμαντα πράγματα. Μου πρότεινε να δοκιμάσω την Pizza Poselli [signature pizza που προτείνω ανεπιφύλακτα] άγρια ρόκα, φλοίδες παρμεζάνας, προσούτο και τρουφόλαδο που με τίναξαν στο ταβάνι με τη γεύση τους. Η ζύμη μαλακή από μέσα αλλά τραγανή εξωτερικά με βοήθησε να διψάσω κι έτσι ανοίξαμε μια δροσερή μπίρα στην υγειά των Ιταλών αδερφών μας. Γύρω μου κόσμος να πηγαινοέρχεται, παρέες να συζητάνε, τηλέφωνα και μηνύματα να κτυπάνε κι εγώ στη μπάρα να σκέφτομαι πως είσαι εκεί κι είμαι εδώ. Η συμπαντική αδικία που σου έλεγα.

Συνέχισα τις σκέψεις μου, βυθίστηκα στις εικόνες των καλοντυμένων Ιταλών με τη γοητεία να στολίζει κάθε τους κίνηση – δεν τους νοιάζει τίποτα στη ζωή, γλεντάνε, μιλάνε δυνατά, αγαπάνε παράφορα κι ερωτεύονται καθημερινά. Με το ίδιο πάθος ζήτησα από το Μάνο να φτιάξει και μία Tartufo – έχει πάνω ξαπλωμένη βουβαλίσια μοτσαρέλα, κάτι ντροπαλά ντοματίνια και το extravagant πατέ τρούφας που μου έχει αιχμαλωτίσει την καρδιά.

– «Ένα ταξίδι στη Ρώμη ή στο Μιλάνο πρέπει να κάνω τον καινούριο χρόνο», είπα στο Γιώργο και χαιρέτησα αλά ιταλικά. Ciao!

 

Till next week
Μην αφήσεις να σε τρομάξει τίποτα

Related stories