HomeUrbanitiesUrbanities

Urbanities

Βόλτα στους δρόμους, καφέδες και μπισκότα με αμύγδαλα, νιάτα με σκούφους και σκισμένα τζιν, μεγάλες κυρίες με Hermes. Φθινόπωρο Αυγούστου. Υπάρχουν ακόμα λουλούδια στο βάζο. Κόπιασε να σε φιλήσω. Συνάντηση στην πόλη, το φλερτ που κρατάει την καρδιά μου στα χέρια του, η κολλητή που θέλει πανάκριβα τακούνια και ο ουρανός που μας φιλοξενεί. Αυτό που λέμε ερωτική πόλη, γραμμένο στα graffiti όλης της πόλης – μηνύματα ενός έρωτα συννεφιασμένου κι άλλα αποδοχής και απόρριψης, ο Λειβαδίτης κι ένα καπουτσίνο. Δέντρα που πασχίζουν να μεγαλώσουν – εχθρός ο οδηγός που κυνηγάει θέσεις, μια ζαρντινιέρα με μπόλικο χρώμα. Μου λείπεις και είσαι εδώ.

Καθώς γράφτηκε στον ουρανό το πρώτο φθινοπωρινό μήνυμα βγήκαν δειλά οι πρώτες ομπρέλλες και τα μπουφάν, πλύθηκαν οι κουβέρτες και ήρθαν τα πρώτα βαζάκια μαρμελάδας από το νησί. Στους δρόμους βλέπεις την πρώτη υγρασία και τα φύλλα κολλάνε στην άσφαλτο, τράβηξε πολύ αυτό το καλοκαίρι και σίγουρα ο παππούς εκεί πάνω μας προσέχει – θα κοπιάσει ο χειμώνας κι αυτό είναι αρκετό. Οι δειλές εκδηλώσεις του ήλιου είναι πλέον λιγοστές, σιγά σιγά έχουμε ανάψει το θερμοσίφωνα για ζεστό μπάνιο και τα μπουρνούζια μυρίζουν Lenor και αγάπη. Πάντα έλεγα πως το φθινόπωρο στη Θεσσαλονίκη είναι πολύ όμορφο, είναι κάτι που έχει να κάνει με τη νοσταλγία, το μάζεμα στο σπίτι και το πλύσιμο των μαγιό. Συναντιόμαστε στα σπίτια, προσκαλούμε το φλερτ για σπιτικά ντίνερ και ντρινκς και ρίχνουμε το σακάκι εκτάκτως στους ώμους – δεν θέλουμε ακόμα να κουμπωθούμε. Όλοι θέλουμε να μιλάμε για το καλοκαίρι που πέρασε, εκείνο τον έρωτα που μας άφησε ένα βράδυ με την καρδιά φουντωμένη και το ηλιοβασίλεμα στη Σαντορίνη που μύριζε τσιγάρα και κράσι.

Έρχεται το πολυπόθητο Σάββατο, εκείνη η μέρα που παίρνεις ένα φίλο, την κολλητη ή το jack Russell [αν έχεις] και κατηφορίζεις στο κέντρο. Παίρνεις ένα λεωφορείο κι ένα καπουτσίνο, ανοίγεις τους χάρτες της πόλης, ψάχνεις να φας ένα cupcake, βρίσκεις φίλους και καταλήγεις να περνάς τη μέρα στους δρόμους ή αραχτός σε ταβερνάκια. Περπατάς αργά, βλέπεις κόσμο, παρατηρείς τη λιακάδα που χτυπάει στον απέναντι τοίχο τις αφίσες συναυλίας που έχει περάσει και πέφτεις πάνω σε γνωστούς. Ρουφάς τον καφέ σου και λες ιστορίες της καθημερινότητας στον διπλανό σου. Θυμάσαι τότε που μου έλεγες ότι έχεις ανάγκη την καθημερινότητα – και στεναχωρήθηκα – ήθελα κι εγώ τέτοια μαζί σου, να ακούμε τους “Your hand in mine” και να κρατάμε σφιχτά τα χέρια μας. Η πόλη μυρίζει κολόνιες, ακριβά αρώματα έχουν τυλίξει καρπούς και λαιμούς, κάτι κασκόλ βλέπω να κυματίζουν στο κάθε βήμα και τα καρότσια φορτωμένα με παιδιά που κοιμούνται.

Η βόλτα στην Προξένου Κορομηλά ξεκινάει με μία στάση στο νέο μου φίλο τον Τόμμυ στο Design Spot. Παίρνω δύο εσπρεσσάκια και biscotti και περνάω να πω γειά. Στο μαγαζί μπαίνουν ζευγάρια, μητέρες με το γιο που φεύγει στο Λονδίνο και μία γάτα που τρίβει τη γούνα της στην είσοδο. Στον τοίχο παρατηρώ κάτι μαξιλάρια, κάποια ριγέ και άλλα μονόχρωμα που θα πήγαιναν στον καναπέ φίλης. Βγαίνουμε στο πεζοδρόμιο να κάνουμε ένα τσιγάρο και αξιολογούμε την πεζοδρόμηση και τα δειλά δεντράκια που έχει φυτέψει ο Δήμος – κάποιες φορές η αλλαγή πρέπει να έρθει από μέσα, να θελήσουμε να αγαπήσουμε αυτή την πόλη [γιατί της αξίζει]. Δυο κορίτσια γελάνε στο δρόμο, κρατάνε κάτι λουλούδια και καπνίζουν κάτι λεπτά λευκά τσιγάρα. Η μία φοράει κοκκάλινα γυαλιά και καθώς περνάει από μπροστά μας σαν παγώνι μου κλείνει το μάτι. Το φλερτ δεν είναι κακό, ζεσταίνει το πρόσωπο, ζωντανεύει το χαμόγελο και ανασταίνει τους παλμούς της καρδιάς.

Το τηλέφωνο κτυπάει, τα κορίτσια με περιμένουν για καφέ στο Cafe Balkan και δίχως καθυστέρηση παίρνω την τσάντα μου και τρέχω να τα συναντήσω. Διασχίζω την Προξένου Κορομηλά παρατηρώντας τις βιτρίνες, τα χαμογελαστά παιδιά που αράζουν στα καφενεία και τα μηχανάκια που πηγαινοέρχονται σαν μέλισσες. Σκέφτομαι τη Gallery Μέλισσες και θυμάμαι τα καδράκια που ήθελα να σου πάρω δώρο – έχουν θέμα κάτι ομπρέλες, ένα αερόστατο και κάτι πουλιά. Όλα αυτά σε μαύρο κι άσπρο, έτσι ακριβώς όπως είναι η ζωή μερικές φορές. Στο μεταξύ ξεχνιέμαι, ταξιδεύω πάντα όταν σε σκέφτομαι, κοντοστέκομαι στο ταξιδιωτικό βιβλιοπωλείο Traveller και ψάχνω να βρω χάρτες για το επόμενο μας ταξίδι. Εκεί βρίσκω κάθε λογής χάρτες, για οδήγηση, περπάτημα, χάρτες παγκόσμιους και ναυτικούς, ρίχνω ένα φλέβαρο στα λευκώματα με φωτογραφίες και χαμογελάω σκεφτόμενος τον τρόπο που γνωριστήκαμε. Εσύ κι εγώ ανάμεσα σε εικόνες και άπειρα like, λίγο μετά μου κρατούσες το χέρι και μύριζες το λαιμό μου. Συνέρχομαι, κάθε ξενιτεμένος και μια ραγισμένη καρδιά λένε – αγοράζω ένα χάρτη για ένα μυστικό νησί και σκέφτομαι να στο κάνω δώρο στις 13 του Νιόβρη. Το μαγαζί γεμάτο μέχρι πάνω με βιβλία και χάρτες ενώ το τουβλάκι συμπληρώνει τη ζεστασιά. Καθυστερημένα φτάνω στο Balkan και τα κορίτσια είναι ήδη στο δεύτερο τους καφέ, κάθονται με φόντο την ευφάνταστη ταπετσαρία με τις φυλλωσιές κάτω από τον πελώριο καθρέφτη. Κοιτάζομαι, ξετυλίγω το κασκόλ και κάνω νόημα για τον καφέ μου – εδώ έχω πιει καφέδες και κρασιά, έχω συζητήσει ώρες κι έχω φανταστεί την ταινία του έρωτα μας. Μαγαζί κινηματογραφικό, σχεδόν από τα 20s και λίγο baroque με νότες νοσταλγίας. Η μουσική είναι πάντα εύστοχη, γλυκιά κι ερωτική, ο κόσμος καλοντυμένος κι εγώ ξαφνικά πεινασμένος.

Στη Θεσσαλονίκη θα βρεις πάντα κάτι να φας, καλο φαγητό και γεμάτες γεύσεις. Στο Κάπελα μπορείς να αράξεις με φίλους και να απολαύσεις μυρωδιές και γεύσεις. Θα έρθεις εδώ με το αγόρι/κορίτσι σου, θα απλώσεις τα πιάτα στα τραπέζια με φίλους και θα ονειρευτείς ένα νησί ή μία trattoria στα ξένα. Ο Στέφανος είναι ήδη εδώ και πιάνουμε κουβέντα για το design και το ταξίδι του στο Παρίσι. Ξενύχτι, ποτό και αχαλίνωτος έρωτας λέει κυκλοφορεί στο Παρίσι. Παντού έρωτας, εσύ και τα μάτια σου κυκλοφορούν στο μυαλό μου – ευτυχώς το κρασί είναι άφθονο και μυρωδάτο, πίνω και αγναντεύω τη θάλασσα που κυματίζει απέναντι μου στον ορίζοντα. Το αεράκι της αρωματίζει τις γειτονιές τριγύρω και ο σερβιτόρος μιλάει για γλυκά. Φαγοπότι όβερ και τα αγόρια προτείνουν να πιούμε μαργαριτές στο El Burrito – δεν αντιστέκομαι καθόλου, πάντα αφιερώνω χρόνο στις μυρωδιές της τεκίλας και του Μεξικού και παίρνω θέση στο πολύχρωμο πεζοδρόμιο με τις γλάστρες στο πεζούλι. Τα κορίτσια εδώ είναι από τα πιο όμορφα της πόλης, γλυκές και εξυπηρετικές φέρνουν τις αμαρτωλές μαργαρίτες τη μία μετά την άλλη.

Ο ήλιος βουλιάζει νωρίτερα πλέον στο μπλε της θάλασσας και αναρωτιέμαι αν υπάρχει χρόνος να δω φίλους στο Πάνθεον. Με το που φτάνω παραγγέλνω ένα prosecco και χαμογελάω στους θαμώνες που γλεντάνε από τόσο νωρίς, ένα αγόρι στη γωνιά φλερτάρει με τα μηνύματα στο κινητό κι ο barman κτυπάει γεύσεις στο shaker του. Εδώ μ’αρέσει και είμαι χαμογελαστός, ξεχνάω την καθημερινότητα κι ερωτεύομαι τον όμορφο κόσμο. Απέναντι σχεδόν βλέπω το Flipside, το μαγαζί θρύλος στην πόλη που έχει αφήσει εποχή με τους αιώνιους έφηβους και τις ροκιές τους. Στο μαγαζί μαζεύονται παρέες και πίνουν καφέδες, ποτά σε ψηλά και χαμηλά ποτήρια και κάτι κοπελιές με τζιν και δερμάτινα. Στο βάθος κι ανάμεσα από το σκοτάδι βλέπω το dj booth και τις πινακίδες στον τοίχο, ένα hardcore American dream και τέτοια εδώ μέσα.

Η ώρα είναι περασμένη, με περιμένει η συντροφιά μίας ταινίας στο σπίτι κι εκείνο το Cabernet Merlot που θυμίζει τα χείλη σου. Θα βάλω να δω Sliding Doors, θα χαθώ στο νόημα του timing και του serendipity και θα σε σκέφτομαι. Παίρνω κι εφόδια μαζί μου, σταματάω στο Noodle Bar και παραγγέλνω noodles, μία μερίδα prawn crackers και σουπίτσα για ζεστασιά. Αυτό θα πει γεμάτη μέρα, ζωντανή πόλη κι άσε τους άλλους να λένε. Αυτή η πόλη μπορεί να ζήσει και θέλει να βιώσει.

Till next week
Αγάπησε τα ταξίδια σου

Related stories