HomeUrbanitiesUrbanities

Urbanities

Στο μονοπάτι εκείνο το ανηφορικό, στης μοναξιάς το στενό που συνορεύει με τις νωπές μνήμες του πόνου, βρίσκεις μπροστά σου το Γολγοθά. Κοιτάς το βουνό και σκιάζεσαι, τρομάζεις που είναι τόσο μεγάλες οι πέτρες και τόσο γυαλιστερές, ξέρεις πως θα κατρακυλήσεις, ίσως να πληγωθείς και να ματώσεις. Στο μονοπάτι αυτό βλέπεις δεξιά κι αριστερά σπαρμένα αγκάθια, ανέμελα, ατημέλητα και άτακτα – δεν ξέρουν τι θα πει πόνος αυτά, μόνο τον προκαλούν. Πιο ψηλά, στην κορυφή θεριεύει ένας κεραυνός, σκίζει τον ουρανό και πέφτει στη γη με απειλές και φοβέρες. Οι φωνές του φτάνουν ίσα με τον Άδη και φρεσκάρουν στη μνήμη το μαρτ

ύριο Σου. Εκεί πάνω βλέπεις τη Μάνα να δακρύζει, σαν ποίημα να οδύρεται και να κτυπάει το στέρνο της σκεφτόμενη τον πόνο της γέννας, την ανακούφιση της πρώτης μέρας στο σχολείο, το πρώτο σου φλερτ και τις ιστορίες της Ζωής. Βαθιά μέσα της είναι περήφανη, χαμογελάει η ψυχούλα της μέσα από τον πόνο αλλά υποφέρει ταυτόχρονα σαν καράβι στη φουρτούνα που σκάει στα βράχια και τσακίζεται. Τέτοιος είναι ο Πόνος, ισόβιος τ

ύραννος, σκληρός, αυθαίρετος και αμείλικτα δαπανηρός.

Κάπου στη μέση σκοντάφτεις [είναι το φορτίο βαρύ] θέλεις να πιείς ένα ποτήρι νερό, δεν βρίσκεται κάποιος να σου σκουπίσει τον ιδρώτα και εσύ κοιτάς προς τον ουρανό, θυμωμένος σαν είναι σου θυμίζει τον Πατέρα σου, αυτός όμως κλαίει με μεγάλες σταγόνες. Το ποτάμι των ματιών του φτάνει στη γη, αγκαλιάζει βίαια τη Μάνα και τυλίγεται στο σώμα της σαν καπνός από τσιγάρο – στις μεγάλες λύπες την πλημμυρίζει, την γεμίζει, την πονάει σαν εραστής που έχει μεθύσει στα Λαδάδικα. Είσαι και εσύ εξοργισμένος, νιώθεις να αδικείσαι, πονάει μέσα σου ο πόνος και σε βασανίζει η θλίψη. Ανηφορίζεις αγκομαχώντας. Πονάς αλλά οδεύεις. Είσαι δρομέας σε Ολυμπιακό στάδιο. Ανηφορίζεις και καταριέσαι. Αναρωτιέσαι φωναχτά: «Ηλί Ηλί λαμά σαβαχθανί;» Τέτοιος είναι ο Πόνος, ισόβιος τύραννος, σκληρός, αυθαίρετος και ανεξίτηλος.

Στην κορυφή βλέπεις τα σύννεφα να ανακατεύονται και να αφρατεύουν σαν ζύμη. Τεντώνονται και αλλάζουν χρώμα – σκουραίνουν, πολεμάνε και ενώνονται, είναι και κάτι κορδέλες φως που παιδεύονται να δραπετε

ύσουν, σκίζουν τα σύννεφα και παίρνουν εξιτήριο, είναι βιοπαλαιστές του Ουρανού όπως και Εσύ. Ξάφνου σε πιάνει η πρώτη ηλιαχτίδα [είσαι μούσκεμα από τα δάκρυα του Πατέρα] και σ’ αρέσει, σε στεγνώνει και σε ανακουφίζει, τα πρώτα μαντάτα λένε πως θα τα καταφέρεις. Εκεί που πιάνει να στεγνώσει το δέρμα σου [αφήνει μια αλμύρα η βροχή] σκάει και το πρώτο αεράκι, καθαρίζει τον Ουρανό και διώχνει μακριά τη μούχλα της Παρασκευής. Κατακλύζεσαι από Φως, γεμίζεις ζεστασιά, ιδρώνεις λίγο και βγάζεις το μπλουζάκι σου – ξέρεις πως ήρθε το Τέλος. Είσαι γεμάτος Όνειρα. Το βουνό γύρω σου γίνεται ξάφνου πεδιάδα, μύρια λουλούδια στου Παραδείσου το περβόλι που μυρίζουν τόσο έντονα – είναι σαν τα πρωινά εκείνα που βάζεις μπουγάδα.

Κάνε κουράγιο Ελλάδα. Ο Γολγοθάς είναι μεγάλος αλλά η Ανάσταση είναι μια κο

ύκλα κοπελιά που σε περιμένει. Τα μαλλιά της μυρίζουν ροδόνερο και αλισμαρί. Ανεμίζουν στον άνεμο. Αγκαλιά της θα γίνεις.

Καλή Ανάσταση.

Related stories