HomeUrbanitiesUrbanities

Urbanities

Για άλλη μία φορά κάθισα δίπλα στο παράθυρο και κοίταξα έξω. Αυτή τη στιγμή ήμουν αλλιώς. Ήμουν πάλι μόνος αλλά είσαι εκεί έξω. Φυσούσα τον καπνό μου συστηματικά έξω από το παράθυρο, το ξενοδοχείο δεν ανέχεται κακούς τρόπους συμπεριφοράς και το απέδειξε ο επιμελώς ευγενικός κύριος στην υποδοχή. Σκεφτόμουν το κείμενο του εξώστη που επείγει, τον καυγά των Μαροκινών που είδα το μεσημέρι – μέρα με τη μέρα η γειτονιά γίνεται πιο βίαιη, πιο απαιτητική, σχεδόν ιερόσυλη. Η άσφαλτος σήμερα είχε ιστορίες να πει, μίλησε το παρελθόν και είπε στο παρόν να φύγει, να ταξιδέψει. Έτσι και έγινε, έφυγε για άλλες πόλεις, ταξίδεψε το μυαλό και το σώμα μαζί. Είδε άλλα και έζησε πολλά. Η θέα του Λυκαβηττού απέναντι μου κάνει περίεργη, δεν είναι ακόμα καθημερινή, μοιάζει να θέλει να σου πει στο αυτί αλλά η πόλη από κάτω βράζει και το απαγορεύει.

Ημέρα εθνικής αναστάτωσης και η ερωμένη του νότου με έχει αγκαλιά. Τελευταία με τραβάει στο μπούστο της και μου τραγουδάει Ξυλούρη και Μάνο, με κοιμίζει με χαμόγελο και με δροσίζει με το φιλί της. Είναι αμαρτωλή και μ’ αρέσει. Είναι σχεδόν πρόστυχη, αλλά τι είναι πρόστυχο πλέον; Το πρωινό μου το πέρασα στα πόδια της, είδα το καϊμάκι από τον καφέ μου να στεγνώνει στο φλυντζάνι και να σχηματίζει σύννεφα και λιακάδες. Έχει ζέστη και είναι ωραία. Φόρεσα ένα πουκάμισο λευκό με ρίγες στους ώμους σαν τη γαλανόλευκη. Δεν είχα πρόθεση να το παίξω εθνικό σωματείο – μου το ’φερε η στιγμή – αισθάνθηκα όμως την ομορφιά και τη γαλήνη, ένιωσα στο πετσί μου την Ακρόπολη να φυτεύει αγάλματα και το άρωμα της Πλάκας να μυρίζει θυμίαμα και λεβάντα. Έπιασα το χέρι της Ηρεμίας από τη μία και της Γαλήνης από την άλλη και περπάτησα στην Κωνσταντινουπόλεως, ο Σκούφιας με φώναξε άλλη μια φορά στη φωλιά του. Καθίσαμε έξω στο πεζοδρόμιο, ήπιαμε τον ήλιο στο ποτήρι μας και μία παγωμένη μπύρα για να ξεδιψάσουμε. Ο σερβιτόρος έφερε Κρητικά τυροπιτάκια, βουτήξαμε στο βαλσάμικο της σαλάτας και χορέψαμε βαλς με τη ρόκα και το μαρούλι. Η μυρωδιά ήθελε να φύγει, να έρθει να σε βρει, ταξίδι αμαρτίας και ενοχής μαζί. Στον ουρανό πάλευαν δύο σύννεφα, μοναχικά και αχνά – η πόλη σήμερα αναστέναζε για το παρόν και στο πιάτο μας ο μπακαλιάρος έβαζε τις φωνές στον Έλληνα που ξεχάστηκε. Ο πουρές μελιτζάνας παχύρευστος και αρωματικός ήρθε και κάθισε δίπλα μου, μας μίλησε για τις μέρες που έρχονται και ζήτησε να δεσμευτούμε ότι θα υπάρξει και συνέχεια – αγχωμένος εγώ τον μάζεψα στο πιρούνι μου και του είπα αντίο. Ξεπλύναμε το στόμα με άλλη μια γουλιά μπύρας και κοιταχτήκαμε. Το απόγευμα δρόσιζε.

Στην Πειραιώς τα αυτοκίνητα πείσμωναν, θυμωμένοι οδηγοί επέστρεφαν στην καθημερινότητα τους και εγώ έψαχνα τρόπους για να κρατήσω αγκαλιά αυτό το σούρουπο. Ήθελα να ξεκουραστώ, ήθελα να πλύνω τα μάτια μου με το νερό που έτρεχε γάργαρο στα πόδια μου. Και μου ’ρχεται στο νου: «Κι εγώ κοιτάζω σιωπηλός το χώμα το βρεγμένο, σαν κάρβουνο αναμμένο η ομορφιά πονά» του Χαρούλη.

Till next week

Be proud.

Related stories