HomeMind the artΘέατροΤο ξύπνημα της Άνοιξης (Μια παιδική τραγωδία)

Το ξύπνημα της Άνοιξης (Μια παιδική τραγωδία)

Ένα αργό, μα σταθερό Ξύπνημα της Άνοιξης



To Ξύπνημα της Άνοιξης είναι ένα έργο τομή για την εποχή του. Γράφτηκε το 1890-1891 από τον Φρανκ Βέντεκιντ. Είναι ένα έργο επηρεασμένο από το κίνημα του εξπρεσιονισμού στο θέατρο και πραγματεύεται την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα των νέων και την γενικότερη καταπίεση που υφίστανται οι νέοι άνθρωποι λόγω των ηθών και των αξιών μιας συντηρητικής κοινωνίας. Η κοινωνία αυτή, πνίγει τα παιδιά της.

Πολύ εύστοχος, θεωρώ είναι ο τίτλος που έδωσε στο έργο του, ο Βέντεκιντ ''Το ξύπνημα της Άνοιξης''(και ως υπότιτλος ''Μια παιδική τραγωδία''). Τα παιδιά σιγά σιγά μεγαλώνουν, ανθίζουν, όπως τα λουλούδια την άνοιξη, ''ξυπνάνε'' και αναπτύσσονται. Έχουν ανάγκη να μάθουν την αλήθεια, έχουν ανάγκη να εκφραστούν, να ανοιχτούν και να μπορέσουν να μιλήσουν φωναχτά για όλα αυτά τα πράγματα που τους προβληματίζουν. Τι γίνεται , όμως όταν αυτό το ξύπνημα παρεμποδίζεται. Όταν υπάρχει ένας τοίχος που το σταματάει και το εμποδίζει να αναπτυχθεί περαιτέρω. Ο τοίχος αυτός, το στοπ αυτό, γεννάει και σταδιακά τρέφει την καταπίεση. Η καταπίεση όσο πάει και μεγαλώνει. Και κάποια στιγμή σαν ένα παραφουσκωμένο μπαλόνι θα σκάσει. Αυτό είναι η τραγωδία. Μια παιδική τραγωδία. Μια παιδική, γιατί τα παιδιά παύλα νέοι, δεν έχουν καταλάβει τίποτα. Σαν πιόνια, απλά τους συμβαίνουν πράγματα. Πράγματα που δεν μπορούν να εξηγήσουν και που όταν ζητάνε απελπισμένα μια εξήγηση, όταν αναζητάνε την αλήθεια, για να καταλάβουν πως είναι ο κόσμος, οι μεγάλοι, τους απαντάνε με ψέματα. Με υποκρισία. Πιστεύουν ότι δεν είναι έτοιμα να μάθουν. Η κοινωνία δεν τους επιτρέπει τέτοιες ελευθερίες και έτσι τα καταστρέφει. Μια αυτοκτονία, μια έφηβη καταλάθος έγγυος, μια έκτρωση που οδήγησε σε θάνατο, ξύλο, κλάμα, δυστυχία, απαγορεύσεις και ένα μεγάλο γιατί. Γιατί; Γιατί συμβαίνουν αυτά τα πράγματα; Πολλά ερωτήματα που μένουν αναπάντητα και στους νέους του έργου, αλλά και σε εμάς που το παρακολουθούμε.

Η παράσταση

Τον παραπάνω προβληματισμό μας μετέφερε επί σκηνής η Δήμητρα Λαρεντζάκη σε μια παράσταση καθαρή και καλά μετρημένη με λειτουργικές χωρικές επιλογές. Το κείμενο του Βέντεκιντ, το θεωρώ αρκετά δύσκολο να μεταφερθεί επί σκηνής. Ο τρόπος που διαρθρώνει το κείμενό του( με μικρές σκηνές) και οι μικρές κορυφώσεις που υπάρχουν σε συνάρτηση με το περιεχόμενο( αρκετά μαύρο) μπορεί να παγιδέψουν τον σκηνοθέτη στο να δημιουργεί λούπες, που λόγω της επανάληψης της φόρμας σιγά σιγά θα χάνουν το χρώμα τους, θα ξεθωριάζουν και θα κουράζουν. Ως επί το πλείστον, η Λαρεντζάκη καταφέρνει να μην πέσει σε αυτή την παγίδα και να διατηρήσει ζωντανό το κείμενο μέχρι τέλους. Η επιλογή κάποιων σπασιμάτων, όπως την στιγμή που οι νέοι εξεγείρονταν και τα κάνουν όλα λίμπα, ήταν καίρια για να μην ατονήσει το έργο. Ενδιαφέρουσα και αρκετά ατμοσφαιρική και εικαστικά όμορφη ήταν η επιλογή της να βρίσκονται όλοι οι ηθοποιοί επί σκηνής και όταν διαδραματίζεται μια σκηνή, να γίνονται παράλληλες σιωπηλές δράσεις. Οι δράσεις αυτές γείωναν τις σκηνές και λειτουργούσαν ως ένα σημείο φυγής του ματιού του θεατή, κάνοντας τον να βιώσει ίσως και πιο έντονα την σκηνή, Βλέποντας κάτι άλλο και ακούγοντας κάτι άλλο.

Ενστάσεις έχω, όσον αφορά, τον μελοδραματικό τόνο της παράστασης που μερικές φορές υπερτόνιζε τα γεγονότα, ενώ δεν χρειαζόταν. Επίσης, το βίντεο και το ποίημα της Πολυδούρη που χρησιμοποιήθηκε δεν ταίριαζε καθόλου στο κλίμα της σκηνής. Επιπροσθέτως, η παρέμβαση της γυναίκας με τα μαύρα επί σκηνής, τσινούσε. Το στυλ ένδυσης της ξεχώριζε από των υπολοίπων χαρακτήρων, αλλά δεν κατάλαβα ακριβώς ποια ήταν, δεν ήταν καθαρό και φάνταζε σαν κάτι έξτρα που όμως δεν ταίριαζε στο έργο, χανόταν, λόγω της έντονης σκηνικής δράσης και γινόταν περιττή. Αν είχε καθοριστικό ρόλο στην σκηνοθεσία, θα έπρεπε να τονιστεί καλύτερα.

Ερμηνείες

Και στις υποκριτικές ερμηνείες υπήρχε ένας μελοδραματικός τόνος, μια υπερβολή και στην ένταση και στο πάθος. Η δύναμη που απέπνεαν πολλοί από τους ηθοποιούς φαινόταν κούφια. Παρόλα αυτά, τα σώματα τους ήταν εύπεμπτα και η κινησιολογία που ανέπτυσσαν στις σιωπηλές σκηνές, έρρεε. Η σκηνογραφική επιμέλεια της Λαρεντζάκη ήταν εύστοχη, καλαίσθητη και δημιουργούσε τους κατάλληλους χώρους επί σκηνής. Τα κοστούμια απέπνεαν ένα άρωμα εποχής και συντηρητισμού καλά τοποθετημένο. Οι φωτισμοί του Νίκου Τσολερίδη, μετρημένοι, όμως σε σημεία άστοχοι. Λόγου χάριν, προς το τέλος που βλέπαμε ένα φως να ξεχωρίζει σε μια ''ομογενοποιημένη'' σκηνή, χωρίς όμως να συμβολίζει κάτι. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, το φως έγινε σημαντικό στην δράση. Γιατί όμως υπήρχε ως μουτζούρα στην προηγούμενη σκηνή;



Συμπέρασμα

Το ξύπνημα της άνοιξης είναι ένα δύσκολο κείμενο που μετατράπηκε σε μια παράσταση αρκετά καθαρή που σε κρατάει ως το τέλος, χωρίς όμως να έχει υποκριτικές ερμηνείες που ξεχωρίζουν.



*Φωτογραφίες Τάσος Θώμογλου


Related stories

Οι Θεσσαλονικείς: Βασίλης Μπαμπούλας, Ιδιοκτήτης οίκου τελετών

Περιέγραψε τη Θεσσαλονίκη με μία φράση  Μία πόλη με απεριόριστες...

50 χρόνια Βασίλης: Βασίλης Παπακωνσταντίνου στη Θεσσαλονίκη

50 χρόνια κλείνει φέτος ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου στην ελληνική...

Δόμνα: Η ιστορία της θρυλικής ταβέρνας, είναι η ιστορία της Ελλάδας

Επιμέλεια: Χρήστος Κόκκινος / Φωτογραφίες: Nίκος Αραμπατζής Ιστορίες της Δόμνας...

Οι λεμονατζήδες της Θεσσαλονίκης: «Λεμονάδα μπούζι-μπούζι!»

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει...