HomeMind the artThe Doctor, δια χειρός Κατερίνας Ευαγγελάτου

The Doctor, δια χειρός Κατερίνας Ευαγγελάτου

γράφει το Θεατρόφυλλο

Με ένα πολύπλευρο, σύνθετο και τρομερά επίκαιρο θέμα καταπιάνεται η Κατερίνα Ευαγγελάτου στη νέα της σκηνοθετική δουλειά που παρουσιάζει στο Αμφιθέατρο Σπύρου Α. Ευαγγελάτου. Το έργο The Doctor γραμμένο μόλις το 2019 από τον Robert Icke είναι, όπως γράφει και το δελτίο τύπου, πολύ ελεύθερα βασισμένο στο έργο του Άρτουρ Σνίτσλερ Professor Bernhardi.

Στο πρωτότυπο έργο του, πολλές φορές ταλαιπωρημένου από τη λογοκρισία και τις απαγορεύσεις, Αυστριακού Άρτουρ Σνίτσλερ ένας Εβραίος γιατρός απαγορεύει σ’ έναν καθολικό ιερέα να μεταλάβει ένα μελλοθάνατο δεκατετράχρονο κορίτσι του οποίου η αποτυχημένη έκτρωση, οδήγησε σε σηψαιμία. Ο Icke στο δικό του έργο διατήρησε το βασικό αυτό περίβλημα, τις ηλικίες, τις ιδιότητες και τις φυλετικές ταυτότητες αλλά προέβη σε ορισμένες βασικές αλλαγές και προσθήκες. Μερικές από τις βασικότερες είναι ότι πλέον ο Professor Bernhardi γίνεται Ruth Wolf κι είναι γυναίκα, η κλινική μετατρέπεται σε ένα ινστιτούτο για την καταπολέμηση και τη θεραπεία της άνοιας, (διαχωριστικές) ταυτότητες προστίθενται όχι μόνο στη γιατρό και τον ιερέα αλλά και στους υπόλοιπους χαρακτήρες και όλο αυτό διαδραματίζεται στο σήμερα με την απόδοση της δικαιοσύνης να γίνεται μέσω τηλεοπτικών debate και κυρίως, μέσω social media και τακτικών αποκαθήλωσης όπως το cancel culture.

Πράγματι το έργο και τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται, θέματα πολιτικής ταυτοτήτων κατά κύριο λόγο, μας απασχολούν ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα. Ωστόσο, θεωρούμε πως το κείμενο παρουσίασε ορισμένες δραματουργικές αδυναμίες. Μέσα στο ρεαλιστικό, κατά τα άλλα, σημερινό σκηνικό χρόνο που διαδραματίζεται το έργο μας ήταν αδιανόητο από την αρχή μέχρι το τέλος πώς κάποια γιατρός και μάλιστα σε διευθυντική θέση με έντονο το αίσθημα της οργάνωσης, της πειθαρχίας, των τύπων και του απαρέγκλιτου προγραμματισμού αποφάσισε μόνη της να φέρει σε μία κλινική, που όπως είπαμε ασχολείται με την άνοια, ένα περιστατικό σήψης. Κι ας δεχθούμε ότι ναι, κάποιες στιγμές είναι και άνθρωπος και ήταν συναισθηματική η επιλογή της αυτή. Πώς γίνεται κανείς, παρά μόνο ένας που πήγε κάτι να ψελλίσει στην αρχή του έργου πριν καν συμβεί οτιδήποτε στην κυρίως πλοκή, να μην αναφέρεται σ’ αυτό το γεγονός; Πώς γίνεται ακόμη κι όταν βάλλεται από τους πανελίστες να μην βρεθεί ένας να ρωτήσει την πιο λογική ερώτηση ενώ η κατηγορούμενη συνέχιζε να επαναλαμβάνει ότι θεραπεύει την άνοια!

Πέραν τούτου, υπήρχαν κατά τη γνώμη μου και κάποιες ακόμη μικρές αστοχίες που πιθανόν να οφείλονται και στη μετάφραση του έργου, όπως για παράδειγμα το να αποκαλεί ο γιατρός (Σταύρος Καλλιγάς) έναν άλλον γιατρό (Κίττυ Παϊταζόγλου) «γιατρουδάκι» την ώρα που υποθέτεις ότι είναι τουλάχιστον ίσοι στην ιεραρχία, ενώ αργότερα στο συμβούλιο αποκαλύπτεται πως είναι και ανώτερός του. Κι ίσως αυτό να μην είχε τόση σημασία κατά τα άλλα αν δεν επρόκειτο για ένα έργο που αφενός παίζει με τα status και τις δυναμικές και αφετέρου επιμένει για αρκετή ώρα στο β΄μέρος στη σημασία της γλώσσας και στην αξία της ακριβολογίας.

Το σημαντικότερο που κόμισε η παράσταση αυτή, και για τον λόγο αυτό στεκόμαστε κιόλας τόσο στο κείμενο εις βάρος των υπόλοιπων συντελεστών της θεατρικής παραγωγής, είναι η συζήτηση γύρω από το ζήτημα των ταυτοτήτων αλλά και της ιεράρχησης αυτών. Ποια ταυτότητα υπερνικά; Και γιατί είναι σημαντικό να ορίσουμε, να αποδεχθούμε ή να απορρίψουμε την ταυτότητά μας; Πού μπορεί να μας οδηγήσει αυτό; Η παράσταση, με διάρκεια περίπου δυόμισι ωρών, άνοιξε υπερβολικά πολλά ζητήματα χωρίς να είναι σε θέση να αγγίξει κάποια από αυτά περαιτέρω ή να τα συνδέσει -ενώ υπήρχαν τα φόντα- με τις υπόλοιπα. Από το αλτσχάιμερ, τις εκτρώσεις, την αυτοκτονία, την αυτοδικία, την επιλογή στο φύλο, την εξέλιξη της γλώσσας με τη χρήση του ουδετέρου, την κουλτούρα του wokeness, τον αντισημιτισμό και εν τέλει, γενικώς κάθε είδους ρατσισμό, το κείμενο ήταν ένας αγώνας λόγου, όπως όμως και δρόμου για να τα συμπεριλάβει όλα.

Ανάσα στον καταιγισμό αυτό οι κάποιες λίγες ευχάριστες και κωμικές νότες, ακόμη κι αν ήταν νότες μαύρου χιούμορ, στις οποίες αναδείχθηκε ιδιαίτερα η Στεφανία Γουλιώτη καθώς ερχόταν σε αντίθεση τόσο με το υπόλοιπο ασφυκτικό περιβάλλον, όσο και με τη δική της υποκριτική γραμμή. Υποκριτικά το έργο ήταν λίγο άνισο με ορισμένους ηθοποιούς να μην επικοινωνούν πλήρως με τους συμπαίκτες τους στην παράσταση που παρακολουθήσαμε, και άλλους να λειτουργούν πολύ επεξηγηματικά στον λόγο και στην κίνηση. Η σκηνοθεσία ήταν καλά στημένη, χωρίς εντυπωσιασμούς και είχε ως στόχο να υπηρετήσει το κείμενο. Από τις πιο ενδιαφέρουσες κι ευχάριστες αισθητικά στιγμές το τραγούδι της Μαριάννας Δημητρίου (κυρίως εντός του θαλάμου) και η σκηνή με το debate όπου άλλαξε ο τρόπος σκηνοθετικής αφήγησης και μας ενεργοποίησε ξανά ως κοινό.

Εν κατακλείδι, είναι μια παράσταση που αξίζει κανείς να δει κυρίως για να σκεφτεί πάνω στα θέματά της, αρκεί βέβαια να εφαρμόσει το σκηνικό σχήμα και στη ζωή.

Related stories

Καλοκαιρινές σειρές για τα μεσημέρια που θες κάτι καλό να παίζει

Ξανάρχονται λοιπόν τα καλοκαιρινά μεσημέρια. Εκείνα τα λουσμένα στο...

Το ρετσινάδικο στα ανατολικά, που γεμίζει με παρέες από νωρίς

Ήταν κάποτε μια γειτονιά που δεν είχε κάτι για...

Για να φας το καλύτερο μπιφτέκι του βορρά, πρέπει να οδηγήσεις 1,5 ώρα, αλλά αξίζει τον κόπο

  Τις περισσότερες φορές, τα καλύτερα κρύβονται στα απλά. Το...

8+1 λόγοι για να επισκεφτείς αυτή την εποχή, την Άνω Πόλη

Η Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης είναι μια περιοχή με...

Για αυτό το ντίσκο καφενείο, έρχονται από παντού στο Λιτόχωρο

Σε ένα από τα ωραιότερα σημεία του χωριού (για...