HomeCinemaΕξώστης ΘΣινεματογράφος: Έρωτας, Πολιτική και Αυνανισμός στη 7η...

Σινεματογράφος: Έρωτας, Πολιτική και Αυνανισμός στη 7η Τέχνη | Η Μουσική του Έργου

της Ισμήνης Δασκαρόλη

Με τον ερχομό του μήνα Μάϊου και της Άνοιξης, που είναι γνωστό ότι ανήκει στα πουλιά της φύσης και τις γάτες της πόλης, ο Σινεματογράφος αποφάσισε να αφιερώσει τα τέσσερα κείμενα που του αναλογούν αυτόν τον μήνα στην μουσική γύρω από τον κινηματογράφο διότι ένα κείμενο δεν είναι διόλου αρκετό για τόσο πλούσιο υλικό. Θα ξεκινήσουμε λοιπόν με την θεωρία:

Τι είναι το soundtrack, περίπου πως προέκυψε, γιατί είναι τόσο σημαντικό;

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το Χόλιγουντ ξοδεύει εκατομμύρια κάθε χρόνο μόνο για την παραγωγή και τα δικαιώματα ενός καλού soundtrack. Συνθέτες, ορχήστρες, μουσικοί, παραγωγοί ενορχηστρωτές, νομικοί σύμβουλοι και διευθυντές μπαίνουν σε μία τεράστια διαδικασία εντός μουσικών studio για κάθε έργο υψηλού προϋπολογισμού που θα κυκλοφορήσει στις αίθουσες συνολικής διάρκειας περίπου δύο ορών και θα προκαλέσει λεφτά να πετάξουν από το παράθυρο. Αν το καλοσκεφτεί κανείς πρόκειται για μία τεράστια
και πανάκριβη ρουτίνα για ένα μόλις μέρος ενός έργου. Βέβαια κανείς δεν ξέρει να πετάει λεφτά και να τα παίρνει πίσω στο τριπλάσιο καλύτερα από το Hollywood.

Η μουσική επένδυση καθώς και ο σχεδιασμός του ήχου είναι καθοριστικότατα στοιχεία αφήγησης ενός έργου και κατά τη γνώμη μου, μολονότι ήδη δίνονται εύσημα στους κινηματογραφικούς συνθέτες των μεγάλων επιτυχιών, είναι ένα κομμάτι του κινηματογράφου που δεν προωθείται αρκετά ή το λιγότερο, δεν του δίνει την απαραίτητη βαρύτητα που το αρμόζει ο ανεξάρτητος Ευρωπαϊκός κινηματογράφος και δη ο Ελληνικός που έχει πολύ φτωχές συνθέσεις με την εξαίρεση των παλιών Καραίνδρου και Κηπουργού. Ίσος αυτό γίνεται διότι πάντα θα βγει εκτός budget για να καταφέρει μία ποιοτική ηχογράφηση ή διότι τα δικαιώματα (στα οποία θα φτάσει ο Σινεματογράφος κάποια στιγμή) είναι μία μαφία που κρατάει την ανεξάρτητη εικόνα μακριά από τον ποιοτικό ήχο. Το Χόλιγουντ όμως μας έχει αποδείξει ότι η μουσική αποτελεί το ήμισυ του παντός και το 50% της τελειότητας. Ακούγεται υπερβολικό αλλά δεν είναι, ο ήχος και η μουσική περισσότερο, είναι ένα στοιχείο που όχι απλά κατευθύνει αλλά έχει τη δυνατότητα να χειραγωγεί, διότι δεν κάνει έκκληση στις αισθήσεις ή στην λογική συνοχή όπως κάνει η εικόνα αλλά πάει κατευθείαν στο συναίσθημα διότι αυτό είναι η γλώσσα της μουσικής της ίδιας. Αυτό είναι από τα πράγματα που ξέρει να κάνει καλά το Hollywood και να βγάζει ποιοτικό κέρδος.

Ο κινηματογράφος επίσης σε ένα άλλο θέμα λειτούργησε και ως σωτήρια λέμβος για την κλασσική-ορχηστρική μουσική που ακόμα και σήμερα περνάει κρίσεις. Aποτέλεσε την
νέα σκεπή υπό την οποία μπορούσαν να χωρέσουν μαθητές της κλασσικής που βρίσκονταν έμμεσα στο περιθώριο όταν άρχισαν να ξεπροβάλλουν ξαφνικά από παντού νέες μουσικές ιδέες που πήγαιναν να επικαλύψουν την ορχήστρα. Όπως παλιότερα έκανε η εκκλησία, τώρα ο κινηματογράφος και τα μεγάλα στούντιο παραγγέλνουν ύμνους για κάθε νέο εγχείρημα, τα οποία να συνδέουν τον κόσμο με το αντικείμενο που παρουσιάζουν και έτσι καταφέρνει κρατιέται αξιοπρεπώς μία τόσο ουσιαστική τέχνη ζωντανή αλλά ακόμα σημαντικότερα- να είναι προσβάσιμη στο ευρύ κοινό. Ας τα πιάσουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Από την αρχή η συμβολή της μουσικής στην 7η τέχνη είχε διαχωριστεί ουσιαστικά από την παρουσία της απέναντι σε άλλες παραστατικές τέχνες όπως το θέατρο. Ενώ στο θέατρο η μουσική δεν είναι απαραίτητη, συχνά είναι σχεδόν άκομψη, στον κινηματογράφο αποτελεί σημαντικότατο στοιχείο της δραματουργίας. Υπό αυτήν την οπτική πλησιάζει περισσότερο το μπαλέτο και την όπερα παρά το θέατρο, δηλαδή κάτι που συμμετέχει ενεργά στην αφήγηση και δεν αρκείται στην απλή περιγραφή.

Ο βουβός κινηματογράφος βασιζόταν σε στατικές κινήσεις οι οποίες κάπως έπρεπε να βγάζουν νόημα και να λένε μία ξεκάθαρη ιστορία. Ήρθε λοιπόν σαν άσσος στο μανίκι η μουσική που κατάφερε να σώσει την ανιαρή έλλειψη ήχου στην δράση αλλά και να καλύψει τα δραματικά κενά.

Στις αρχές του κινηματογράφου δεν υπήρχε μουσική επένδυση, υπήρχε ο αυτοσχεδιασμός του πιανίστα που έπαιζε στην αίθουσα προβολής για να καλύψει την απουσία διαλόγου. Σύντομα όμως οι κινηματογραφιστές αντιλήφθηκαν πως η μουσική στο έργο τους έπαιζε καθοριστικό ρόλο στις αντιδράσεις των θεατών. Σιγά σιγά η μουσική συνοδεία άρχισε να συμβαδίζει με αυτό που γινόταν επί της οθόνης, να περιγράφει την πράξη. Το 1927 παράγεται το Sunrise που θεωρείται η πρώτη αφηγηματική ταινία με δική της μουσική, το 1928 ο Οκτώβρης του Sergei Eisenstein με την μουσική επένδυση του Shostakovitch,
το 1930 ο Γερμανός πιανίστας του καμπαρέ Friedrich Hollaender έγραψε την μουσική για την εμβληματική ταινία Der Blaue Engel με την φωνή της Marlene Dietrich και
το 1931 ο Charlie Chaplin, εκτός από το να πρωταγωνιστεί να παράγει και να σκηνοθετεί τα έργα του, έγραψε την επίσημη μουσική του City Lights, πράγμα που συνέχισε να κάνει και στις επόμενες ταινίες του. Η μελωδία του “Smile” από το Modern Times είναι από τα πιο
κλασσικά μοτίβα που έχουν μείνει στον κινηματογράφο.

Με τον καιρό λοιπόν η αρρώστια κόλλησε στους υπόλοιπους σκηνοθέτες και studio. Με
τον συγχρονισμό ήχου και φιλμ μουσική απέκτησε χαρακτήρα και από την περιγραφή πέρασε στην δραματική συμμετοχή με την ευκολία που τις έστρωσαν οι τέχνες προκάτοχοι της. Τέλος μετατράπηκε από μουσική συνοδεία σε μουσική επένδυση. Με το που έδεσαν την
σχέση τους ο Prokofiev με τον Eisenstein, η μουσική και ο κινηματογράφος έκαναν ένα γάμο που σφράγισε την ταυτότητα τους για πάντα. Όχι μόνο η επένδυση περιέγραφε την πράξη αλλά ακόμα περισσότερο συνέβαλε στην ψυχολογία των χαρακτήρων, την αισθητική ταυτότητα του έργου, το κλίμα των σκηνών αλλά και καθόρισε μια για πάντα το μοντάζ. Από
περιγραφική-συνοδευτική επιτέλους έγινε αφηγηματική και ο κινηματογράφος έδεσε ως οπτικοακουστική δύναμη όπως δεν την είχαμε ξαναδεί. Η Χιονάτη και οι 7 Νάνοι θα είναι το πρώτο επίσημο Soundtrack που θα κυκλοφορήσει στην αγορά.

Είναι συγκλονιστικό όταν συνειδητοποιεί κανείς πόσο καθοριστικός είναι ο ήχος στην ψυχολογία του θεατή. Μία γερή μερίδα κινηματογραφιστών αντιλαμβάνονται ότι κάνανε κινηματογράφο αφότου μπει η μουσική επένδυση. Τότε είναι που όλα δένουν και βγάζουν νόημα διότι η μουσική λέει αυτά που νιώθει ο χαρακτήρας ή ειρωνεύεται αυτά που κάνει, δραματοποιεί ένα μέτριο παίξιμο και απογειώνει ένα εξαιρετικό. Εν ολίγοις, αν η εικόνα απευθύνεται και καθοδηγεί το συνειδητό του θεατή, η μουσική χειραγωγεί το υποσυνείδητο και ξαφνικά βρισκόμαστε να δακρύζουμε μπροστά σε μία απολύτως τετριμμένη σκηνή διότι συγχρονίστηκε μία συγκεκριμένη νότα με ένα βλέμμα, διότι ξαναμπήκε ένα μοτίβο που τώρα έχει μία τελείως διαφορετική σημασία και χωρίς καμία συμβολή του σεναρίου κάνει τα πάντα να βγάζουν νόημα. Ο ήχος πλέον παρέχει υποσυνείδητα πληροφορίες που αδυνατεί να βγάλει η εικόνα, και αν την βγάλει το κείμενο κινδυνεύει να φλυαρήσει.

Ένας ικανός παραγωγός ή σκηνοθέτης κατανοεί τις “μαγικές” αυτές ιδιότητες της μουσικής ή την δύναμη της αποχής της, συνεπώς θα ρίξει ουσιαστική προσοχή και πιθανότατα πολλά χρήματα στον άνθρωπο και τα μέσα που θα καταφέρουν να δώσουν ζωντάνια στον χαρακτήρα του έργου, θα χτίσουν το ιδανικό leitmotif. Μία από τις δυνάμεις και αδυναμίες του κινηματογράφου είναι το γεγονός ότι όλα τα στοιχεία του θα περάσουν από εκατό στρώματα διαφορετικού χειρισμού μέχρι να φτάσουν στην ολοκλήρωση. Αν ο σεναριογράφος γεννά έναν χαρακτήρα, ο σκηνοθέτης τον πλάθει, ο ηθοποιός τον αναπαριστά και ο μοντέρ τον συναρμολογεί, ο συνθέτης θα είναι εκείνος που θα του δώσει ψυχή.

Η μουσική είναι δυνατό να καθορίσει κατά πόσο ένα έργο είναι καλό ή κακό σύμφωνα με το που τοποθετείται, αν θα είναι αξιομνημόνευτη, αν θα συγχρονιστεί με το παίξιμο του ηθοποιού και το μοντάζ και αναλόγως το πόση δουλειά έπεσε, το ταλέντο του συνθέτη και την αντίληψη του. Δεν μπορώ να καταμετρήσω τις φορές που απόλαυσα ή απέρριψα μία ταινία λόγο μουσικής επένδυσης. Είναι το σημείο που δεν καταλαβαίνεις γιατί σε άγγιξε μία ταινία ή γιατί δεν κατάφερε να σε αγγίξει. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι σχέσεις μεταξύ σκηνοθέτη-συνθέτη είναι συχνά οι πιο τεταμένες στην βιομηχανία-κυρίως για την πλευρά του συνθέτη που διαρκώς θα υποστεί κριτική και αλλαγές στην δουλειά του. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο να συναντάμε σταθερά ντουέτα σκηνοθετών συνθετών για ολόκληρες καριέρες, διότι όταν επιτέλους ο σκηνοθέτης θα βρει τον άνθρωπο που θα ολοκληρώνει την
δραματική του πρόταση και θα κατανοεί τις προτιμήσεις του, μάλλον θα τον δέσει χειροπόδαρα. Αυτά όμως τα ντουέτα θα τα αναλύσουμε εκτενώς με παραδείγματα στον
επόμενο Σινεματογράφο.

 

Related stories

Η ταβέρνα που ξέρει να γλεντάει στα Καρναβάλια

Για αυτή την ταβέρνα σας έχουμε ξαναπεί. Αλλά είναι...

Άκυρο το Θεσσαλονικιώτικο καρναβάλι;

Κι ενώ όλα ήταν σχεδόν έτοιμα για τις 20...

Cd, βινύλια και κασέτες στην Θεσσαλονίκη των 90s

Blow Up, μέσα δεκαετίας 90 Νοσταλγία, Groovy Vibes και αναλογική...

Στη Μονή Λαζαριστών, τον πνεύμονα πολιτισμού της Σταυρούπολης

της Βιολέτας Λεμόνα Μία παράσταση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος...