HomeCinemaOppenheimer: Είναι τελικά όσο καλό μας φάνηκε...

Oppenheimer: Είναι τελικά όσο καλό μας φάνηκε την πρώτη φορά;

γράφει η Φανή Εμμανουήλ

Λίγες μέρες μετά τα φετινά Όσκαρ, εμφανίστηκε σε ένα από τα κινηματογραφικά γκρούπ που ακολουθώ ένα ποστ που έθετε την εξής ερώτηση: «ποια πιστεύετε πως είναι η πιο υπερτιμημένη ταινία που έχει κερδίσει Όσκαρς;». Φρέσκια από την απογοήτευση μιας τελετής που θα μπορούσε να γραφτεί απευθείας στην ιστορία της ποπ κουλτούρας αλλά αντ’ αυτού ήταν μια από τις πιο βαρετές βραδιές που έχουμε παρακολουθήσει, πήγα και σχολίασα «Oppenheimer» και έκλεισα το κινητό μου. Ήξερα τι θα ακολουθήσει.

 

Για να ξεκαθαρίσω την θέση μου δεν είμαι Oppeheimer hater (της ταινίας όχι, του εγκληματία πολέμου). Ίσα ίσα αδημονούσα για αυτή την ταινία από την στιγμή που ανακοινώθηκε. Πολύ καιρό πριν μάθουμε για 70mm και Barbienheimer. Πήγα και την είδα στην πρεμιέρα, και δύο φορές ακόμα σε απόσταση μόνο λίγων μηνών. Πέρασα χρόνο με την ταινία και ρώτησα για να μάθω πράγματα που δεν κατάλαβα. Ακόμα και όταν πέρασε ο αρχικός ενθουσιασμός, εξακολουθώ να πιστεύω πως είναι μια εξαιρετική ταινία. Ίσως δεν αξίζει κατά την κρίση μου όλα αυτά τα Όσκαρ που κέρδισε (η σκηνοθεσία θα έπρεπε να πάει στον Scorsese) αλλά ήταν τόσο καλή που θα μπορούσε να είναι τρείς ταινίες. Και ίσως θα έπρεπε να είναι έτσι:

 

  1. Ένα ψυχογράφημα του πρωταγωνιστή που εξετάζει τα ηθικά του διλήμματα. Ενός ανθρώπου που βρίσκεται αντιμέτωπος με τον εαυτό του και τα πιστεύω του. Ενός ακαδημαϊκού με φιλοκομμουνιστικές πεποιθήσεις που βρίσκεται τώρα να εργάζεται για την κυβέρνηση σε ένα εξαιρετικά μυστικό πρόγραμμα. Πρέπει να δημιουργήσει κάτι που μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες για τον κόσμο, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει το πως θα διαχειριστεί τη φήμη που του απέφερε αυτή η απόφαση, γνωρίζοντας πως έχει στα χέρια του το αίμα εκατομμυρίων αθώων ανθρώπων.
  2. Ένα δικαστικό δράμα που επικεντρώνεται περισσότερο στον Lewis Strauss και τις διαφορετικές μαρτυρίες και ηθικά διλήμματα που αντιμετώπισαν όσοι συμμετείχαν στο Manhattan Project.
  3. Μια ταινία για την κατασκευή της πυρηνικής βόμβας από την σύλληψη της ιδέας μέχρι και την ρίψη της. Κάτι το Imitation Game ή το Hidden Figures. Κάτι που ναι μεν έχουμε ξαναδεί αλλά ξέρουμε πως λειτουργεί και είναι και Όσκαρ worthy.

 

Ο Nolan όμως, επέλεξε και τα τρία, μαζί. Το αποτέλεσμα ήταν να κάνει μια ταινία υπερφορτωμένη, οπτικοακουστικά αλλά και σε πληροφορία. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο μου «πρόβλημα» με το σινεμά του Nolan. Αυτή η γνωστή gimmicky τακτική μια κεντρικής ιδέας που στην αρχή μοιάζει έξυπνη ή πρωτότυπη, αλλά μέχρι το φινάλε έχει ισοπεδωθεί από την αδυναμία της να εξυπηρετήσει νοηματικά την συνοχή της ιστορίας. Φυσικά και μιλάμε για ένα κινηματογραφικό αριστοτέχνημα. Όπου παίρνει μια σειρά από αληθινά γεγονότα και δίνει ένα κυριολεκτικό ρεσιτάλ επίδειξης δυνατοτήτων, βασισμένο στην διάσπαση της γραμμικότητας, λες και διαχειρίζεται μια πυρηνική σχάση. Είναι δύσκολο όμως να μην το συνυφάνουμε με λέξεις όπως «κουραστικό» και «χαώδες» καθώς τα συμβάντα διαδέχονται ιλιγγιωδώς το ένα το άλλο. Η πλοκή αναπτύσσεται με ραγδαία ταχύτητα από την πρώτη σκηνή έως και το τέλος, με ένα editing το οποίο αν και εξαιρετικό, ανά διαστήματα θυμίζει περισσότερο τρέιλερ, παρά ταινία. Εσκεμμένα δεν αφήνει χρόνο στον θεατή να αναπνεύσει και να χωνέψει τα όσα βλέπει. Αυτό, σε συνδυασμό με το ανελέητο namedropping επιστημόνων που εμφανίζονται σαν Avengers από το πρώτο και όλας μέρος της ταινίας, χρειάζεται σίγουρα παραπάνω από ένα viewing για υπάρξει χώρος και χρόνος για να γίνουν κάποια πράγματα κατανοητά. O Nolan έχει μια σταθερή αντίληψη έναντι του “size matters” αλλά πάσχει στο μέτρο του να ζυγίσει τον όγκο του υλικού του, θεωρώντας ότι αυτό ταυτίζεται ιδανικά με το μεγαλομανές.

Θα εθελοτυφλούσαμε βέβαια αν δεν στεκόμασταν και στην αύρα εξιλέωσης που επικρατεί απέναντι σε έναν άνθρωπο που οφείλεται για τον θάνατο πάνω από 200,000 αθώων ανθρώπων. Ίσως το double billing θα έπρεπε να είναι με το Grave of the Fireflies και όχι με την Barbie.. Από την αρχή της ταινίας βλέπουμε έναν χαρακτήρα με παθητική στάση που όμως αναγνωρίζεται από το περιβάλλον του ως ιδιοφυΐα. Είναι μια βασανισμένη ψυχή, ένας μοντέρνος Προμηθέας που καταδικάστηκε σε μια ζωή αιώνιας τιμωρίας. Προς τι όμως αυτή η εξιλέωση; Ο εσωτερικός κόσμος του χαρακτήρα παραμένει ένα άλυτο μυστήριο. Έχει να κάνει με την πολυπλοκότητα του ιδίου του Oppenheimer ή με την εμμονή του σκηνοθέτη μαζί του; Ο Nolan εξάλλου έχει δηλώσει αρκετές φορές πως τον θεωρεί

as the most important person who ever lived. By unleashing atomic power, he gave us the power to destroy ourselves that we never had before, and that changes the human equation (source: CBS)

Άραγε θέλει να μας μεταφέρει το δέος με το οποίο βλέπει ο ίδιος τον Oppenheimer ή θέλει να μας κάνει να νιώσουμε και εμείς το ίδιο γι’ αυτόν όσο επαινούμε την σκηνοθετική του ευφυία;

Γιατί από την μια πλευρά ακούμε διαρκώς πως τα Όσκαρ πρέπει και βραβεύουν την κάθε κατηγορία ως προς αυτό που είναι. Δεν έχει σημασία δηλαδή αν o Scorsese έδωσε φωνή και βήμα στην Όσατζ κοινότητα στα γυρίσματα του Killers of the Flower Moon. Aν η Gerwig έφτιαξε μια ταινία που αμέσως έγινε ποπ φαινόμενο και ο Cooper έκανε μαθήματα conducting για έξι χρόνια για μια σκηνή των πέντε λεπτών, ως Leonard Bernstein στο Maestro. Ακούσαμε όμως πάνω στην σκηνή των Όσκαρς, πως ο Christopher Nolan γράφει τα σενάρια του σε ένα παλιό λαπτοπ χωρίς ίντερνετ. Ακούμε από την ώρα που ξεκίνησε το press tour πως δεν ήταν στο groupchat γιατί δεν έχει κινητό ενώ ακόμα και πριν γυριστεί η ταινία ακούγαμε ασταμάτητα  πως δεν θα χρησιμοποιήσει CGI αλλά θα κάνει κανονική έκρηξη.

Πως  άραγε θα αντιμετώπιζε την ταινία κάποιος άλλος σκηνοθέτης; Κάποιος που θα έδινε περισσότερη σημασία στο να εμβαθύνει στους χαρακτήρες και τα συνταρακτικά αληθινά γεγονότα, αντί για μακρές και λεπτομερείς συζητήσεις σχετικά με την ατομική βόμβα εναντίον της βόμβας υδρογόνου. Πως θα διαχειρίζονταν τους γυναικείους χαρακτήρες που εκλείπουν σχεδόν παντελώς στο έργο του Nolan; Μια απουσία που γίνεται ακόμα πιο έκδηλη όσο εξελίσσεται και η πορεία του σαν σκηνοθέτης. Οι γυναίκες του Nolan είναι μονοδιάστατες και ρηχές. Με ελάχιστον χρόνο στην οθόνη και ακόμα λιγότερα αναγνωρίσιμα ανθρώπινα χαρακτηριστικά λειτουργούν περισσότερο ως καθρέπτης των ανδρικών ρόλων παρά σαν αυτοτελείς χαρακτήρες.

Θα μπορούσαμε κάλλιστα να δούμε κάτι παραπάνω για την σχέση του Oppenheimer με την Kitty, που στάθηκε στο πλάι του μέχρι τέλους. Η Emily Blunt φέρνει μεν μια ενδιαφέρουσα πολυπλοκότητα στον ρόλο της συζύγου του, παρά τον λιγοστό της χρόνο στην ταινία και στον περιορισμό της σε έναν εμπόλεμο χαρακτήρα. Για την οποία όμως δεν ξέρουμε ιδιαίτερα πως σκέφτεται ο πρωταγωνιστής, ή αν την σκέφτεται καν.  Είναι γνωστή αυτή η παγίδα στις ταινίες Σπουδαίων Ανδρών. Είτε μετατρέπουν τις συζύγους σε στωικές υποστηρίκτριες, είτε τις κάνουν μεν ανθρώπους αλλά δεν εστιάζουν ποτέ στην ιστορία τους. Είναι προς τιμήν της Blunt που περιστασιακά εύχεσαι η ταινία να αφορούσε τα σκαμπανεβάσματα του γάμου του ζευγαριού καθώς η σκηνή της ανάκρισης της, μπορεί να είναι και η κορυφαία σκηνή του φιλμ ερμηνευτικά.

Ή με την Jean Tatlock (Florence Pugh) μια σχέση που τον στιγμάτισε τόσο προσωπικά με την αναταραχή που δημιούργησε στον γάμο του, όσο και στην υπόθεση της κατηγορίας του, καθώς εκεί ξεκίνησε η εμπλοκή του με το κομμουνιστικό κόμμα. Η Tatlock ήταν μία αντισυμβατική γυναίκα των ‘40s, πιθανότατα queer, που σπούδαζε ψυχιατρική ενώ η ίδια υπέφερε από κατάθλιψη. Όμως η ταινία δεν εμβαθύνει σε τίποτα από αυτά. Αντίθετα, ο Nolan την εργαλειοποιεί αρκετα, ακόμα και για τα ήδη (χαμηλά) στάνταρ του. Με απόγειο μία σουρεαλιστική ερωτική σκηνή τολμηρής σύλληψης. Αντ’ αυτού είδαμε άπειρες σκηνές με banter φυσικών και λοιπόν επιστημόνων να διαφωνούν και να γράφουν σε έξαλλη κατάσταση πάνω στον πίνακα.

Ο σκηνοθέτης Nolan, όταν δε γυρίζει τριλογίες ηρώων από comics (εκεί όπου τα πάντα επιτρέπονται, δηλαδή), τείνει να αδιαφορεί για τις προτεραιότητες ή τη σημασία του σεναρίου, διότι έχει προαγάγει εαυτόν σε ένα είδος αυθεντίας που ποτέ δε θ’ αφήσει ένα έργο του να καταποντιστεί. Επιστρατεύοντας οποιαδήποτε ευρηματική εξυπνάδα, «άλλοθι» του φανταστικού. Εξωφρενικά budgets και τεχνολογία. Ξέρουμε πως ο Nolan είναι τελειομανής. Και ξέρουμε πως μερικές φορές αυτό συνοδεύεται από ένα είδος υπεροψίας εξ ανωτερότητας. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της γνώσης ότι είσαι ένας μάγος της εικόνας, που εξέλιξε το μύθο του δημιουργού και έχει εκτοξευτεί πέρα από τον απλό τίτλο τού σκηνοθέτη.

Οι πιστοί φαν του Christopher Nolan φυσικά και θα ακολουθήσουν ξανά. Παρόλο που ορισμένοι μπορεί να μην κατάλαβαν τι είδαν, αρκετοί από αυτούς θα προσπαθήσουν να μας εξηγήσουν. Ακόμα και αν δεν τους ρωτήσουμε. Είναι ανάγκη όμως να εκτίθεται τόσο κανείς σε συνανθρώπους του, πόσο μάλλον δημόσια; Στην τελική είναι απλά μια ταινία. Και τα Όσκαρ ένας συμβολικός θεσμός που ορίζεται από τακτικές μάρκετινγκ. Ο δημιουργός πήρε επιτέλους το πολυπόθητο αγαλματίδιο και χαμογέλασε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη δημόσια εμφάνιση του. Δεν χρειάζεται να προσπαθείτε να μας πείσετε ότι γίνατε ειδικοί στην πυρηνική σχάση επειδή είδατε μια ταινία για τον Oppenheimer.

 

 

 

 

Related stories

Το σπίτι του Δημήτρη Αμελαδιώτη είναι ένα έργο τέχνης σε εξέλιξη

WHO IS WHO: Μου αρέσει να παρουσιάζομαι ως εικαστικός,...

Οι ταινίες της εβδομάδας 25.04-01.05.2024

Γράφει ο Λάζαρος Γεροφώτης Η κατρακύλα στα εισιτήρια των κινηματογράφων...

Η Μαρίτα Καρυστηναίου δημιουργεί τα φωτιστικά των ονείρων σας

φωτογραφίες: Μαρία Ευσταθιάδου Η Decolight λειτουργεί από το 2010 και...

Ψηλά στο Εσκί Ντελίκ, αναμνήσεις μιας άλλης ζωής

Ήταν μικρές κι αθώες κοπελούδες σαν ήρθανε απ’ την...