HomeCinemaΚριτική ταινίαςΥπερβαίνοντας την Οθόνη | Suntan

Υπερβαίνοντας την Οθόνη | Suntan

Ομολογώ πως η διαδικασία συγγραφής αυτού του κειμένου με προβλημάτισε πολύ περισσότερο από ότι πίστευα αμέσως μετά το τέλος της προβολής. Εξίσου με προβλημάτισε η διαδικασία βαθμολόγησης της ταινίας. Όχι επειδή είχα αμφιβολίες για την ποιότητά της αλλά κυρίως γιατί σταδιακά έβλεπα πολλές κρυμμένες προεκτάσεις που μου φάνηκαν άκρως επίκαιρες για μια κοινωνία με κρίση. Και πολύ πιο αποτελεσματικές από έναν ευθύ σχολιασμό. Οπότε κατέληξα σε αυτή την βαθμολογία σε μια προσπάθεια παρακίνησης του κοινού να την δει (και) με αυτήν την οπτική, όπως εγώ. Πάμε λοιπόν:

Ο Κωστής είναι ένας μάλλον αντικοινωνικός και μόνος 42χρονος γιατρός. Φτάνει στο νησί της Αντίπαρου τον χειμώνα έχοντας τον ρόλο του γιατρού του νησιού. Τα μικρά νησιά στον χειμώνα, όπως και τα μικρά χωριά είναι λες και έχουν κοπεί από την ζωή, και με αυτές τις εικόνες και την αναπόφευκτη σύνδεσή τους με την ψυχολογία του Κωστή ξεκινάμε. Με τον ερχομό του καλοκαιριού καταφτάνουν και εκατοντάδες τουρίστες και μαζί τους, τα ξέφρενα πάρτυ με άξονα το κάμπινγκ και την παραλία γυμνιστών του νησιού. Στο ιατρείο ο Κωστής γνωρίζει την Άννα, μια κοπέλα που έχει τα μισά του χρόνια και αρχίζει να την προσεγγίζει. Μέσα σε μια μίξη καλοκαιριού και παιχνιδιών γίνεται κομμάτι της παρέας της και αρχίζει να περνάει τον περισσότερο χρόνο μαζί τους. Ένας 42χρονος μέσα σε μια παρέα εικοσάρηδων. Ένα ξένο και άβολο στοιχείο .


Νομίζω πως εάν έπρεπε με μια φράση να περιγράψω το
Suntan, θα ήταν με την φράσησκωτσέζικο ντους. Και αυτό γιατί οδηγεί τους θεατές μέσα από μια σειρά ελαφρών και κωμικών στοιχείων σε ένα πολυεπίπεδο δράμα. Το κοινό, μαγνητίζεται από την άγρια πλευρά της νεανικής ζωής, του καλοκαιριού της Ελλάδας, χαλαρώνει, γελάει εύκολα και ελαφρά και σταδιακά συμπαθεί το παιχνίδι που έχει στηθεί μπροστά του. Και τότε ακριβώς γίνεται η ανατροπή, η ταινία μετατρέπεται σε θρίλερ ενώ οι ίδιες χαριτωμένες δράσεις τώρα αποκτούν σκοτεινά μηνύματα. Το παιχνίδι έχει τελειώσει και ο Κωστήςκαίγεται, παρόλο το καπελάκι και το αντηλιακό του, από έναν κίνδυνο απείρως βαθύτερο. Ερωτεύεται και καταστέφεται με τον πιο απόλυτο τρόπο.

Είχαμε αρκετό καιρό να δούμε τέτοια ταινία. Η τελευταία ταινία του
Αργύρη Παπαδημητρόπουλου είναι μια από τις καλύτερες – και επιτυχημένες εμπορικά ελληνικές ταινίες- που θα κυκλοφορήσουν στις αίθουσες αυτό το χρόνο. Και για δύο καλούς λόγους. Είναι μια άρτια και απλή δημιουργία.

Απλή επειδή έχει μια ιστορία που θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε συνηθισμένη – ένας μεσήλικας νοσταλγεί μια ζωή που δεν έζησε ποτέ και μια νιότη που έχει χάσει – αλλά επενδύει σε αυτή με τόσο προσοχή που καταλήγει να μας αφηγηθεί κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί. Άρτια διότι από κάθε πλευρά είναι μελετημένη ώστε να μας οδηγήσει φυσικά και με απόλυτα βήματα στην κορύφωση μέσα από παιχνίδια και ρεαλισμό, χωρίς τα σεναριακά πυροτεχνήματα που μας έχει συνηθίσει ο ελληνικός -και όχι μόνο – κινηματογράφος.

Η σκηνοθεσία επικεντρώνεται στο πρόσωπο του Κωστή. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως όλοι όσοι είδαμε το suntan θα θυμόμαστε τον
Μάκη Παπαδημητρίου (και ίσως να τον ταυτίζουμε κάποτε) με αυτόν τον ρόλο. Αν δεν κάνω λάθος δεν υπάρχει πλάνο που να μην τον περιέχει, συχνά σε κοντινά, αποκόπτοντας οτιδήποτε άλλο ως δευτερεύον. Η ταινία, είναι ο Κωστής και μόνο αυτός μας ενδιαφέρει. Για αυτό και όταν τον παρακολουθούμε να ξεφεύγει, να γίνεται γελοίος και επικίνδυνος αισθανόμαστε άβολα, σαν να ήταν κάποιος φίλος μας που παρεκτρέπεται. Όμως, ο Κωστής είναι μόνο η αφορμή, το front face. Στην προέκταση αυτού είναι δεκάδες άνθρωποι και ένας ολόκληρος τρόπος ζωής βαθιά θεμελιωμένος εδώ και δεκαετίες. Η εκτόνωση αντί για την δημιουργία, η σπατάλη της ζωής, οι ευκαιριακές εμπειρίες. Το πως βλέπουμε την ζωή του καλοκαιριού της Αντιπάρου μπορεί να έχει τόσες ερμηνείες όσο και οι θεατές της. Είναι η απόλυτη έκφραση της ελευθερίας; Είναι μια κενή μόδα; Είναι η εκτόνωση, απαραίτητη για να αντέξουμε τον χειμώνα που κοντοζυγώνει;

Αμφιταλαντευόμαστε ανάμεσα σε αυτά χωρίς να αποφασίζουμε.

Ένα είναι σίγουρο, το μόνο που κάνει η ταινία είναι μια παρατήρηση πάνω σε μια πραγματικότητα χωρίς – και καλώς- να κάνει σχόλια. Αυτά (επιτελούς και μετά από δεκάδες αναμασήματα του ίδιου σανού που βλέπουμε όλο και περισσότερο τελευταία) αφήνονται στον αποδέκτη. Η προβληματική της ταινίας δεν είναι ο Κωστής και οι πράξεις του, είναι οι παθογένειες μιας ολόκληρης κοινωνίας, της ίδιας κοινωνίας κάνει αρπαχτές το καλοκαίρι, που αυνανίζεται με καθε αφορμή και που είναι βαθιά μόνη. Και αυτή είναι η ίδια κοινωνία που χαχανίζει στο πρώτο μισό της ταινίας στο δεύτερο στέκεται αποσβολωμένη αναρωτώμενη τι πήγε στραβά.

Ο ρεαλισμός της ταινίας, ωμός και υποστηριζόμενος από τους φυσικούς και καλογραμμένους διαλόγους τονίζει ακριβώς αυτή την διάσταση. Η ρεαλιστική και φυσιολογική κοινωνία βλέπει τα όρια του παιχνιδιού να χαλαρώνουν και ένα μέλος της να διαπράττει εγκλήματα. Και τότε τι; Και τότε τίποτα. Άλλωστε έτσι είναι και το τέλος της ταινίας. Εκεί ακριβώς κερδίζει το βάθος της. Μας παροτρύνει να καταδυθούμε στο πραγματικό πρόβλημα, να βρούμε τις αιτίες που απλώνονται πολύ πιο μακριά από ένα νησί, από έναν γιατρό και από ένα καλοκαίρι.

Τέλος, η ταινία λειτουργεί σαν κώνος κινδύνου για το κοινό ενάντια σε μια ζωή που κυλάει αδιάφορα, πάθη ανέκφραστα συσσωρευμένα και μια νιότη που κάποια στιγμή θα σβήσει. Άλλωστε αυτή είναι και η ζωή του Κωστή, μια κόλαση όπου τα πράγματα πήγαν στραβά, όπου κάτι δεν λειτούργησε.

Σημείωση για τον τίτλο της στήλης: Η οθόνη αποτελεί ένα φυσικό όριο. Διαχωρίζει τον χώρο και τον χρόνο του θεατή από το θέαμα. Εμείς, ως θεατές και αποδέκτες, καλούμαστε να υπερβούμε αυτό το όριο και να βρεθούμε μέσα στην ταινία. Ή καλύτερα, να επιτρέψουμε στην τέχνη της ταινίας να υπερβεί την οθόνη και να εισβάλλει στο μυαλό ή στην καρδία μας. Και τότε, να παρατηρήσουμε τις δικές μας σκέψεις, τα δικά μας συναισθήματα όπως ξεχύνονται απελευθερωμένα από την μαγεία της 7ης Τέχνης

Related stories