HomeMind the artΘέατροΗ Κατερίνα Ράβναλη γράφει για τις παραστάσεις...

Η Κατερίνα Ράβναλη γράφει για τις παραστάσεις που παρακολούθησε μέσα στον Οκτώβρη

Μύρισε φθινόπωρο. Ήρθε η εποχή, που όπως κάθε χρόνο, σημαίνει την έναρξη της θεατρικής σεζόν και όχι μόνο. Οι μηχανές πήρανε μπρος. Τα θέατρα έχουν ανοίξει τις πόρτες τους και μας περιμένουν. Πολλές πρεμιέρες. Πολλές προτάσεις. Πολλές φωνές κραυγάζουν στην Θεσσαλονίκη. Αφουγκράζοντας την πληθώρα των παραστάσεων και θεατρικών δρωμένων στην πόλη μας, αποφάσισα αυτή τη φορά, αντί να επιλέξω να γράψω κριτικό-δοκίμιο για δυο ή τρεις παραστάσεις, να γράψω reviews. Διαπίστωσα την ανάγκη για μια ουσιαστική ενημέρωση του κοινού, ώστε να είναι σε θέση να επιλέξει τι του ταιριάζει την συγκεκριμένη χρονική στιγμή. So, here it is!

Theatre Reviews just arrived!

Θα προσπαθήσω να είμαι αρκετά συνοπτική στην παρουσίαση και to the point στην αξιολόγηση της εκάστοτε παράστασης. Η επιλογή των παραστάσεων που βρίσκονται στο συγκεκριμένο άρθρο είναι καθαρά προσωπική. Αυτή την στιγμή στην Θεσσαλονίκη, παίζονται πολύ περισσότερα θεάματα. Σας συμβουλεύω, πριν επιλέξετε μια παράσταση, να ρίξετε μια ματιά στο διαδίκτυο για κριτικές, σχόλια, υπόθεση του έργου, στοιχεία για τους συντελεστές και τις προηγούμενες παραγωγές. θα σας βοηθήσουν να κάνετε μια σωστή επιλογή. Πηγαίνοντας στο θέατρο, λιγάκι έστω, πιο υποψιασμένοι, θα αλλάξει η ματιά σας και μπορεί να γλιτώσετε από μια ενδεχομένως ανιαρή βραδιά. Και αν είστε τυχεροί, μπορεί να βγείτε έξω και στο πρόσωπό σας, να ξεπροβάλει αβίαστα ένα χαμόγελο και το στόμα σας, να σχηματίσει ένα μεγάλο ''Μπράβο!''.

Εκείνη, η μοναδική παράσταση, θα μείνει χαραγμένη στο μυαλό σας. Θα σας αλλάξει με ένα μαγικό τρόπο. Αυτήν την παράσταση να αναζητείτε.


2o International Mime Festival-Mέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης


Φεστιβάλ σωματικού θεάτρου προτείνει το Μέγαρο Μουσικής.
''Ο λόγος'' λέει στο δελτίο τύπου ''αντικαθιστάται από τη μίμηση (παντομίμα) και την κίνηση, ενώ η μουσική, τα εφέ και όλες οι σύγχρονες τεχνικές του σωματικού θεάτρου και του τσίρκου, συνδυάζονται παρουσιάζοντας νέες φόρμες θεατρικής έκφρασης. Οι λέξεις «χάνονται» και δίνουν τη θέση τους σε μια άλλου είδους «ομιλία» που κερδίζει τον κόσμο με την αμεσότητά της.'' Πολύ ενδιαφέρον, όταν η καλλιτεχνική έρευνα πετυχαίνει όλα τα παραπάνω. Δεν συμβαίνει όμως πάντα αυτό.

Στα πλαίσια του φεστιβάλ παρακολούθησα τον Ρώσο κωμικό μίμο, Αlexey Mironov. O Mironov μας παρουσίασε μικρής διάρκειας κωμικά νούμερα παντομίμας με την συνοδεία μουσικής και sound design επί των δράσεων. Τα νούμερα αυτά ήταν είχαν καθαρή δομή, νόημα και μια ποικιλία θεμάτων. Κάποια από αυτά ήταν ενδιαφέροντα και σε κρατούσαν ως θεατή, κάποια άλλα όχι. Οι αντιδράσεις του κοινού ήταν ανάλογες. Την παράσταση παρακολούθησαν πολλές οικογένειες με τα παιδιά τους, ψάχνοντας το κάτι διαφορετικό. Ελπίζω να το βρήκαν.

Παρακολουθώντας την παράσταση, διέκρινες τις ερμηνευτικές δεξιότητες του Mironov, σε κάποια νούμερα, όπως όταν μάθαινε να χορεύει. Κάποια, είχαν καλή αίσθηση του χιούμορ και ενδιαφέρον, όπως όταν περίμενε να έρθει ένας μουσικός, που ποτέ δεν ήρθε. Κάποια, ενώ ήταν ξεκάθαρο τι ήθελε να πει, δεν σε άγγιζαν. Οι μουσικές που χρησιμοποίησε δεν έδιναν παλμό στις επί σκηνή δράσεις. Σε στιγμές έμοιαζαν ξένες και αταίριαστες. Λειτούργησαν, πλην κάποιων εξαιρέσεων, ως background. Η δυναμική που θα σου πρόσφερε μια μουσική ενταγμένη στην δράση, δεν υπήρχε. Ο φωτισμός επίσης, ήταν ένα άλλο εργαλείο που θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσει, αλλά δεν το έκανε. Ένα γενικό φως σκηνής αναμμένο καθ' όλη την διάρκεια της παράστασης και δυο ζευγάρια προβολέων σταθερά στα πλάγια, με μοναδική αλλαγή, αυτή του χρώματος, από ροζ σε πράσινο. Στο χειροκρότημα είπαν να φανούν κουβαρντάδες και να ανάψουν και τα δυο φώτα μαζί. Το κλείσιμο της παράστασης, ήταν φθηνό και επιφανειακό. Με ένα κρυμμένο νεροπίστολο, ο Mironov, έβρεχε το κοινό, ενώ την δράση συνόδευε το συρτάκι του Ζορμπά.

Μια γεύση από την παράσταση

Παρακολούθησα επίσης, τον Ziya Azazi στην παράσταση Dervish. Mια παράσταση εμπνευσμένη από τον χορό των Σούφι. Μια εντυπωσιακή παράσταση. Εναλλακτική. Διαφορετική από ότι έχεις παρακολουθήσει. Χρειάζεται μεγάλη πειθαρχία και αφοσίωση για να εκτελέσεις την χορογραφία που δημιούργησε ο Αzazi. Καλή επιλογή να βάλει στην αρχή της παράστασης, ένα κείμενο που να κατατοπίζει τους θεατές στο περιεχόμενο και στη δομή της παράστασης. Εξαιρετικά και ευρηματικά τα φώτα. Σε ελάχιστα σημεία, η χρήση τους υπερβολική. Συνολικά όμως, υπήρχε γόνιμος πειραματισμός. Η μουσική των Mercen Dede και Uwe Felchle πολύ αισθαντική, έκανε ακόμα πιο δυναμική την δράση.

Αποσπάσματα από την παράσταση

https://ziyaazazi.com/work/dervish/

Το φεστιβάλ ολοκληρώθηκε με την παράσταση των eVOLUTION DANCE ΤΗΕΑΤΕR,

ElectrIcIty, Black & Light την Τρίτη 25 Όκτώβρη.


Τρίτο Στεφάνι, ΚΘΒΕ



Μέσα από τις ιστορίες ζωής των δυο ηρωίδων, Νίνας και Εκάβης, γινόμαστε μάρτυρες, ενός κομματιού της ιστορίας της χώρας μας. Καθώς ξεδιπλώνονται οι παραπάνω ιστορίες, ζωντανεύει μπροστά μας η Ελληνική κοινωνία από την αρχή του αιώνα μέχρι και τον εμφύλιο. Για εμάς που δεν έχουμε ζήσει εκείνα τα χρόνια και ακούμε ιστορίες από τις γιαγιάδες και τους παππούδες μας, είναι μια ευκαιρία, να πάρουμε μια γεύση από τότε. Μια πολύ καλή ευκαιρία, θα έλεγα. Το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Ταχτσή είναι ζωντανό. Οι ιστορίες των δυο γυναικών μπλέκονται η μια μέσα στην άλλη, τόσο αριστοτεχνικά που σε απορροφάνε. Μέσω της αφήγησης, σου προκαλείται η αίσθηση ότι είσαι και εσύ μέρος της παρέας Νίνας-Εκάβης και πίνεις καφέ μαζί τους, συζητώντας.

Το μυθιστόρημα δίνει εξαίρετα πατήματα, ο μεγάλος όγκος του υλικού του, όμως, μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή, όποιον αποπειραθεί να ασχοληθεί μαζί του. Δύσκολο εγχείρημα. Μπορεί εύκολα να κουράσει τον θεατή. Αυτό το ρίσκο, το πήρε ο σκηνοθέτης Θανάσης Παπαγεωργίου. Και κέρδισε το στοίχημα. Η παράσταση που δημιούργησε σε αφορά. Σε εντάσσει στη δράση. Είναι καλοφτιαγμένη. Έχει ρυθμό, γρήγορες εναλλαγές σκηνών. Ευφυής χρησιμοποίηση του σκηνικού χώρου. Η σκηνοθεσία του είναι σαν μια καλοδουλεμένη σύνθεση. Φαίνεται απλή, αλλά δεν είναι. Το υλικό του πλούσιο. Εικαστικά ενδιαφέρον. Επέλεξε να φτιάξει μια παράσταση 3,5 ωρών. Μεγάλη διάρκεια. Επέλεξε να μην κόψει περισσότερο, γιατί πιστεύει ότι έτσι θα αδικήσει το έργο του Ταχτσή. Συνειδητή επιλογή, λοιπόν. Η παράσταση, από κάποια στιγμή και μετά κουράζει, αλλά αυτό, χωρίς να το δικαιολογώ, πιστεύω ότι είναι το αναγκαίο κακό, ενασχόλησης με ένα υλικό τέτοιου όγκου και τέτοιας σπουδαιότητας.

Τα σκηνικά του Γιώργου Πάτσα, λειτουργικά, καλαίσθητα και ενδιαφέροντα, από εικαστικής πλευράς. Και σε συνδυασμό με τα κοστούμια της Λέας Κούση, μας ''μετέφεραν'' σε εκείνη την εποχή. Οι φωτισμοί του Παπαγεωργίου συντρόφευαν την δράση, χωρίς να φλυαρούν. Το εικονικό περιβάλλον του Στάθη Μίτσιου εξαίρετο. Όταν έδειξε την φωτογραφία του Bresson και η Εκάβη, είπε ότι έμενε εκεί, ήταν ανατριχιαστικό. Το υλικό και ο τρόπος που το επεξεργάστηκε είχε ποιότητα και λεπτομέρεια και σε κρατούσε ως θεατή. Υποκριτικά ξεχώρισαν οι ερμηνείες των Χατζηιωαννίδου Μαρία ως Νίνα(β),η Κωνσταντινίδου Ελισάβετ ως Εκάβη και ο Δημήτρης Μαραγκόπουλος ως Δημήτρης. Και στο υπόλοιπο καστ, δεν υπήρχε κάποια παραφωνία. Γενικότερα, όσον αφορά την υποκριτική, υπήρχε σύμπνοια. (Πράγμα που σε αρκετές παραστάσεις του ΚΘΒΕ δεν συμβαίνει).

Τετάρτη- Πέμπτη : Γενική είσοδος 5 ευρώ

Επιτέλους ένα κρατικό θέατρο προσβάσιμο σε όλους


ΝΟ ΕΧΙΤS (Κεκλεισμένων των θυρών)


Η ομάδα ριSκο και το Αβέρτο Θέατρο ανέβασαν το έργο του Ζαν Πωλ Σαρτρ ''Κεκλεισμένων των θυρών''. Το έργο αυτό είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου θεατρικά κείμενα. Το έχω διαβάσει τόσες φορές που το έχω μάθει, σχεδόν απ' έξω. Κάθε φορά που το διαβάζω γοητεύομαι όλο και περισσότερο. Ο Ζαν Πωλ Σαρτρ είναι ένας υπαρξιστής φιλόσοφος με μεγάλο ενδιαφέρον. Ο τρόπος γραφής του και ο τρόπος που ενσωματώνει τις φιλοσοφικές του ιδέες μέσα σε μια θεατρική φόρμα, είναι τουλάχιστον ελκυστικός. Σου κρατάει το ενδιαφέρον, αμείωτο και διαθέτει σασπένς.

''Η κόλαση είναι οι άλλοι''. Αυτή είναι η φράση κλειδί που περικλείει το νόημα του έργου. Ο Σαρτρ μας προτρέπει να μην ψάχνουμε την κόλαση κάπου αλλού. Ο άλλος, μπορεί να δημιουργήσει την κόλασή μας. Μια αφόρητη κόλαση. Μια κόλαση σκληρή. Πολύ σκληρότερη από τα καζάνια, γιατί είναι μια κόλαση, οικεία. Μας βασανίζει. Οι άλλοι για εμάς, όπως και εμείς για τους άλλους, προκαλούμε δυστυχία, άθελά μας ή μη. Στην παράσταση παρακολουθούμε τον Γκαρσέν, την Ινέζ και την Εστέλλα σε έναν χώρο, κεκλεισμένων των θυρών. Αυτοί πιστεύουν ότι είναι ο χώρος αναμονής για να τους μεταφέρουν στην πραγματική κόλαση. Στο τέλος του έργου, αφού έχει δημιουργηθεί ένα φάσμα σχέσεων μεταξύ τους, συνειδητοποιούν ότι το μαρτύριο έχει ήδη ξεκινήσει. Και δεν θα σταματήσει ποτέ. Βρίσκονται ήδη εκεί. Σε μια κόλαση, χωρίς διέξοδο.

Η σκηνική πραγμάτωση του έργου, δια χειρός Βαγγέλη Οικονόμου, ήταν καθαρή, αλλά όχι ελκυστική. Η παρουσίαση του έργου, χρειαζόταν κάτι παραπάνω για να κρατήσει το ενδιαφέρον σου. Ωραία χειρίστηκε τους θαλαμηπόλους. Ελάφρυνε αρκετά το έργο, με την κωμική νότα που έδωσε στο δίδυμο αυτό. Οι μουσικές του επιλογές ήταν ατυχείς. Το τραγούδι του τέλους, ήταν εντελώς αταίριαστο της ατμόσφαιρας που κυριαρχούσε στην σκηνή. Η μουσική των εισόδων θύμιζε μουσική καμπαρέ(;). Ο σκηνικός χώρος που δημιούργησε η ομάδα ριSκο ήταν λειτουργικός και με εικαστικό ενδιαφέρον. Κάποιες λεπτομέρειες, στην χρωματική σύνθεση του σκηνικού, θα μπορούσαν να φροντιστούν καλύτερα.

Τέλος, το κομμάτι της υποκριτικής ζημίωσε σε μεγάλο βαθμό την επίδραση της παράστασης στους θεατές. Χάθηκε η δυναμική των σχέσεων και πολλά νοήματα του κειμένου. Ειδικά σε συγκεκριμένα έργα, όπως του Σαρτρ που βασίζονται κατά μεγάλο βαθμό στον λόγο και όχι στην δράση, πρέπει η υποκριτική των ηθοποιών να προσεχθεί ιδιαίτερα. Οι δυο θαλαμηπόλοι, Νανούδης και Τσάκας, λόγω των σωματικών τους διαστάσεων, είχαν κάτι το κωμικό. Η σχέση τους όμως ως δίδυμο θα έπρεπε να δουλευτεί περισσότερο εις βάθος. Οι παρουσίες τους, δεν συμβίωναν αρμονικά, επί σκηνής. Αυτό φαινόταν, αρχής γενομένης των γέλιων μέχρι και από τις στάσεις που έπαιρναν μεταξύ τους. Η ερμηνεία του Ορέστη Παλιαδέλη, μας κράτησε. Κατάφερε να εμφυσήσει ζωή στον Γκαρσέν και να μας κάνει να θέλουμε να ακούσουμε την ιστορία του και να συμπάσχουμε μαζί του. Αντίθετα, η Λίλη Λαμπούδη ως Ινέζ, ήταν πολλές φορές ανέκφραστη. Δεν επικοινωνούσε. Είχε μια παγερότητα και κάποιες στιγμές ένιωθες ότι κινιόταν πιο κοντά στην απαγγελία, παρά στην ερμηνεία. Η Έλενα Δαμίγου, ως Εστέλλα, δεν είχε συνέπεια στην υποκριτική της. Συχνά, ''έπαιζε τον χαρακτήρα της'' και αυτό αφαιρούσε από το βάθος και φτώχαινε το οποιαδήποτε πίσω κείμενο.

Related stories