HomeMind the artΒιβλίο«Κι έτσι συνεχίζουμε, σαν βάρκες ενάντια στο...

«Κι έτσι συνεχίζουμε, σαν βάρκες ενάντια στο ρέμα»

Τελευταίο τεύχος της χρονιάς που φεύγει κι εγώ κοιτάζω στο ράφι απέναντί μου τα βιβλία για τα οποία δεν έχω προλάβει να γράψω κάποιο σημείωμα στις εβδομάδες που πέρασαν. Ξεκινάω να τα αναφέρω, γι’ αυτό κρατηθείτε: Pierre Assouline «Οι προσκεκλημένοι», Jean-Paul Noziere «Η σιωπή των νεκρών», Robin Jenkins «Χάρις και εξιλέωση», Alain Blottiere «Τόμι», Ντιντιέ Ντενένξ «Έγκλημα και μνήμη», Philip Roth «Πατρική κληρονομιά», Νίκη Αναστασέα «Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι», Σπύρος Λίγκας «Έγκλημα στην ταξιαρχία», Τεύκρος Μιχαηλίδης «Ο μέτοικος και η συμμετρία», Τάκης Θεοδωρόπουλος «Το τελευταίο Τέταρτο», Γιώργος Σιακαντάρης «Ζαν Ζακ Ρουσσώ: ο φιλόσοφος της πεφωτισμένης δημοκρατίας», Johann Chapoutot, «Ο εθνικοσοσιαλισμός και η αρχαιότητα» (Εκδόσεις «Πόλις»). Philip Kerr «Η τριλογία του Βερολίνου», Λέοναρντ Κοέν «Υπέροχοι απόκληροι», Βαλέριο Εβαντζελίστι «Τορτούγα», Μαρία Γαβαλά «Ο Λεμονόκηπος», Λίλα Κονομάρα «Το δείπνο», Βασίλης Κατσικονούρης «Μπαμπούσκα» (εκδόσεις «Κέδρος»). Γιασμίνα Χάντρα «Εξίσωση θανάτου», Α. Τσέχοφ & Σεργκέι Γεσένιν «Η ανιψιά και άλλα δύο κλασικά ερωτογραφήματα» (εκδόσεις «Καστανιώτη»). Σωτήρης Βανδώρος, «Σιωπηλό βλέμμα: για την πολιτική θεωρία του Ρουσσό» (εκδόσεις «Σαββάλας»). Ρύντιγκερ Σάπερ «Η οδύσσεια του πλαστογράφου Κωνσταντίνου Σιμωνίδη» (εκδόσεις «Νεφέλη»).
Νιώθω μια μικρή ενοχή για αυτήν την παράλειψη αλλά και μια μεγάλη χαρά για όσα πρόκειται να επακολουθήσουν με τη νέα χρονιά. Ψέματα• δεν αισθάνομαι ενοχή. Άλλωστε τα βιβλία δεν είναι ευπαθή προϊόντα, έχουν ζωές πολλαπλές και επαναλαμβανόμενες μέσα στον χρόνο –όταν γράφονται κι έπειτα όταν εκδίδονται κι επανεκδίδονται και στη συνέχεια όταν διαβάζονται και ξαναδιαβάζονται, όταν αποκτώνται κι όταν δανείζονται ή χαρίζονται, όταν συζητιούνται και διδάσκονται, όταν μελετώνται και μεταφράζονται, όταν μεταφέρονται στο σινεμά ή στην τηλεόραση, όταν αποτελούν έμπνευση για άλλα βιβλία, για τραγούδια, για χίλιες δυο εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής.
Αν πάλι βέβαια πρέπει να επιλέξω έναν βιβλίο της φετινής βιβλιοπαραγωγής, θα επέλεγα την επανέκδοση ενός κλασικού πλέον μυθιστορήματος• τον «Μεγάλο Γκάτσμπυ» του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ που κυκλοφορεί και πάλι σε νέα, εξαιρετική μετάφραση από τον Άρη Μπερλή (εκδόσεις «Άγρα»). Καταρχήν για όλα όσα είναι σε θέση να πει σήμερα για τη σύγχρονη δυτική κοινωνία. Έχει αναφερθεί αρκετά συχνά και στον ελληνικό Τύπο ότι ο Φιτζέραλντ διάβαζε την «Παρακμή της Δύσης» του Όσβαλντ Σπένγκλερ (μετφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, εκδόσεις «Τυπωθήτω-Γ.Δαρδανός») τον καιρό που έγραφε το βιβλίο που τον έκανε διάσημο όχι όμως και πλούσιο. Ο Γκάτσμπυ, η κλασική ενσάρκωση του «αμερικάνικου ονείρου» όπως γράφεται κατά κόρον, δεν μπορεί να ιδωθεί απλώς ως ένα τραγικό θύμα της τύχης ή των περιστάσεων• είναι εν τέλει ένας συνειδητά φαουστικός ήρωας –ένας πραγματικά υπέροχος ιππότης, ένας αγνός δημιουργός που θέλει να κατακτήσει τον κόσμο και να κατισχύσει σε αυτόν, γνωρίζοντας πολύ καλά όμως πως αυτό είναι μάταιο και πως έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να διαρκέσει για πολύ.
Άλλωστε είναι ένα μυθιστόρημα που τον τελευταίο καιρό συζητείται πολύ, ενόψει μάλιστα της προβολής της πολυαναμενόμενης ταινίας του Μπαζ Λιούρμαν με τον Λεονάρντο ντι Κάπριο στον ομώνυμο ρόλο. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αποκλείεται να μην έχουν δει την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου που σκηνοθέτησε ο Τζακ Κλέιτον το 1974 με τον απαστράπτοντα Ρόμπερτ Ρέντφορντ ως Γκάτσμπυ.
Κι έπειτα, για καθαρά προσωπικούς λόγους• γιατί όσες φορές κι αν το διάβασα στο παρελθόν –και πιστέψτε είναι αρκετές– το απόλαυσα στ’ αλήθεια κι έμεινα μ’ εκείνη την πικρή γεύση που μετά από λίγο έρχεται και γίνεται θυμός για όσα είχα διαβάσει για τον Γκάτσμπυ και την ιστορία του, αφού ήξερα πως είχε πια τελειώσει. Και μάλιστα τελειώνει μ’ ένα από τα πιο συγκλονιστικά φινάλε που έχουν γραφτεί στην παγκόσμια λογοτεχνία:
«Ο Γκάτσμπυ πίστευε στο πράσινο φως, στο οργασμικό μέλλον που χρόνο με τον χρόνο ξεμακραίνει από μας. Μάς ξέφυγε τότε, αλλά αυτό δεν έχει μεγάλη σημασία –αύριο θα τρέξουμε πιο γρήγορα, θα απλώσουμε πιο μακριά τα χέρια μας. Και ένα ωραίο πρωινό–
Κι έτσι συνεχίζουμε, βάρκες ενάντια στο ρεύμα, που ακατάπαυστα μας ρίχνει στο παρελθόν.–»

Έτσι λοιπόν κι εγώ, με το βλέμμα στραμμένο στο ολοδικό μου πράσινο, οργασμικό φως και παλεύοντας να στρίψω τη βάρκα μου που γέρνει ολοένα προς τα πίσω, σας εύχομαι καλές γιορτές και καλή χρονιά.

Related stories