HomeMind the artΒιβλίο«Όταν η σωτηρία της χώρας το επιβάλλει»

«Όταν η σωτηρία της χώρας το επιβάλλει»

“Δεν υποτιμώ τη δύναμη. Δεν επικρίνω κανέναν επειδή την έχει. Εκείνο που αναστατώνει τους ανθρώπους –δικαίως θα επιθυμούσα να προσθέσω, αν μου επιτρέπετε– είναι ότι οι κυβερνήτες αποσείουν τις ευθύνες τους. Ισχυρίζονται πως τα δεινά της χώρας οφείλονται σε ανώτερες δυνάμεις και όχι στις αποφάσεις τους. Δεν ομολογούν την αποτυχία. Δίκαιο είναι να λαμβάνει κανείς αυτό που του αξίζει. Δικαιοσύνη ίσον αρετή. Αυτό τουλάχιστον διακήρυξε ο Αριστοτέλης. Ακούγεται παλιομοδίτικο, έτσι δεν είναι; Οι σύγχρονοι νομοθέτες είναι λιγότερο απόλυτοι με τις έννοιες, βάζουν πιο εύκολα νερό στο κρασί τους. Η νομοθεσία οφείλει να είναι ουδέτερη, συνομολογούν. Δεν επιτρέπεται να κατηχεί, δεν δικαιούται να επιβάλλει το καλό. Η αρετή δεν είναι εξαναγκασμός. Δικαιοσύνη, πάνω απ'όλα σημαίνει ελευθερία επιλογής. Ειπώθηκαν πολλά για την υπόθεση, χωρίστηκαν σε ψέματα κι αλήθειες. Οι δημοσιογράφοι που ανακατεύτηκαν δεν έλαβαν υπόψη τους τις ανακρίβειες. Οι αδαείς δεν αντιλήφθηκαν τη διαφορά. Οι υπεκφυγές των νομικών δηλώνουν σεβασμό στο νόμο, είναι προφανές. Περιποιήθηκαν το τεχνικό περίβλημα των στοιχείων, ώστε να τηρηθούν ως το τέλος τα προσχήματα. Άλλες φορές υπεξέφυγαν από το νόμο, άλλες φορές κατέφυγαν σε νομικά πλάσματα, άλλες φορές ερμήνευσαν με συγκεκριμένο τρόπο. Πάντως δεν περιφρόνησαν τους τύπους, απέτισαν φόρο τιμής στο καθήκον της ειλικρίνειας. Διατήρησαν την επαγγελματική τους αξιοπρέπεια. Πήραν τις αποφάσεις τους. Προχώρησαν σε πράξεις, που έγιναν για χάρη της κατάστασης. Εκ των υστέρων είναι εύκολα τα λόγια και περισσεύουν οι ηθικές κρίσεις. Δεν ήταν έκνομοι όσοι ανακατεύτηκαν με την υπόθεση. Απλώς συμπεριφέρθηκαν σαν τέτοιοι. Μην επανέρχεστε στο θέμα της αλήθειας. Εάν πιστεύετε πως με τον νόμο στο χέρι αποδίδεται η δικαιοσύνη και λύνονται πάσης φύσεως προβλήματα, λυπάμαι αλλά είσθε αφελής. Η ζωή αποτελεί πιο σύνθετο φαινόμενο. Κι όσο για τα τεκμήρια, τα οποία επικαλείσθε, θα μου επιτρέψετε να καγχάσω. Έζησα δύο πολέμους και στρατοδικεία, η ιδέα ότι η πραγματικότητα είναι μία και αδιαμφισβήτητη μου προκαλεί θυμηδία. Η πραγματικότητα είναι η υπέρτατη κατασκευή, ρωτήστε τους ανθρώπους που βιοπορίζονται από αυτή, δικηγόρους και δημοσιογράφους. Οι άνθρωποι αδυνατούν να το χωνέψουν. Αυτό που αποκαλούν βιαστικά αλήθεια σπανίως επαρκεί. Κι ακόμα σπανιότερα προσφέρει λύση. Η δικτατορία της αλήθειας. Η παντοκρατορία των καλών προθέσεων. Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο για μια οικογένεια ή μια χώρα. Εκ των υστέρων εμφανίζονται οι ιστορικοί. Σκαλίζουν σφραγισμένα ντουλάπια, ανακαλύπτουν ξεχασμένα χαρτιά, ερευνούν, αποφαίνονται. Πότε ακριβώς ξεκίνησε η υπόθεση Γκρη; Με τη δολοφονία του Τάλας ή με τις αποφάσεις που πάρθηκαν πίσω από τις κλειστές πόρτες; Στην Ιστορία δεν σημειώνεται καμία πρόοδος, αλλαγή, πορεία προς το καλό ή βύθισμα στην άβυσσο. Και ας ωρύονται οι επιζήσαντες. Πριν και μετά. Αυτό και μόνο. Γκρεμός ανάμεσα. Όποιος ερευνά την υπόθεση Γκρη, οφείλει να καταλάβει. Κανείς δεν πήρε αποφάσεις αβασάνιστα. Έπρεπε όμως να σωθεί μια χώρα. Ετερονομία, αυτή είναι η βασική αρχή της διακυβέρνησης. Ζυγίζεις και στο τέλος αποφαίνεσαι ποιο είναι το μικρότερο κακό. Οι λέξεις σπανίως βοηθούν. Δεν ξεχωρίζουν το σωστό από το λάθος. Σε τέτοιες περιστάσεις τα πάντα είναι αποτέλεσμα διαβούλευσης. Αυτή είναι ίσως η θεμελιώδης διαφορά. Οι προθέσεις έχουν πιθανότατα αξιοπρέπεια. Τα έγγραφα όχι. Θα σας εξέπληττε πόσο εύκολα μπορεί να παραπέσει ένα τεκμήριο, να ξεχαστεί μια υπογραφή. Υπόθεση Γκρη: Res ipsa loquitur. Ελληνιστί, όπερ έδει δείξαι.



Όπου βλέπεις δολοφονία του Τάλας και η υπόθεση Γκρη δεν είναι άλλη από την πολύκροτη υπόθεση της δολοφονίας του αμερικανού δημοσιογράφου του CBS Τζορτζ Πολκ, που βρέθηκε νεκρός στο Θερμαϊκό στις 16 Μαΐου 1948, και μαζί η σκευωρία εις βάρους του επίσης δημοσιογράφου Γρηγόρη Στακτόπουλου, που κατηγορήθηκε για άμεση συνέργεια στο έγκλημα και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Αυτός δε που μιλάει στο ανωτέρω απόσπασμα δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορούμενου σε μία αφήγησή του εξήντα τέσσερα χρόνια μετά –τουλάχιστον όπως τον παρουσιάζει η συγγραφέας Σοφία Νικολαΐδου στο νέο της μυθιστόρημα «Χορεύουν οι ελέφαντες». Με μία αλληλοδιαδοχή πρωτοπρόσωπων αφηγήσεων, η συγγραφέας αναπλάθει την παλαιά και σύγχρονη εικόνα όχι μόνο της Θεσσαλονίκης των τελευταίων δεκαετιών αλλά και ολόκληρης της Ελλάδας. Με την αφήγηση ανθρώπινων ζωών που παραλληλίζονται, ταυτίζονται ή διακλαδίζονται, η Νικολαΐδου γράφει ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα –αν όχι το πρώτο– όπου όχι μόνο καταγράφονται με πλήρη σαφήνεια τα βασικά και ουσιώδη αίτια της ελληνικής κρίσης (πολιτική διακυβέρνηση, εκπαιδευτικό αλλά και δικαιοδοτικό σύστημα) αλλά και –δίχως φόβους μήτε λαϊκισμούς– καταδεικνύει την ελπίδα τούτης της κοινωνίας που δεν είναι άλλη από τη γενιά του Facebook, των υπολογιστών, του Xbox και των πειραματισμών. Γιατί, πράγματι, αυτοί ήταν πάντοτε: τα νέα παιδιά που ερωτεύονται κάτω από τ’ αστέρια και πάνω στα αρχαία μάρμαρα –είτε κάνουν διάλειμμα στη μελέτη για τις Πανελλαδικές είτε όχι.

Related stories