HomeMind the artΒιβλίοΜία συζήτηση με τον Άρνε Νταλ

Μία συζήτηση με τον Άρνε Νταλ

Τούτη εδώ δεν είναι η πρώτη σας επίσκεψη στην Ελλάδα. Διάβασα μάλιστα ότι το πρώτο βιβλίο με το οποίο ξεκινήσατε τη συγγραφική σας καριέρα ήταν το “Chiosmassakern”, το οποίο αναφερόταν στη σφαγή της Χίου το 1822.
Πράγματι, έχω ξανάρθει ως τουρίστας τη δεκαετία του ’80. Όταν δηλαδή ήμουν πολύ νέος και είχα καταγοητευτεί από το Αιγαίο που ήταν ένας πραγματικός παράδεισος, εγώ ήρθα με τη φιλοδοξία να γράψω ένα βιβλίο. Βρέθηκα στην Χίο για ένα μήνα κι ανακάλυψα αυτή την εντελώς αλλόκοτη σφαγή, όταν ο πληθυσμός ολόκληρου του νησιού στην κυριολεξία αφανίστηκε. Το μισό μυθιστόρημα γράφτηκε εκεί.

Τι απέγινε αυτό το μυθιστόρημα λοιπόν;
Εκδόθηκε, ήταν το ντεμπούτο μου. Είχε αρκετά καλή υποδοχή, δεδομένου ότι επρόκειτο για ένα βιβλίο που μιλούσε για την ελληνική ιστορία. Δε μεταφράστηκε σε άλλες γλώσσες. Είναι ένα πρωτόλειο κείμενο, αλλά το θεωρώ αρκετά αξιοπρεπές συγγραφικό ξεκίνημα. Θα πάντοτε έχω στο μυαλό μου την Ελλάδα ως το μέρος όπου ξεκίνησα τη συγγραφική μου καριέρα.

Έχετε επίσης εργαστεί ως κριτικός λογοτεχνίας.
Ήμουν εξαιρετικά δραστήριος βιβλιοκριτικός στο παρελθόν. Δούλευα για λογαριασμό σουηδικών εφημερίδων, διάβαζα χιλιάδες βιβλία κι έγραφα αντιστοίχως χιλιάδες κριτικές. Όμως όσο περισσότερο μεταμορφωνόμουν σε συγγραφέα, τόσο λιγότερο διάβαζα βιβλία άλλων. Εξακολουθώ ωστόσο να αγαπώ αυτή τη δουλειά, γιατί είναι πολύ εύκολο να εγκλωβιστεί κανείς στο δικό του, προσωπικό κόσμο. Γιατί καταλήγει να διαβάζει μόνο τα δικά του γραπτά. Κι αυτό είναι εντελώς ανθυγιεινό.

Σε όλες τις αστυνομικές ιστορίες σας, υπάρχει μία πολύ έντονη πολιτική και κοινωνική ματιά: διαφθορά, προβληματικές εργασιακές σχέσεις, οικονομική και πολιτική εκμετάλλευση, εμπορία ανθρώπων, νεοναζισμός, τρομοκρατία, ναρκωτικά και πολλά άλλα. Μάς έχετε αποκαλύψει μία πολύ διαφορετική εικόνα της Σουηδίας.
Βιώσαμε κι εμείς μία οικονομική κρίση στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όχι βέβαια όπως αυτή που βιώνετε εσείς εδώ στην Ελλάδα. Όμως μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι και η Σουηδία είναι μία ευάλωτη χώρα, όπως όλες οι άλλες χώρες στην Ευρώπη. Τις προηγούμενες δεκαετίες, η Σουηδία αποτελούσε την χώρα-πρότυπο για όλες τις άλλες χώρες του κόσμου κι αυτό ήταν απολύτως σωστό, καθώς είχε δημιουργήσει το επιτυχημένο κοινωνικό μοντέλο –όλοι οι πολίτες ήταν νομοταγείς, πλήρωναν τους υψηλότατους φόρους τους κλπ.–, όμως παράλληλα ακολουθούσε μία πολιτική απομονωτισμού. Στην πραγματικότητα, η Σουηδία επιθυμούσε να παραμένει ασφαλής στο βόρειο μέρος του πλανήτη. Ναι μεν δεχόταν μετανάστες από άλλες χώρες (π.χ. Ελλάδα, Τουρκία, Ιταλία) για εργατικό δυναμικό, όμως δεν ήθελε να έχει πραγματικές σχέσεις με άλλες κοινωνίες. Αυτό άρχισε να αλλάζει σταδιακά, πρώτα με τη δολοφονία του πρωθυπουργού Όλαφ Πάλμε το 1986, που αποτέλεσε μία κρίσιμη καμπή, καθώς υπήρξε η απώλεια της αθωότητας για τη σουηδική κοινωνία. Μετά ακολούθησε η ένταξη στην Ε.Ε., η Πτώση του Τείχους το ’89 και η είσοδος της ρώσικης μαφίας με τις μεθόδους της. Ουσιαστικά η Σουηδία μετατράπηκε σε μία κανονική ευρωπαϊκή χώρα, όπως όλες οι άλλες.

Πιστεύετε ότι το να γράφει κάποιος έργα αστυνομικής λογοτεχνίας είναι ο κατάλληλος τρόπος για να πει την αλήθεια;
Είναι ένας τρόπος για να απευθυνθεί στο ευρύ αναγνωστικό κοινό. Προσωπικά προσπαθώ να γράφω κάτι περισσότερο από τυπικές αστυνομικές ιστορίες, θέλω να προσθέτω κάτι περισσότερο. Κάτι που να θυμίζει, ας πούμε, «πραγματική λογοτεχνία». Τουλάχιστον αυτό προσπαθώ στα δεκατέσσερα βιβλία που έχω γράψει.

Στις ιστορίες σας χρησιμοποιείτε ως ήρωες μία ειδική ομάδα αστυνομικών σε αντίθεση με τον τυπικό, αλκοολικό ήρωα που κατορθώνει να λύσει το μυστήριο εντελώς ολομόναχος. Εάν οι αμερικανοί κλασικοί συγγραφείς της αστυνομικής λογοτεχνίας κατάφεραν να πάρουν το έγκλημα από τα μεγάλα λαμπερά σαλόνια και να το μεταφέρουν στο πεζοδρόμιο –εκεί όπου πραγματικά ανήκει–, τι πιστεύετε πως εσείς, η νέα γενιά των αστυνομικών συγγραφέων, έχετε να προσφέρετε στο είδος;
Πράγματι, αυτό ακριβώς συνέβη με τους αμερικάνους της δεκαετίας του ‘40 –τον Ρέημοντ Τσάντλερ, τον Ντάσιελ Χάμετ κι όλους τους υπόλοιπους. Πολύ αργότερα ακολούθησε το πρότυπο της αστυνομικής ομάδας με τον Εντ ΜακΜπέιν, το οποίο αντέγραψαν και κάποιοι σουηδοί συγγραφείς. Βέβαια, η γέννηση της σουηδικής αστυνομικής λογοτεχνίας ήρθε με τον Χένιγκ Μάνκελ, τη δεκαετία του ’90. Εγώ ανήκω στη δεύτερη γενιά. Αυτό που τολμώ να πω ότι προσφέρουμε στο είδος είναι ότι ξαναγυρίσαμε το έγκλημα στις βιβλιοθήκες. Τα πτώματα βέβαια παραμένουν στο πεζοδρόμιο.

Σε κάποιες από τις παλαιότερες συνεντεύξεις σας, δηλώσατε ότι η Ομάδα Άλφα συμβολίζει τη συλλογικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ως ένα βαθμό ναι. Από την άλλη βέβαια, αντιμετωπίζει το διεθνές έγκλημα, συνεπώς μπορεί να πει κανείς πως συμβολίζει το ίδιο το έγκλημα σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης.

Διαβάζετε έλληνες συγγραφείς;
Δυστυχώς δεν έχω μεγάλη γνώση των σύγχρονων ελλήνων συγγραφέων. Έχω διαβάσει έργα του Πέτρου Μάρκαρη, ο οποίος έχει μεταμορφώσει την τυπική αστυνομική ιστορία σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Οι δουλειές μας έχουν πολλές ομοιότητες· είναι διαφορετικές μεν, αλλά με πολλές ομοιότητες. Πιστεύω πάντως ότι για να γράψει κανείς αστυνομικές ιστορίες θα πρέπει κατ’ αρχήν να έχει διαβάσει τους αρχαίους τραγικούς: Αισχύλο, Σοφοκλή αλλά και Ευριπίδη. Κυρίως όμως τον Αισχύλο, τον αρχαιότερο και τον πιο σκληρό απ’ όλους.

Για ποιο λόγο πιστεύετε ότι κάποιες κοινωνίες παράγουν πλούσια αστυνομική λογοτεχνία ενώ κάποιες άλλες όχι; Έχει να κάνει με συγκεκριμένους παράγοντες και παραμέτρους, όπως φερ’ ειπείν νοοτροπία, θρησκεία κλπ.;
Ως ένα σημείο ναι. Θεωρώ πως έχει να κάνει με τα διάφορα δόγματα του Χριστιανισμού. Γι’ αυτό άλλωστε οι καθολικές και οι προτεσταντικές κοινωνίες παράγουν διαφορετική αστυνομική λογοτεχνία –δεν ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει στις ορθόδοξες. Έχει επίσης να κάνει με μία αίσθηση απόστασης από τα πράγματα. Σε μία προτεσταντική κοινωνία, όπως η δική μου, το έγκλημα εξακολουθεί να γοητεύει και να συναρπάζει γιατί ακόμη και σήμερα φαντάζει ξένο κι αλλόκοτο. Σε μια κοινωνία όπως η ρωσική, όπου το έγκλημα –φερ’ ειπείν η διαφθορά, οι συνωμοσίες– σε περιβάλλει, ίσως να μην έχεις καμμία διάθεση να γράψεις γι’ αυτό. Ή κι αν γράψεις, να θέλεις να είναι κωμωδία ή σάτιρα. Ενώ αντίθετα στη Σουηδία, υπερισχύει αυτό που ονομάζουμε προτεσταντική ηθική, όπου οι άνθρωποι εξακολουθούν να πιστεύουν στο νόμο και την τάξη και στην απονομή της δικαιοσύνης: θέλουν να βλέπουν τον εγκληματία να τιμωρείται. Κι αυτό ισχύει και για ανθρώπους που δεν είναι θρήσκοι. Ούτε εγώ είμαι θρήσκος. Όμως μιλάμε για μία κοινωνία που ήταν πάμπτωχη μέχρι πριν από τρεις γενεές. Μία αγροτική προτεσταντική κοινωνία που μέχρι τον 19ο αιώνα ζούσε μέσα στο χάος, τους πολέμους και τη φτώχεια.

Πως εξηγείτε τη μεγάλη επιτυχία που έχουν παγκοσμίως οι συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας από τις σκανδιναβικές χώρες;
Όλα ξεκίνησαν με τον Χένιγκ Μάνκελ στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Ύστερα ακολούθησε ο Στιγκ Λάρσον, που έκανε παγκόσμια επιτυχία ανάλογη με τον Χάρι Πότερ και τον Νταν Μπράουν. Σήμερα πλέον θεωρείται πως όλοι μας ακολουθούμε τα βήματα του Στιγκ Λάρσον. Είχα ήδη εκδώσει επτά βιβλία πριν από εκείνον, ωστόσο θεωρούμαι επίγονός του οπουδήποτε κι αν ταξιδέψω!


Άρνε Νταλ
Misterioso
Μίσος και αίμα

Τυχαίο θύμα
Τα μπλουζ της Ευρώπης
(Εκδόσεις «Μεταίχμιο», μετφ. Γρηγόρης Κονδύλης, Αθήνα)

Related stories