HomeMind the artΘέατροΑπό το χαρτί στη σκηνή - δύο...

Από το χαρτί στη σκηνή – δύο θεατρικές διασκευές μυθιστορημάτων


Ο Γύρος του Θανάτου
του Θωμά Κοροβίνη, σε σκηνοθεσία Νίκου
Μαστοράκη, στο Βασιλικό Θέατρο.

Στο βραβευμένο μυθιστόρημά
του ο Κοροβίνης αποτυπώνει με έναν
λεπτομερή, γοητευτικό και έξοχα
περιγραφικό τρόπο τη ζωή στην πόλη της
Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια των
οδυνηρών μετακατοχικών και μετεμφυλιακών
χρόνων. Αναδεικνύεται η Θεσσαλονίκη
της ανέχειας, των φτωχών και των αστών,
των παρακρατικών, του ζόφου, των κλειστών
στομάτων, η σκοτεινή, υγρή και μυστηριώδης
πόλη. Μέσα από ένα υλικό χαοτικό, με λόγο
πυκνό (σε ένα μυθιστόρημα μόλις 200 περίπου
σελίδων), που κατανέμεται σε 9
αφηγητές-φιγούρες της εποχής, ξετυλίγεται
ο βίος και η πολιτεία του Αριστείδη
Παγκρατίδη που καταδικάστηκε ως ο
«δράκος του Σέιχ Σου».

Ο Μαστοράκης, στο δύσκολο
κομμάτι της θεατρικής διασκευής του
μυθιστορήματος, επίλεξε να διατηρήσει
την μονολογική, αφηγηματική φόρμα του
κειμένου και να τη διανθίσει σε αρκετά
σημεία με διάλογο. Το δραματουργικό και
σκηνοθετικό ενδιαφέρον επικεντρώθηκε
στην ηθογραφική απεικόνιση της εποχής,
ενώ η προσωπική ιστορία του Παγκρατίδη
«περιθωριοποιήθηκε» και πέρασε σε
δεύτερο πλάνο. Στην τρίωρης διάρκειας
παράσταση επιχειρείται μια προσπάθεια
να φωτιστούν και να δικαιολογηθούν οι
κοινωνικές συνθήκες που οδήγησαν ένα
νεαρό παιδί στην εκτροπή, στον έκλυτο
βίο.

Υπάρχουν άμεσες αναφορές
στην αρχαία ελληνική τραγωδία. Τα
επεισόδια δίνουν τη θέση τους σε χορικά
με δημοτικά και λαϊκά τραγούδια, τα
πρόσωπα των ηθοποιών έντονα βαμμένα,
γκροτέσκα, σχεδόν τρομακτικά, παραπέμπουν
στις μάσκες του αρχαίου δράματος, το
σκηνικό με τους λιτούς, μεγάλους τοίχους
και η εκφορά του λόγου, δίνουν μια καθαρή,
σκηνοθετική ταυτότητα. Η πρόθεση, όμως,
για μια ολοκληρωμένη σκηνική πρόταση
χάνεται εξαιτίας της φλυαρίας, της
επίπεδης αντιμετώπισης χαρακτήρων και
δράσης και του αδύναμου δεύτερου μέρους
με τον διάλογο της λαϊκής τραγουδίστριας
και του τραβεστί που αναβιώνει επί
σκηνής στιγμές κακής επιθεώρησης,
κερδίζοντας εύκολα τα αμήχανα χαχανητά
των θεατών. Οι χαρακτήρες, όπως
παρουσιάζονται επί σκηνής, είναι
χάρτινοι. Μεταφέρουν ένα συναίσθημα,
δεν το ζουν. Δημιουργείται αδικαιολόγητα
ένας φραγμός επικοινωνίας ανάμεσα σε
σκηνή και πλατεία, ενώ το κείμενο
προσφέρεται για το ακριβώς αντίθετο.
Ως εκ τούτου, το αποτέλεσμα είναι μια
φλύαρη, συναισθηματικά αποστειρωμένη
αφήγηση.

Τον θίασο απαρτίζουν
έμπειροι ηθοποιοί από το δυναμικό του
Κρατικού Θεάτρου, πραγματικοί καρατερίστες
(Σπυρόπουλος, Ίτσιος, Ευταξόπουλος,
Κορτσαρίδου, Παντελίδου, Γιαμαλή,
Μπαξεβάνη, Σεϊμένης, Κολοβός). Ξεχωρίζει
ο Γιάννης Σαμσιάρης, ως τραβεστί Λολό.
Ξεπερνά επιδέξια τον κίνδυνο δημιουργίας
μιας καρικατούρας και είναι απολαυστικός
ακόμη και στις υπερβολικές στιγμές της
ερμηνείας του. Ο καταληκτικός μονόλογός
του, μέσα από τον οποίο «ξεπηδά» η φωνή
και η ψυχή του Παγκρατίδη είναι η πιο
δυνατή στιγμή μιας παράστασης που
προσπαθώντας να φλερτάρει με το νεύρο
και την ένταση, λιμνάζει στα στάσιμα
νερά της επιφανειακής πόζας και της
επαναληπτικότητας.

Η άλωση της Κωσταντίας
του Γιάννη Μακριδάκη, σε σκηνοθεσία
Χρήστου Βαλαβανίδη, στο Κολοσσαίον.

Η Κωσταντία, Ρωμιά της
Πόλης, λαμβάνει ένα γράμμα. Όταν ανοίγει
τον φάκελο, ο καλά περιχαρακωμένος
κόσμος της καταρρέει, παρασύροντας μαζί
του όλα όσα μέχρι τότε ήταν δεδομένα.
Το μυθιστόρημα του Μακριδάκη παρουσιάζει
μέσα από ένα ταξίδι στο παρελθόν, τον
τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον Άλλο και
τον φόβο απέναντι στην εθνική, πολιτική,
θρησκευτική διαφορετικότητα. Η Κωσταντία
μαθαίνει πως ο γαμπρός της δεν είναι
Ρωμιός —όπως μέχρι τώρα γνώριζε— αλλά
Τούρκος κατά το ήμισυ, υιοθετημένος από
ελληνική οικογένεια. Η πληροφορία αυτή
πυροδοτεί τον ψυχολογικό όλεθρο της
Κωνσταντίας, που έχοντας ζωντανές τις
εικόνες του διωγμού του 1955 δεν μπορεί
να αποδεχτεί έναν οθωμανό γαμπρό και
έναν μικτό γάμο. Από την ολική καταστροφή
της άλωσης και την ορμή του πολιορκητικού
κριού του γαμπρού της, την σώζει η
πολυλογού, κουτσομπόλα φίλη της, η
Βαγγελία. Μαζί διαβάζουν την πολυσέλιδη
εξομολόγηση του γαμπρού της, που
εξελίσσεται σε ολονυχτία αποκαλύψεων
και περιδιαβάσεων στα γοητευτικά σοκάκια
της Κωνσταντινούπολης.

Το γεμάτο χρώματα και
αρώματα κείμενο του Μακριδάκη μεταφέρεται
στη σκηνή με έναν τρόπο που παραπέμπει
σε θεατρικό αναλόγιο. Ο Βαλαβανίδης
περιορίζει κάθε στοιχείο θεατρικότητας,
υπερτονίζοντας μια στατικότητα, αφού
στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης τα
πρόσωπα είναι καθηλωμένα σε πολυθρόνες.
Η παράσταση δεν απογειώνεται στιγμή
και ο συγκρατημένος, φυσικός τρόπος που
προσεγγίζει η —επιρρεπής στις ερμηνευτικές
υπερβολές— Βαγενά το αμόκ του χαρακτήρα
που υποδύεται και το «αχαλίνωτο» μπρίο
της Γερασιμίδου, που είναι απολαυστική
και εύστοχη στην περσόνα της πολυλογούς,
τσαούσας πολίτισσας, είναι τα δύο
στοιχεία που συγκρατώ από μια παράσταση
που κατακλύζεται από πληκτικές και
αμήχανες, αφηγηματικά, στιγμές.

Related stories

Οι ταινίες της εβδομάδας 25.04-01.05.2024

Γράφει ο Λάζαρος Γεροφώτης Η κατρακύλα στα εισιτήρια των κινηματογράφων...

Η Μαρίτα Καρυστηναίου δημιουργεί τα φωτιστικά των ονείρων σας

φωτογραφίες: Μαρία Ευσταθιάδου Η Decolight λειτουργεί από το 2010 και...

Ψηλά στο Εσκί Ντελίκ, αναμνήσεις μιας άλλης ζωής

Ήταν μικρές κι αθώες κοπελούδες σαν ήρθανε απ’ την...

Κριτική Βιβλίου | Λίνα Φυτιλή «Χρυσός κήπος. Αλτίν μπαχτεσί».

γράφει ο Τάσος Γέροντας Λίνα Φυτιλή «Χρυσός κήπος. Αλτίν μπαχτεσί»....