HomeΘέματαΚατάθλιψη

Κατάθλιψη

Λέμε συχνά: «Μελαγχόλησα», «Αυτός ο άνθρωπος μου προκαλεί κατάθλιψη», «Έχω τις μαύρες μου». Όταν χρησιμοποιούμε τον όρο «κατάθλιψη» στην καθημερινότητά μας, μιλάμε για μια κατάσταση πανανθρώπινη που όλοι μας έχουμε βιώσει — από ένα ελαφρύ αίσθημα λύπης μέχρι την απέραντη δυστυχία ή την απελπισία. Συνήθως γεννιέται σαν αντίδραση σε μιαν απώλεια που στα μάτια μας φαντάζει σημαντική, είναι δεν είναι. Ως τέτοια συναισθηματική εμπειρία, η «κατάθλιψη» είναι συνήθως χρονικά περιορισμένη, υποχωρεί εύκολα αν συμβεί κάτι ευχάριστο, «σβήνει» σιγά-σιγά και κυρίως δεν επηρεάζει τη δραστηριότητα και τη λειτουργικότητά μας.

Οι διακυμάνσεις της διάθεσης από μέρα σε μέρα ή και μέσα στην ίδια μέρα είναι ένα φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό, όσο και η άσχημη διάθεση που συνοδεύει την αίσθηση απώλειας μετά από χωρισμό, απόλυση, θάνατο ή κάθε είδους αποτυχία.

Στην Ψυχιατρική, από την άλλη, ο όρος «κατάθλιψη» υποδηλώνει μια συγκεκριμένη νόσο, με σαφή αιτιοπαθογένεια, προδιαθεσικούς παράγοντες, πορεία, πρόγνωση και θεραπεία. Η κατάθλιψη, αποτέλεσμα ενός συνδυασμού γενετικών, βιολογικών και ψυχοκοινωνικών παραγόντων, συναντάται παγκοσμίως σε ανθρώπους όλων των ηλικιακών ομάδων και όλων των κοινωνικών προελεύσεων, και χτυπά τόσο άντρες όσο και γυναίκες.

Νά ποια είναι τα συμπτώματα της νόσου:

-Ανηδονία.
Μεγάλη ελάττωση της ευχαρίστησης σε όλες ή σχεδόν όλες τις δραστηριότητες που
μέχρι τώρα ήταν ευχάριστες. Εργασία, οικογενειακή και κοινωνική ζωή, χόμπι και
σπορ χάνουν το ενδιαφέρον τους και ο ασθενής νιώθει ότι δεν έχει την ικανότητα
ή τη διάθεση να εκτελέσει συνηθισμένες ασχολίες.

-Καταθλιπτική
διάθεση στο μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, σχεδόν κάθε μέρα. Εύκολο κλάμα,
θλιμμένη έκφραση που γίνεται εύκολα αντιληπτή από το περιβάλλον.

-Διαταραχή του
ύπνου. Σπανίως υπερυπνία, συχνότερα αϋπνία. Το άτομο δυσκολεύεται να κοιμηθεί,
κάποιοι μάλιστα δεν κοιμούνται καθόλου. Ιδιαίτερα συχνή και ενοχλητική είναι η
πρώιμη αφύπνιση, καθώς πολλοί ξυπνούν τα χαράματα και δε μπορούν να
ξανακοιμηθούν.

-Διαταραχή της
όρεξης. Πολλοί καταθλιπτικοί ασθενείς παρουσιάζουν ανορεξία, με συνέπεια μικρή,
μεγαλύτερη ή ακόμα και απειλητική για τη ζωή τους απώλεια βάρους. Λιγότερο
συχνή είναι η αύξηση της όρεξης που οδηγεί σε υπερφαγία.

-Ελάττωση της
διάθεσης για σεξ (libido). Η σεξουαλική διάθεση μειώνεται αισθητά, ή και χάνεται
απολύτως.

-Αίσθημα
κόπωσης ή εξάντλησης, σαν όλη η ζωτικότητα ή η ενέργεια να έχει εξαφανιστεί.

-Αδυναμία
συγκέντρωσης, αναποφασιστικότητα, επιβράδυνση της σκέψης, του λόγου και των
κινήσεων. Ή και το αντίθετο: εκνευρισμός, ανησυχία, ένταση ή και διέγερση αντί
για επιβράδυνση.

-Αισθήματα
ενοχής, αναξιότητας, αυτομομφής. Χαμηλή αυτοεκτίμηση. Έλλειψη ελπίδας για το
μέλλον που αναμένεται ζοφερό.

-Σκέψεις ή
απόπειρες αυτοκτονίας. Προφανώς η πιο σοβαρή και επικίνδυνη επιπλοκή της νόσου.

-Σωματικά
ενοχλήματα. Ποικίλα, όπως πόνοι, μουδιάσματα, κράμπες, δυσκολία στην αναπνοή,
συμπτώματα από το γαστρεντερικό κ.ά., που οδηγούν σε σωρεία διαγνωστικών
εξετάσεων ώσπου ο γιατρός να καταλήξει ότι «είναι ψυχογενή». Ο όρος καλυμμένη
κατάθλιψη ή masked depression αναφέρεται ακριβώς στην κατάσταση αυτή.

Είναι πολύ σημαντικό τα άτομα που παρουσιάζουν συμπτώματα κατάθλιψης να αναζητήσουν επαγγελματική βοήθεια. Πολλοί πιστεύουν ότι μπορούν να καταφέρουν μόνοι τους. Θεωρούν ήττα ή ένδειξη αδυναμίας να απευθυνθούν σε γιατρό. Τέτοιου είδους απόψεις ενισχύονται συχνά και από το οικογενειακό ή φιλικό τους περιβάλλον. 

Όπως κάθε προκατάληψη, έτσι κι αυτή βασίζεται στην άγνοια. Πολλοί δε γνωρίζουν ότι η φαρμακευτική θεραπεία μπορεί να φέρει σημαντική βελτίωση από τον πρώτο κιόλας μήνα. Ότι η έγκαιρη θεραπεία μπορεί να προλάβει την κατάθλιψη από το να γίνει σοβαρή ή χρόνια. Ότι ο κίνδυνος για αυτοκτονία είναι μεγαλύτερος στους ανθρώπους που δεν παίρνουν θεραπεία (με τη θεραπεία οι ιδέες αυτοκτονίας εξαφανίζονται γρήγορα). Ότι η θεραπεία μπορεί να προλάβει νέα επεισόδια κατάθλιψης. Χωρίς θεραπεία, η πιθανότητα να πάθει κανείς δεύτερο επεισόδιο κατάθλιψης είναι 50% εάν ήδη έχει ένα επεισόδιο στο ιστορικό του. Εάν ήδη έχει πάθει δύο επεισόδια, η πιθανότητα να πάθει και τρίτο είναι ακόμη μεγαλύτερη, ενώ από τρία επεισόδια κι επάνω η πιθανότητα ξεπερνά το 90%. Με τη θεραπεία, η εικόνα αυτή αλλάζει δραματικά.

Άπαξ και τεθεί η διάγνωση, συνήθως συνιστάται ένας συνδυασμός διάφορων θεραπευτικών μεθόδων, μεταξύ των οποίων είναι η φαρμακευτική αγωγή και η ψυχοθεραπεία (συνήθως η γνωσιακή). Σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας αντικαταθλιπτικά φάρμακα που δρουν με διαφορετικούς μηχανισμούς, έχουν όμως σαν τελικό αποτέλεσμα την ισορροπία νευροδιαβιβαστών όπως η σεροτονίνη και η νορεπινεφρίνη, που μετέχουν στην αιτιοπαθογένεια της νόσου. Το κατάλληλο φάρμακο επιλέγεται ανάλογα με το φύλο, την ηλικία, τον τύπο της κατάθλιψης και το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλεί. Η βελτίωση αρχίζει να γίνεται αισθητή μετά από 3 εβδομάδες περίπου, άρα η θεραπεία θα πρέπει να είναι οργανωμένη και όχι περιστασιακή. 

Πολλοί πιστεύουν πως τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα προκαλούν εξάρτηση. Ότι δηλαδή ο οργανισμός τα συνηθίζει και δε μπορεί μετά να τα διακόψει. Αυτό είναι πέρα για πέρα λάθος, και αφορά άλλες κατηγορίες φαρμάκων όπως οι βενζοδιαζεπίνες που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του άγχους. Τα αντικαταθλιπτικά δεν αλλοιώνουν την προσωπικότητα του ατόμου, και έχουν ήπιες ανεπιθύμητες αντιδράσεις που σταματούν μετά από λίγες ημέρες χρήσης και σχεδόν ποτέ δε γίνονται αιτία διακοπής. 

Αλλά και στον τομέα των ψυχοθεραπευτικών παρεμβάσεων υπάρχει μια σειρά από δοξασίες. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που ταυτίζουν την έννοια της ψυχοθεραπείας μ’ αυτήν της ψυχανάλυσης. Η εναισθητική θεωρία που θεμελίωσε ο Freud, παρά το τεράστιο φιλοσοφικό και ιστορικό της ενδιαφέρον, δε φαίνεται από καμία μελέτη να έχει σημαντική θεραπευτική επίδραση στην κατάθλιψη. Αντίθετα, η Γνωσιακή Ψυχοθεραπεία, μια (σχετικά) μοντέρνα μέθοδος, φαίνεται να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική στην αντιμετώπισή της. Πρόκειται, ουσιαστικά, για βραχεία ψυχοθεραπεία που στοχεύει στην αναγνώριση, άρα και διόρθωση, αρνητικών νοητικών σχημάτων του ασθενή που περιέχουν σφάλματα λογικής με αυτόματες αρνητικές σκέψεις, π.χ.: «Κανείς δε με καταλαβαίνει», «Αν δεν κερδίσω την αγάπη του, δεν αξίζω τίποτα», «Δε με χαιρέτησε σήμερα, άρα είμαι αποκρουστικός», «Ο κομμωτής μού πρότεινε νέο κούρεμα, άρα είμαι γριά και άσχημη», «Μάλωσα με έναν συνάδελφο, άρα δεν τα πάω καλά με κανέναν» κλπ. κλπ. 

Είναι ανάγκη σ' αυτές τις περιπτώσεις το άτομο να μάθει να ανιχνεύει, να καταγράφει και να διερευνά κριτικά τις καταθλιπτογόνες πεποιθήσεις όπως οι παραπάνω, να αναγνωρίζει τη σχέση ανάμεσα σε αρνητικά νοητικά σχήματα και εμπειρίες αυτοήττας ή αυτοϋποτίμησης, και να διακρίνει επαναλαμβανόμενα θέματα όπως το φόβο της αποτυχίας και την ανάγκη να είναι τέλειος. Και βέβαια να μάθει να βρίσκει εξηγήσεις για τα γεγονότα πιο λογικές και θετικά χρωματισμένες, και να αναπτύξει έναν προσαρμοστικό και ρεαλιστικό τρόπο σκέψης με αντικατάσταση των προκατειλημμένων πεποιθήσεων που του αποδίδουν ολική ευθύνη για ό,τι συμβαίνει. 

Η κατάθλιψη είναι νόσος. Όχι ανίκητη. Δυστυχώς, παραμένει ευάλωτη σε ερμηνείες από ασχέτους, είτε μόνο από καθαρή άγνοια, είτε —εσχάτως— από διάθεση εκμετάλλευσης για πολιτικούς σκοπούς. Το ίδιο και η αυτοκτονικότητα. Καταστάσεις σύνθετες, πολυπαραγοντικές και δυσερμήνευτες, τείνουν να γίνουν εργαλείο ανάλυσης από επικίνδυνους και γραφικούς δημαγωγούς. Νόσος που περιγράφηκε από τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό, νόσος με αυξημένη συχνότητα σε κράτη όπως τα σκανδιναβικά με το τελειότερο σύστημα κοινωνικής πολιτικής και αλληλεγγύης, γίνεται πεδίο εκμετάλλευσης και διαστρεβλώσεων από πολιτευτές και συνεπικουρείται δυστυχώς από το διαρκώς αναπτυσσόμενο είδος των «τηλεψυχιάτρων». Φαινόμενο —ανάμεσα σε άλλα— που πρέπει δυναμικά και ενεργητικά να εκλείψει.

Related stories