HomeNewsroomΑθηναϊκές Πινακίδες

Αθηναϊκές Πινακίδες

Κάθε εβδομάδα, ένας φίλος από την Αθήνα (διανοούμενος, πολιτικός, δημοσιογράφος, επιχειρηματίας, καλλιτέχνης…) γράφει ένα άρθρο για τον «Εξώστη»: αιχμηρό, πρωτότυπο, «λοξό». Σήμερα, η Λίλυ Δημητρίου

«Τι την έχεις τη Λαγκάρντ;» ήταν η πρώτη ερώτηση από ταξιτζή που μόλις έχει καταλάβει, από την προφορά μου, πως είμαι συμπατριώτισσα της κυρίας ΔΝΤ. «Τίποτα». «Και τι κάνεις στην Αθήνα;» «Ασχολούμαι με το κρασί». «Εγώ πίνω μόνο χύμα από ένα ξαδελφάκι που μου το στέλνει από το χωριό. Τύφλα να ’χουν τα μποζολέ σας».

Τρία και κάτι χρόνια στην Αθήνα –και στην Ελλάδα γενικά–, η αλήθεια είναι ότι το κρασί δεν ήταν στο πλάνο μου. Απλώς έτυχε. Όπως έτυχε να ασχοληθώ και με το ελληνικό κρασί. Χωρίς να είμαι wine geek και να μυρίζω φρεσκοκομμένο γρασίδι στο ποτήρι μου. Η επικοινωνία είναι το επάγγελμά μου, και πιο συγκεκριμένα η διαχείριση κρίσεων. Άσχετο, θα μου πείτε. Όπως αποδείχτηκε, καθόλου.

Στην Αθήνα της Κρίσης, το ελληνικό κρασί φαίνεται να παίρνει τα πάνω του: αφενός είναι φτηνότερο από το ουίσκι, αφετέρου είναι «παπούτσι από τον τόπο σου» (και καθόλου μα καθόλου μπαλωμένο). Έστω και έτσι, η εξέλιξη είναι θετική. Κάθομαι σε ένα από τα δεκάδες wine bars που ανοίγουν στην πόλη, παρατηρώ και χαμογελώ: ο καθένας μας που επιλέγει –για όποιο λόγο– στην έξοδό του ένα ποτήρι εμφιαλωμένο ελληνικό κρασί έρχεται –ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!– σε επαφή με μια μοναδική αμπελοοινική παράδοση. Σήμερα το ευκολόπιοτο μοσχοφίλερο από την Πελοπόννησο, αύριο το ιδιαίτερο ξινόμαυρο της Νάουσας, μεθαύριο ένα πιο πολύπλοκο blend σαν τη Ραψάνη ή έναν άλλο αμπελώνα. Θα διαβάσει την ετικέτα, θα εξερευνήσει τη φιάλη, θα συγκρίνει, θα αναζητήσει το επόμενο. Αυτό θα πει οινική κουλτούρα. Που τόσο λείπει στον τόπο μας.

Γιατί, αν δεν έλειπε, δε θα ήταν χύμα το 80% της κατανάλωσης κρασιού στην Ελλάδα. Αντιθέτως, θα υπήρχε αυτή η υπέροχη εξερεύνηση της σαγηνευτικής ιστορίας που κάθε φιάλη κρασί κρύβει μέσα της. Γιατί, αν δεν έλειπε, θα βλέπαμε το ποιοτικό ελληνικό εμφιαλωμένο κρασί όχι σαν status symbol ή σαν απόλαυση (μόνο) για τους οινογκουρού με τις υπερφυσικές μύτες και τις παλέτες, αλλά σαν αυτό που πραγματικά είναι: sui generis που μιλά στα (και για τα) γονίδιά μας. 

Και όλα αυτά από μια Γαλλοελληνίδα, που από το σχολείο τής έμαθαν να αγαπά την παράδοση του μποζολέ. Και που σαγηνεύτηκε από το ελληνικό κρασί και τις ιστορίες του. Έστω και αν είναι ιστορίες Κρίσης.

ΥΓ: Ενός λεπτού σιγή για όλα τα Château Lafite που «έπεσαν» ηρωικά στην Ελλάδα βρέχοντας επιδειξιομανείς (και μόνο) ουρανίσκους και για όλα τα σκανδαλωδώς υπερκοστολογημένα ελληνικά brands που πωλούνταν σαν να ήταν Lafite. Σημεία των καιρών. Μας τελείωσαν.
.

Related stories