AH HA

Τα βιβλία ως απαξία. Δεν είμαι φαν των Βιβλίων. Δεν είμαι φαν καμιάς αξίας που αυτοδιαφημίζεται ως τέτοια. Όχι: δεν έχουν καμιάν αξία τα Βιβλία. (Αν και ήθελα να το πω στο τέλος, ας αρχίσεις απ’ αυτό: ναι, ναι, κάποια, ναι. Έχουν αξία, σπιθαμιαία ή μέγιστη. Μα είναι ελάχιστα, ένα τίποτα, μπροστά στον όγκο του Τερατώδους Συνόλου. Όπως —για να γίνει πιο λιανά— για τον χρυσοχόο δεν έχει χρησιμότητα η ιλύς ή το χώμα: παρά μόνο τα ψήγματα). (Τα βιβλία, με τη θρασεία επικυριαρχία τους, είναι το Μέγα Κακόν του κόσμου: η καταστροφή του). Για την ακρίβεια, αντιπαθώ τα Βιβλία, μου δημιουργούν σφοδρή και άμεση απέχθεια και αποστροφή, ένα στρίψιμο στο στομάχι κι έναν κόμπο στο λαιμό και μια μελανιά στην καρδιά και ένα κροσέ στο χέρι και ένα σουτ βολέ στο πόδι, όπως ας πούμε οι ιεροκήρυκες και οι επαναστάτες και οι μουλάδες και οι δυνάμει τρόφιμοι ψυχιατρείων που θέλουν το καλό μου και προσπαθούν να μου το επιβάλουν στανικά με τα βρόμικα νύχια τους, εντάσσοντάς με σε σύνολα και αποκαλώντας με φίλο, σύντροφο, εργαζόμενο, πολίτη ή Λαό: κάτι ναζί, κάτι σταλινικοί, κάτι τέτοιοι Ταλιμπάν. [ 2 ] Ένας επιπρόσθετος λόγος που απεχθάνομαι τα βιβλία είναι η δημοτικότητά τους. Σιχαίνομαι τη δημοτικότητα σε κάθε έκφανσή της όσο τίποτε άλλο στη ζωή. Δεν υπάρχει τίποτε δημοφιλές, τίποτα που ν’ αγαπιέται από όλους, και που ν’ αξίζει τη ματιά σου. (Και τίποτα που δεν έχασες κομμάτια σου για να το βρεις —κομμάτια σου, κομμάτια σου και μόνος— δεν αξίζει, όχι να το «αγαπάς», μα ούτε καν να το ξέρεις. Γιατί δεν το ξέρεις. Και δε μπορείς, δεν έχεις το ανάστημα, να το αγαπήσεις:
έξεις του εξευτελισμένου κοινού (αυτά τα νοήμονα γκνου που βοσκάν και βοσκάν και βοσκάν, σα νοήμονα γκνου που δε μπορούν παρά να είναι), τις κατευθυνόμενες έξεις των πάντων, τις καριέρες που χτίστηκαν (α, πια δεν έχει τέτοιες: αυτές οι καριέρες ήταν η Κρίση, τώρα είναι απλώς σκιές σκιών), τις γραφίδες που τσάκισαν, τα στιλό που στόμωσαν, τις γραφομηχανές που μπλόκαραν, τα PC που γέμισαν ιούς. Την… την αδυναμία σου να ψάξεις: αυτό — το ξέρεις αυτό; [ 5 ] Δεν το ξέρεις. Δεν το ξέρεις. [ 6 ] Παρασύρομαι όμως. Μιλώ, εδώ, για το ελληνικό (τι σιχαμένη λέξη, τι σιχαμένα κίβδηλη, τι σιχαμένα κενή) Κακό, ενώ έπρεπε να μιλήσω για τα Βιβλία εν γένει. Οπότε, ναι: [ 7 ] Αγαπώ τους δοσμένους στα βιβλία. Με το βήτα πεζό. Και θα μιλώ γι’ αυτούς μ’ όλο μου το σώμα. Αλλά όχι τώρα. [ 8 ] Τώρα, τώρα που είναι αργά (διάβασε Σπένγκλερ επιτέλους, διάβασε Σπένγκλερ για να συνεννοούμεθα), θέλω να πω για εκείνον τον κύριο. Τον ηλικιωμένο κύριο. Εκείνον. Τότε που κάναμε τις παρουσιάσεις στα πιο ωραία μέρη της Αθήνας, σε λαμπρές στοές και σε εξαίσιες αίθουσες και σε όμορφα μπαρ και σε αντεργκράουντ μπαρ, και ιδρώναμε εβδομάδες και εβδομάδες για να ’ναι όλα όπως έπρεπε, με όλους τούς σωστούς ομιλητές, με όλους τούς σωστούς προσκεκλημένους, με όλους τούς σωστούς τρόπους. Ναι… Και που σε όλες τους ερχόταν κι αυτός. Σε όλες. Βιβλιομανής, κομμάτι εκκεντρικός, απόμακρος, με το φρύδι πάντα προτεταμένο σαν θιγμένου αριστοκράτη που αδυνατεί ως εκ της θέσεώς του να μονομαχήσει με έναν αστούλη παρά τη βίαιη προσβολή, με το κοστούμι του, με τα κάτασπρα χέρια του (χέρια

το ανάστημα προϋποθέτει απώλεια, μια ολόκληρη, και κυρίως διαρκή, σειρά απωλειών). Και τα Βιβλία, βέβαια, αγαπιούνται από τον καθένα. Ακόμα κι απ’ όσους δε διαβάζουν, ακόμα κι απ’ όσους αδυνατούν να διαβάσουν, ακόμα κι από όσους (αν τυχόν υπάρχουν τέτοιοι σαδικοί τύποι) τα εχθρεύονται: είναι μικρές θεότητες, αποφύσεις του Θείου στη ζωή, στη ζωή τους. Τα Βιβλία —όχι η τηλεόραση, όχι η «φιλοσοφία», όχι τα ταξίδια, όχι ό,τι και να σκεφτείς— είναι ο επί γης Θεός με τους περισσότερους τυφλά πιστούς. Τα Βιβλία είναι ο Θεός δυνάστης. (Κι εγώ είμαι βαθιά και αμετάκλητα άθεος. Και εχθρός των δυναστών). (Τα σιχαίνομαι τα βιβλία). [ 3 ] Είχα την ατυχία να ζω μέσα στα Βιβλία (αυτό το ελάχιστα «πνευματικό» πράγμα —ένα παπούτσι έχει πιο πολύ «πνεύμα» απ’ όσο μια Σειρά «λογοτεχνίας»— με σκοτώνει, κρέμεται από το λαιμό μου με τα δόντια του) όλη μου τη ζωή, και μάλιστα με πολλούς τρόπους — εντέλει: με όλους τούς τρόπους, και με πολύ, πάρα πολύ από τον καθένα. Και τη διατηρώ — αλίμονο… Και όλα (έστω: αφότου κατάλαβα, αφότου ένιωσα), όλα αυτά τα χρόνια ονειρεύομαι τρόπους να αποδράσω από δαύτα. Ανεπιτυχώς. Κι απ’ ό,τι φαίνεται, κάπου ανάμεσά τους θα πεθάνω: ειρωνεία, θα πεις. Ναι, ειρωνεία. Τι άλλο είναι έτσι κι αλλιώς η ζωή; Ας πεθάνουμε βουτώντας με το κεφάλι στην ειρωνεία, αφού δε μπορούμε να πλέουμε νεκροί σε μια μεγαλειώδη μεταφορά. [ 4 ] Ξέρεις βέβαια για τις παρέες, τις κλίκες, τις μαφίες, τα λεφτά, τα κρεβάτια, τα κόντρα κρεβάτια, τις κριτικές φίλων, τις κριτικές πιο φίλων, τα λεφτά, τις αλλαξοκωλιές, τα σάλια, τη μπόχα, τα λεφτά, τα νοικιασμένα έντυπα, τις κατευθυνόμενες
ωρολογοποιού), με τις μια στάλα κιτρινισμένες μανσέτες που κρύβονταν από το σακάκι, με τα ωραία του μανικετόκουμπα — εκείνον τον ωραίο άντρα με το κοντό μούσι που έπαιρνε απαθής, ή με τα χείλη κάπως σφιχτά, το «τιμής ένεκεν» αντίτυπό του και το ’πιανε σα να ’ταν χέλι που ξεψυχούσε, και το ξεφύλλιζε πρεσβυωπικά σε μια γωνιά της αίθουσας κουνώντας δεξιά-αριστερά το κεφάλι. Κουνώντας δεξιά-αριστερά το κεφάλι. Γι’ αυτόν ο λόγος. Τον έβλεπα πάντα, και όχι μόνο στις παρουσιάσεις βιβλίων που διοργάνωνα εγώ, αλλά και σε άλλες, σε όσες τύχαινε να πηγαίνω. Και (φυσικά) από ένα σημείο και μετά μού θύμιζε —ποιον άλλον;— τον Άνθρωπο του Πλήθους τού Πόε. Γιατί ήταν πάντα εκεί. Πάντα. Μέσα στον κόσμο, μέσα στο πλήθος των βιβλιοφίλων (έλα, έλα, μη γελάς), μέσα στον πυρήνα των Βιβλίων. Άργησα να καταλάβω γιατί, καθώς μού είχε μεν εξάψει την περιέργεια, μα δεν, δεν καταλάβαινα. Είχα μια-δυο ενδείξεις, αλλά και πάλι — τίποτα. Έτσι, αναγκάστηκα να τον ακολουθήσω (α! ο Άνθρωπος του Πλήθους!), και τότε φυσικά έμαθα. Από την αλλαγή της στάσης του, από το πέταγμα της μάσκας, από το άλλο βήμα, από τον άλλον αέρα, από το σπίτι. Από το σπίτι του. Και τον θυμήθηκα (α! τότε τα θυμήθηκα όλα, τότε τα συνέδεσα όλα) να μαζεύει επιμελώς τα καναπεδάκια, και τις τάρτες με σολομό, και τα κράκερ με το τυρί και το ζαμπόν, και τις ελιές, και τα κριτσίνια αν είχαμε μόνο κριτσίνια, και όλα αυτά, όλα αυτά, και να τα παραχώνει στις τσέπες του σακακιού του. Εκείνος ο αγαπημένος, ο αγαπημένος κλοσάρ που δεν έχανε παρουσίαση για παρουσίαση βιβλίου για να φάει. — Κυριάκος Αθανασιάδης.

Related stories