AH HA

Ανάθεμα, ανάθεμα, ανάθεμα. [ 1 ] Οι συντεχνίτες δε φτάνουν: όχι γι’ αυτά που μένουν να γίνουν. Οι συντεχνίτες είναι επαρκείς απλώς για να αποσπούν κομμάτια από το σύνολο Κρέας προς ιδίαν χρήσιν και βρώσιν, καθώς και για να κατοχυρώνουν —με μια μονάχα λοξή ματιά εκεί που πρέπει: σε κάτι δειλές μαριονέτες, σε κάτι πολιτικούς με ασπαίροντα πόδια— τη θεμελιακή αξίωση να τα αποσπούν και να τα τρώνε για πάντα, ες αεί, απεριόριστα, Θεία βουλήσει και ιερώ δικαιώματι. — Θεία, ναι: δεν πρέπει να ξεχνάς πως γεννήθηκες και ζεις σε ένα σκληρά θεοκρατικό δοβλέτι χωρίς στάλα δυτικό παρελθόν, σε μιαν ιπτάμενη, à la manière de Μαγκρίτ, χώρα-βράχο με καρφωμένον επάνω της το σταυρό — ή το αντίθετο, σ’ ένα σταυρό με μια ξερακιανή χώρα μπηγμένη στα ξύλα του: ένα από τα βασικά λάθη σου, δηλαδή ένα από τα βασικά προβλήματά σου (και εντέλει, μιας κι αυτό με κόφτει πολύ, ξέρεις: προβλήματά ΜΟΥ), είναι ότι μιλάς πέρα για πέρα εκτός κόντεξτ —εσύ το παπαδάκι, εσύ η μαντιλοφορούσα—, με όρους δήθεν ευρωπαϊκής ψευδομετανεωτερικότητας. Νιώθεται βέβαια όλο αυτό, καθώς εκκινεί από την αναγκαστική κρατική «μας» συμμετοχή στη διεθνή Αγορά (φαιδρή-ξεφαιδρή), αλλά δεν παύει να είναι λάθος: κανείς Κεμάλ δεν έδρασε εδώ, ναι; Μήτε πρόκειται. Και όσοι πήγαν να τα βάλουν με μισή οργανωμένη ομάδα συμφερόντων —δε μιλώ καν για τους μουλάδες, αυτοί δε βάλλονται: σε εξουσιάζουν, δουλόφρονα αναγνώστη, και πέραν τής θανής σου, άρχουν και θα άρχουν ακόμη και επί της σορού σου— εξοστρακίστηκαν από την πολιτική σκηνή και σήμερα απλώς συγκροτούν το ταπεινό μέτωπο των εξ επαγγέλματος loser.
αυτά τα παιδιά των φρικτών δωσιλόγων και των απεχθών γερμανοτσολιάδων—, λεηλάτησαν και κούρσεψαν το θεσμικό κράτος από κάθε πρόσοδο και πολέμησαν με νωθρότητα και στόχευση ύαινας (με «στοχοπροσήλωση», που ’λεγε παλιά το Κόμμα, με «στο-χο-προ-σή-λω-ση») κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα, οδηγώντας στη σημερινή παραγωγική παραλυσία και στη δημόσια υπερχρέωση: στη χρεοκοπία και στη φτώχεια (όχι μόνο μέσω της τερατώδους φορολόγησης) μεγάλων (και φυσικά ανοργάνωτων) μαζών του πληθυσμού: ανέργων, χαμηλόμισθων, καταναλωτών, ειλικρινών φορολογουμένων, γονέων μαθητών, ελεύθερων επαγγελματιών, υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα που κάνουν τη δουλειά τους καλά και τίμια και ωραία, ίσως και κάποιων δημόσιων υπαλλήλων — αλλά δε βάζω το χέρι μου στη φωτιά για τους τελευταίους. (Εσύ βέβαια μίλα για τις μίζες, και γράφε ανορθόγραφα ποστ για κρεμάλες — τόσο μπορείς, τόσο κάνεις. Θλίψη). [ 3 ] Τώρα δε φτάνουν. Δεν αρκεί η δράση τους. Όχι γι’ αυτά που μένουν να γίνουν. — Ποια είν’ αυτά; Σ’ τα ’χουμε πει πολλοί. Προσωπικά βαρέθηκα. Πολλά χρόνια, πολλή κούραση. Νισάφι. [ 4 ] Οπότε: τώρα, που λες, είναι η ώρα (και για να ξανάρθουμε στο θεοκρατικό δοβλέτι) της Παναγιάς. Αυτής που διεκδικούν όλοι (πλην ενός, βία δύο) οι πολιτικοκομματικοί σχηματισμοί που θα κατέβουν στις επερχόμενες εκλογές. Της Παναγιάς, και φυσικά (άλλη μία) της Βλογημένης Ελληνικιάς, μωρέ, Φυλής (που είναι το ίδιο πράγμα, αν το καλοσκεφτείς, στο μυαλό τους — είναι η Wonder Sacred Woman): εκεί είναι που τσιμπάς, γιατί είσαι… είσαι… — Ας μη μιλήσω, δε θέλεις.

Καλό θα ήταν να προσαρμόσεις αναλόγως το γυροσκόπιό σου, ή εντέλει απλώς να το παραδεχτείς μπας και κάνεις κάτι για δαύτο. — Βέβαια, δε θα κάνεις τίποτε, καθώς κι εσύ ανήκεις, ορισμένως, σε μιαν ομάδα συμφερόντων από τις πολλές, ή (κυρίως αυτό) θα ’θελες να ενταχθείς σε κάποια ισχυρή μειονότητα· οπότε θα εξακολουθείς να κάθεσαι στα δυνάμει χρυσά αβγά σου, σύρριζα στην ανομία: είσαι απατός σου ένα κλειστό επάγγελμα — μια χαμένη (και βαρετή) υπόθεση: ένας ορών τυφλός που θέλει επίδομα ακόμα και σήμερα — ένα σακάτικο εν ζωή απολίθωμα. [ 2 ] Οι συντεχνίτες (κάτι συμμορίτες-συνδικαλιστές, φέρ’ ειπείν, που ειδικεύονται στη διανομή, στη μάσηση και στην κατάποση, μέσω μαφιόζικων εκβιασμών, διαρκών απειλών και λοιπών άνομων πρακτικών, του μη παραχθέντος από τους ίδιους —ανεπάγγελτοι κατ’ ουσίαν και βαθύτατα ανίκανοι καθώς είναι: άχθος αρούρης και βλεννώδης φτυσιά στο πρόσωπο του πολιτισμού— εισοδήματος και των, απελπιστικά πελώριας και βάναυσης έκτασης και απανθρωπιάς, προνομίων που απολαμβάνουν εις βάρος του συνόλου), οι συντεχνίτες, λέω, δε φτάνουν γι’ αυτά που μένουν να γίνουν. Έφταναν, και με το παραπάνω, μέχρι τώρα, όταν έπρεπε να διεισδύσουν στις εφορείες, επί παραδείγματι, ή στη ΔΕΗ, κρεμασμένοι με τα σαγόνια από τους μαστούς του δούρειου κράτους όπως ο Ρώμος και ο Ρωμύλος. Λεηλάτησαν —αυτοί οι απόγονοι των Κλεφτών που μάστιζαν το ελλαδικό στεγνό κομματάκι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (δηλαδή: τους Ρωμιούς, απ’ όποιαν άκρια του κόσμου κι αν βάσταγαν αυτοί οι Ρωμιοί, και ποτέ άλλον κανένα — ποτέ, ΟΥΤΕ ΑΠΑΞ) και φυσικά βαφτίστηκαν ήρωες από τις χούντες,
Θα σ’ ευλογούν, λοιπόν, διά των χειρών της Παρθένου από τα εθνικολαϊκοπατριωτικά κόμματα της στυγερής ΝΔ και του θλιβερού ΠΑΣΟΚ μέχρι όλα τα απίθανα αμιγώς εθνικοσοσιαλιστικά πράματα που γέννησαν (κυρίως) οι Πλατείες και οι τάχα μου δήθεν μου ορκισμένοι δίδυμοι εχθροί τους: η σκοτεινή πλευρά του «πολιτικού» τους φεγγαριού — οι σταλινικοί. Και η Θεία Βία, οσαύτως, στην οποία όλοι αυτοί ομνύουν. (Το ξέρεις πόσο λιγουρεύεσαι τη βία, ε; — Μπράβο. Μεταξύ μας: φαίνεται. Είσαι το κοινό του Λαζόπουλου και του Πρέκα και του Αλέξη και του όποιου άλλου Φίρερ: ο νοσφερατικός χειροκροτητής του αίματος, το αιμολαγνικό «αυτόματον» — ρομπότ σαν εκείνα τα μαϊμουδάκια με τις ντραμς στα παλιά μηχανήματα που παίζαν με ένα μισόφραγκο τα παιδιά). Τώρα πια, που λες, είναι η ώρα της Παναγιάς. (Καταλαβαίνεις σε τι συνομοταξία ανήκεις; σε τι είδος; Τι είσαι;) Και, επομένως, των όπλων: άρχισαν να τα απαιτούν και οι μεταμφιεσμένοι σε φιλελεύθερους (απαιτώντας, μάλιστα, και τη… βοήθεια, την οικονομική συνδρομή και το know how τού Κράτους — βλέπε τον ανεκδιήγητο Μίχα). Οπότε — συνοψίζουμε: Αειπάρθενος η Ένοπλος. Η era της ξεκίνησε. Ήτανε να ξεκινήσει (οι πολλοί είμαστε αφάνες της Ιστορίας: μη γελιέσαι) και ξεκίνησε. Πάμε γι’ άλλα. Για τη μεγάλη Μουτζαχεντίνικη Επανάσταση. [ 5 ] Γι’ αυτό λέω: ανάθεμα. Στον μαύρο φασισμό. Στον κόκκινο φασισμό. Στον βυζαντινό φασισμό. Στον ανεξαρτήτως χρώματος φασισμό. Πώς το λέει ο φαλαγγίτης Πειραιώς; «Ανάθεμα, ανάθεμα, ανάθεμα». Και λευτεριά στην Ελευθερία. [ 6 ] Λευτεριά στην Ελευθερία. — Κυριάκος Αθανασιάδης.

Related stories