AH HA

Άδεια ράφια, γεμάτα ράφια. [ 1 ] Κρίση (πέρα για πέρα άσχετη απ’ τη δημοσιονομική που πλήττει όλη την ήπειρο, όλες τις ηπείρους, όλο τον απαγορευμένο πλανήτη: η ημεδαπή κρίση είναι δικιά μας, είναι το δικό μας ουσιαστικό, πυρηνικό, παϊσιακό ίδιον, κι ας μη τη μπερδεύουμε με άλλες μόνο και μόνο για να μοιάσουμε με όσα δεν είμαστε και που ούτε θα βρεθούμε σε θέση να γίνουμε ποτέ — είναι, ακόμα, κρίση αξιακή, και τέτοια θα μείνει ες αεί), διαφαινόμενη ανεξέλεγκτη χρεοκοπία (μια εξαιρετική ευκαιρία, όχι για επενδύσεις στη χώρα αλλά για μετανάστευση ή για αγορά της: οκέι, έχουν ξαναγίνει αμφότερες), έξοδος από το ευρώ (σα ρούχο που ποτέ δε μας έκανε, σα γραβάτα σε κάποιον που φοράει —σήμερα— καμπάνα παντελόνι), κατρακύλισμα στη σταθερή απαξία της δραχμής (με τις μηχανές του Εθνικού Νομισματοκοπείου να παίρνουν φωτιά, με το καθετί να παίρνει φωτιά, με τη φωτιά να θεοποιείται αντιζωροαστρικώ τω τρόπω), λαοσύριζα και λοιποί ερυθρομέλανες καπεταναίοι να πετιούνται μέσα από τα κουτιά οργόνης τού Ράιχ σαν άλλοι Πάνες, σαν έξαλλοι Σειληνοί (θέλ’ η πουτάνα να κρυφτεί κι η χαρά δεν την αφήνει), σπάνις αγαθών και— [ 2 ] Σπάνις αγαθών; Τι; Σπάνις αγαθών;! [ 3 ] Αν εννοεί κανείς τα λιγότερα κλεμμένα κινητά που θα πωλούνται πλέον λάθρα, ναι. Ή την αδυναμία μετακινήσεων με το αμάξι απλώς για την καθαυτό μετακίνηση: για τη χαρά της, για την απαγορευμένη από τους ορθοδόξους μουτζαχεντίν ηδονή της ταχύτητας. Ή τα ποικίλα και πολλά συναφή αυριανά προβλήματα. (Πάντα βέβαια ΕΣΥ θα υπερέχεις των όντως φτωχών

και εξωφρενικές, μυθιστορηματικές συνεργασίες, και βιβλία που εκδίδαμε, και κριτικές που εισπράτταμε, και σπουδαίες ιδέες για βιβλία που έπρεπε να γραφτούν από μας ή να μεταφραστούν, ή ακόμα καλύτερα να επινοηθούν, ναι, ακόμα καλύτερα να επινοηθούν (όπως στο περίφημο, διαβόητο δεύτερο τεύχος του περιοδικού «Υπναγωγείον» που τυπώσαμε και που την ύλη του απάρτιζαν μόνο κείμενα ανύπαρκτων συγγραφέων της αλλοδαπής και πρωτότυπα «μεταφράσματα» αγνώστων αριστουργημάτων πασίγνωστων δημιουργών — το πρώτο τεύχος αφήσαμε να εννοηθεί πως δεν έπρεπε να φανερωθεί, γιατί εμπλέκονταν με ασαφή τρόπο ο Μπόρχες και ο Ταρκόφσκι), και παράλληλα (πώς διάολο τα προλαβαίναμε) δουλειά, δουλειά, όση βρίσκαμε κι όση μάς παρεχόταν και μας εμπιστεύονταν, διορθώσεις, και επιμέλειες, και παρουσιάσεις νέων εκδόσεων σ’ εκείνα τα νέα περιοδικά για εκατό δραχμές που ακόμα μάς χρωστάνε, κι όλ’ αυτά με γρήγορο περπάτημα στους δρόμους των Εξαρχείων και στα κάθετα στενά της Σόλωνος για να τα προλάβουμε, για να τα προλάβουμε όλα, όλα-όλα, πάντα με γρήγορο περπάτημα, με τα δοκίμια (που τότε ήταν τυλιγμένα ρολό) να σκορπάνε ποταμούς κόκκινης μελάνης σε όλα τα Εξάρχεια, από τον Στρέφη και την Καλλιδρομίου μέχρι τη Σόλωνος, και από τη Ζωσιμαδών και το «Τρίτο Μάτι» μέχρι το Χημείο και την Ιπποκράτους και τις ακρώρειες του Κολωνακίου και του Λυκαβηττού, περνώντας πάντα από το «Παρασκήνιο» και από τα ναΐτικα ουζερί της Μαυρομιχάλη και της Ζωοδόχου Πηγής, στήνοντας λογοτεχνικές αναγνώσεις στου μπαρμπα-Γιάννη

και των αστέγων και των πάσης λογής αθλίων: δεν τα ξεχνάμε αυτά). Αλλά μέχρις εκεί. Τίποτε άλλο δε μπορεί να λείψει. [ 4 ] Ποτέ δε λείπει τίποτε. [ 5 ] Έτυχε, ή με έναν υποδόριο τρόπο επιδίωκα μια ζωή, να μου λείπουν πολύ συχνά πάρα πολλά: πόροι και, συχνά, τρόφιμα. (Σπάνις αγαθών; Καλέ σωπάτε, τι μού λέτε, ναι;…) Ξέρω πώς είναι. Και όλοι μου οι φίλοι το ξέρουν. Κι είναι πολλοί, κι είναι αγαπημένοι, κι είναι άξιοι. Το ξέρουν. Το έζησαν. Το θυμούνται. Τα θυμάμαι κι εγώ, όλα. Και υπήρξαμε Κροίσοι. [ 6 ] Τα πολύ δύσκολα χρόνια ήταν ο καιρός εδώ πριν την Αθήνα (’81-’86) και τα πρώτα 3-4 χρόνια εκεί. Κι αν τα πρώτα έθεσαν τις βάσεις, ήταν, ιδίως αυτά τα δεύτερα, τα γονιμότερα και ουσιωδέστερα της ζωής μου. Γιατί, πείνα-ξεπείνα, ήταν παντού γύρω μας πελώρια βιβλία, χιλιάδες άκοπες σελίδες που έπρεπε να διαβάσουμε με βιασύνη λιμασμένου και να μιλήσουμε γι’ αυτές σα να μην υπήρχε χώρος και τρόποι για κάτι άλλο, ήταν σκοτεινές ταινίες που κολλάγανε στους νοητικούς αμφιβληστροειδείς μας από τότε και για πάντα, από το «Studio» μέχρι την «Έλλη», κι από το «Άστυ» ώς Λέσχες που άνοιγαν τις μηχανές προβολής μόνο μετά τα μεσάνυχτα (γιατί θαρρείτε κανείς μας δεν έχει πατήσει το ποδάρι του σε μούλτιπλεξ;), ήταν φίλοι κι αδερφοί με υπέροχα χαμόγελα, και όμορφα, λαμπερά κορίτσια με δίχως ονόματα, και μπαρ όπου ομνύαμε αγκαλιασμένοι, και μακρές ολονυκτίες πάσης φύσεως αλλοφρόνων ευγενών διαξιφισμών, και περιοδικά που αγοράζαμε, γράφαμε, αποδελτιώναμε και πιστεύαμε, και ξανά και ξανά όλο αυτό κάθε μέρα και όλη μέρα και όλη νύχτα,

 

και στου κυρ Αλέκου και τιτάνιους καβγάδες στο «Μωρό» και στην «Ανατολή», όποτε δεν ήταν υπό ανακαίνιση (μαγαζιά της νύχτας με αντίπαλα, ζόρικα αφεντικά), και σε σπίτια. Α! εκείνα τα σπίτια! [ 7 ] Λογοθέτης, Αρμάος, Παπαγιώργης, Αποστολόπουλος, Μπαμπασάκης, Τατσόπουλος, Βακαλόπουλος, Γκόνης, Νόλλας, Καρούζος, Ταχτσής, Σιδηρόπουλος, κι όλα εκείνα τα κορίτσια, τα όμορφα και λαμπερά και με δίχως όνομα κορίτσια. Και τόσοι, τόσοι, τόσοι άλλοι. [ 8 ] Χωρίσαμε (όσο χωρίζει κανείς) όταν ξεκίνησαν οι πρώτες πιασούμενες επιχορηγήσεις από το ΠΑΣΟΚ «στην τέχνη και τον πολιτισμό» (η Ελλάδα και η χιτλερική Γερμανία επένδυαν τεράστια ποσά σ’ αυτούς τους τομείς: κάνε εχθρό σου κάθε επιχορηγούμενο σωματείο, κάθε επιχορηγούμενο από το κράτος πρόσωπο — αλλά όταν λέμε εχθρό, εννοούμε εχθρό). Κάποιοι χώθηκαν από δω κι από κει, φάγαν-ήπιαν, υπουργέψανε, άλλοι πάλι συνεχίζουν αμέριμνοι, με τα ωραία άφιλτρα να τους κολλάνε στα χείλια κι όλο να φτύνουν καπνούς, με ωραία διαβάσματα, ωραιότερες επαναλήψεις και δουλεύοντας για να βγουν. [ 9 ] Εκείνοι οι αριστοκράτες, μα όλοι τους, πεινάγαν χρόνια. Αγόραζαν κοστούμια από τα κοράκια των νεκροταφείων, δανείζονταν για να κεράσουν και σου χάριζαν την τελευταία γουλιά ουίσκι. Και κάποιοι, για να προλάβουμε να μάθουμε τα μυστικά της πνευματικής ζωής, τρεφόμασταν με μπισκότα Μιράντα: ένα πακέτο τη μέρα (δεν είχε διώροφα τότε), κάθε μέρα, επί μήνες. Μη μου μιλάς για ελλείψεις αγαθών εμένα. — Κυριάκος Αθανασιάδης.

Related stories