AH HA

Βαθιά νερά. Ακόμα να δούμε τη «Μελαγχολία» τού φον Τρίερ, και πήγε ήδη (για μένα, τώρα) Τρίτη απόγευμα. Ελπίζω μέχρι αύριο να τα καταφέρουμε, γιατί πρέπει: αυτό που σε κάνει να δεις μία ταινία (να διαβάσεις ένα βιβλίο, να πλαγιάσεις με κάποιον, να ταξιδέψεις γαστρονομικά ή με το τρένο — ή όπως) είναι πάντα ένα «πρέπει», μια ανάγκη. Όπως κι αυτό που σ’ εμποδίζει: κι αυτό είναι ανάγκη, συχνά μεγαλύτερη, πιο πεινασμένη, πιο αχόρταγη. Όλα όσα κάνουμε, όλα όσα επιθυμούμε, όλα όσα αποφεύγουμε (τα καλά και τα κακά, τα ωραία και τα τέρατα, τις γεννήσεις και τους φόνους μας), τα γεννά η ανάγκη. Οι ανάγκες μας, σαν τις ρώσικες κούκλες, μασούν η μία την άλλη, καταπίνουν την από κάτω τους, και τρώγονται από τις μεγαλύτερές τους. Οι ανάγκες μέσα μας είναι κανίβαλοι. Όπως εμείς. — Κάθε νέο φιλμ τού φον Τρίερ με κάνει να θυμάμαι το πρώτο του, το «Στοιχείο του Εγκλήματος», ταινία τού ’84 που ασφαλώς την ξέρετε. (Και ας με συμπαθάτε για το λαϊκό, φτηνιάρικο δεύτερο πρόσωπο, αλλά έτσι θα επικοινωνούμε: είναι διαπροσωπικό το θέμα). Πήγαινα όποτε την πρόβαλλε το Studio του Καψάσκη — έπρεπε να χωθώ τελείως μέσα της, να πνιγώ σ’ εκείνα τα νερά όπου βυθίζονταν τα σπίτια, οι δρόμοι και τα στραγγαλισμένα άλογα. Ήταν ένα όραμα για το μέλλον (δηλαδή: μια εσωτερικευμένη απεικόνιση του παρόντος — οι καταγεγραμμένες προφητείες των λαών και των σαλών είναι πρωτόγονη λογοτεχνία) μουτζουρωμένο με την παλέτα που του ταιριάζει: της σέπιας, του ξεθωριασμένου κίτρι- νου, των γκρι, του τρόμου, των γουρλωμένων ματιών, της μόνιμης

χωρίς να το αναφέρει ποτέ και χωρίς να δείχνει καν πως τον νοιάζει — αντιγράφει, δε χρησιμοποιεί, κάνει ριμέικ, δεν «εμπνέε- ται». Αλλά και πάλι… — Αλλά και πάλι, το γεγονός που με κάνει να νιώθω άβολα, αμήχανα, και να σαστίζω (ως μη όφειλα) δεν είναι ο ίδιος ο Λάνθιμος: με θητεία στις παραγωγές του Λαζόπουλου και στην (ελληνική) διαφήμιση είναι, δεν έχω απαιτήσεις τέτοιου ύφους. Εκπλήσσομαι (ως μη όφειλα) από τη συγκάλυψη και τη γενική αδιαφορία για τη λογοκλοπή. Αδιαφορία ενδημική, βέβαια, της ελληνικής κοινωνίας (παρακαλώ, όποτε λέω τη λέξη «κοινω- νία» να έχετε κατά νουν έναν εσμό συνδικαλιστικών οργάνων της τάξεως), παραδοσιακό προϊόν μας: trademark της φυλής. Για τη συγκάλυψη, διαφαίνεται εύκολα μια εξήγηση: Ζούμε σε μία επαρχιακή χώρα, στις παρυφές της Δύσης. Η πνευματική ελίτ τής αγοράς έχει ανάγκη από συμμάχους και στηρίγματα, από αποδείξεις της αξίας της και της διαφοράς της από τον απλό χωριάτη που θα καταναλώσει τα προϊόντα της. Έχει ανάγκη από μιαν επίφαση μεγαλείου, μία εσάνς Ευρώπης. Ο Λάνθιμος πρέ- πει να είναι ο μεγάλος, ρηξικέλευθος, πρωτότυπος σκηνοθέτης ΕΠΕΙΔΗ τον υποστηρίξαμε — και πρέπει να παραμείνει εκεί πάση θυσία. (Και η Βίσση έπρεπε παλιά να είναι η Ελληνίδα Μαντόνα, και το TV-τάδε το ημεδαπό MTV, και ο Νανόπουλος ο ντόπιος Πενρόουζ, και οι Τατσόπουλος-Ραπτόπουλος-Χωμενίδης οι δικοί μας Φίλιπ Ροθ, Πάκο Iγνάσιο Tάιμπο II και Καζούο Ισιγκούρο, και η Δημουλά η ντόπια Σίλβια Πλαθ: κάθε κυψέλη, άλλωστε, ακόμη και σε περίοδο ξηρασίας, έχει και μία Βασίλισσα). Η ανάγκη ισχυρών

οδύνης, της διαρκούς απορίας. Με δάνεια από τον Ταρκόφσκι και τον «Στάλκερ» του αλλά και από τον Όρσον Γουέλς της καφκικής «Δίκης», από τον Γκοντάρ τού «Αλφαβίλ» και το «Μπλέιντ Ράνερ» τού Σκοτ, με τη ματιά καρφωμένη στους μεγάλους καταραμένους Αμερικανούς (ο Μπάροουζ είναι πανταχού παρών), στο νουάρ και στα παλπ αστυνομικά μυθιστορήματα (όλο το σινεμά είναι ένας άλλος ορισμός για την πεζογραφία, όπως ξέρουμε), έφτιαξε ένα συμπιληματικό φιλμ, ένα θρηνητικό φιλμ-κολάζ — έτσι γίνεται τέχνη, και όχι αλλιώς: κολλώντας μεταξύ τους στοιχεία άλλων έργων: κολλώντας τα με την αγωνία σου και με τη γλώσσα σου. Ο Λαρς φον Τρίερ, όσο άνισος και αν θεωρείται από πολλούς (τα θηράματα εκπλήσσονται από την ποικιλία εδεσμάτων στο τρα- πέζι της τίγρης), πρωτοτυπεί και, εξ αυτού, παράγει αισθήματα, κινητοποιεί τους νευρώνες του θεατή, τον κάνει να αισθάνεται άβολα. — Άβολα με κάνει να αισθάνομαι και ο Λάνθιμος. Δεν ξέρω βέβαια τις «Άλπεις» αλλά μόνο τον «Κυνόδοντα», μια σημαντική ελληνική ταινία για δύο δέσμες λόγων: (α΄) ξεφεύγει με άνεση από τον Σατανά της τηλεοπτικής κοψιάς κινηματογραφικής νεοη- θογραφίας, απεμπλέκεται από την τρέχουσα «προσωπική μαρτυ- ρία», κατορθώνει να αφηγηθεί με μηδαμινά μέσα (αλλά και με τον σπουδαίο Στέργιογλου) μια ολοκληρωμένη ιστορία φρίκης, τολμά να μπήξει άγαρμπα ένα παγωμένο νυστέρι στα νυσταγμένα μας μάτια, και (β΄) επειδή αντιγράφει το «Κάστρο της Αγνότητας» του Αρτούρο Ρίπσταϊν (όλο το μεξικανικό φιλμ «El castillo de la pureza» είναι ανεβασμένο στο YouTube, για όποιον ενδιαφέρεται),
προτύπων-συμμάχων είναι μείζων σε κλειστούς σχηματισμούς σαν την επαρχιώτικη Ελλάδα, όπως η καρτ-ποστάλ από το Μπρούκλιν για τους συγγενείς των προπολεμικών μεταναστών, όπως ο φτηνός Bic που ανάβει ένα πούρο περιπτέρου. Και μία ματιά στους βαρείς λογαριασμούς των social media είναι αρκετή για να πείσει τον καθένα. — Για την αδιαφορία, που λέγαμε… Η αδιαφορία στα θέματα ηθικής (για να μην πω το αντίθετο) έχει φέρει αυτή τη χώρα-ερείπιο σε κατάσταση καταβύθισης στα νερά τού φον Τρίερ — στα σκουριασμένα νερά που πνίγουν το «Στοιχείο του Εγκλήματος». Η Ελλάδα δε νοσεί δημοσιοοικονο- μικά (αυτό είναι σύμπτωμα, όχι νόσημα) αλλά ηθικά και αξιακά. Και σ’ αυτό δεν υπάρχει γιατρειά. Γιατρειά μπορεί να υπάρξει (που προσωπικά το αποκλείω) ως προς τη σταδιακή μείωση του ζοφερού ελλείμματος με την ανόητη, καταστροφική και χυδαία υπερφορολόγηση των πληβείων (φυσικά όχι της Εκκλησίας, προς Θεού) και τον (άμποτε) περιορισμό τού νοσηρά ογκώδους στρατού του Δημοσίου. Μέχρις εκεί. Μετά θα έρθει η Δεξιά με ρητορική ναφθαλίνης και το μεγαλοϊδεατισμό ενός νάνου Με- γαλέξαντρου, κι από κοντά, δεξί της χέρι, η απέθαντη Αριστερά (ένας διπλός υπέρτατος συντηρητισμός δηλαδή) και ξανά, ξανά και ξανά (όπως τώρα, όπως πάντα) θα ζούμε στην αποσύνθεση, στο χαμό και μες στο τίποτα. Στην αδιαφορία. Και στη μελαγχολία βέβαια. Κυρίως σ’ αυτήν. Κυρίως στη μελαγχολία. Και όταν κατα- λαγιάσει η σκόνη, θα εφεύρουμε νέες βασίλισσες για την κυψέλη της άγονης, της καμένης κοιλάδας. — Κυριάκος Αθανασιάδης.

Related stories

Είδαμε το νέο queer δράμα του Ray Yeung στην φετινή Berlinale

γράφει η Φανή Εμμανουήλ Την τελευταία ημέρα της Berlinale είδαμε...

Οι “Κούπες” στον Εξώστη | Η λύση για όλα είναι ο άνθρωπος και η αγάπη

Το Φεστιβάλ που σύστησε στο κοινό την Βαλκανική κουλτούρα,...

5+1 σειρές που βγάζουν μάτι, μέρος Ε

  Αν έχουν βαλτώσει οι επιλογές σου, αν έχεις καιρό...

Τι να δεις στο Ertflix (δωρεάν!) αυτήν την εβδομάδα

γράφει η Εβελίνα Μηνά Η πλατφόρμα της ΕΡΤ συνεχίζει να...