HomeCinemaΤο The Killer του David Fincher, είναι...

Το The Killer του David Fincher, είναι ίσως η πιο προσωπική και προκλητική ταινία του

γράφει η Κωνσταντίνα Μανίκα

Η νέα ταινία του David Fincher, ένα αριστοτεχνικό neo-noir thriller, βασισμένο στο ομώνυμο
graphic novel είναι ίσως το πιο προσωπικό έργο του σκηνοθέτη. Αποτελεί μια λεπτοδουλεμένη σπουδή χαρακτήρα που καθηλώνει, προβληματίζει αλλά ενδεχομένως και να δυσκολέψει τόσο τον μη μυημένο όσο και τον πιο φανατικό θεατή. Πλαισιωμένος από παλιούς και γνώριμους συνεργάτες σε κομβικές θέσεις, όπως ο Andrew Kevin Walker (Seven) στην προσαρμογή του σεναρίου, ο Kirk Baxter (The Curious Case of Benjamin Button, The Social Network, The Girl with the Dragon Tattoo, House of Cards, Gone Girl, Mindhunter, Mank) στο μοντάζ και ο Ren Klyce (Seven, Fight Club, Panic Room, Zodiac, The Curious Case of Benjamin Button, The Social Network, The Girl with the Dragon Tattoo, Gone Girl, House of Cards, Mindhunter, Mank) στον ηχητικό σχεδιασμό, ο Fincher επαναφέρει θεματικά μοτίβα που τον απασχολούν σταθερά στην δημιουργική του πορεία, όπως αυτά της εμμονής, της τελειομανείας και της εξουσίας. Θεματικές που όπως μας έχει συνηθίσει ο σκηνοθέτης πιστός στις αισθητικές επιρροές του από την κλασσική αμερικανική αστυνομική λογοτεχνία συστήνονται με αφετηρία έναν αινιγματικό και αντιφατικό χαρακτήρα και διαχέονται στην σύνθεση του αφηγηματικού σύμπαντος με αποτέλεσμα μια βαθιά ψυχογραφική και κριτικά ηθογραφική αναπαράσταση της σύγχρονης αμερικανικής κοινωνίας. Στο επίκεντρο της αφήγησης βρίσκεται ο ανώνυμος δολοφόνος τον οποίο ενσαρκώνει ο μαγνητικός και έμπειρος σε προσωποκεντρικές αφηγήσεις που προκαλούν τα όρια της ηθικής, Michael Fassbender, ο οποίος επιστρέφει στην οθόνη μετά από μια 4χρονη απουσία.

Η ταινία ξεκινά με μια σεκανς μοντάζ τίτλων που προοικονομεί το τι θα παρακολουθήσουμε και μας εισάγει στην αφήγηση με ένα εκτενές voice over εσωτερικού μονολόγου του πρωταγωνιστή. Ο Fincher εξ αρχής θέτει το ύφος και την διηγηματική αφηγηματική φόρμα της ταινίας στα πρότυπα αστυνομικής νουβέλας του Raymond Chandler. Σαν άλλος Fillip Marlowe, ο ανώνυμος πληρωμένος δολοφόνος αυτοπαρουσιάζεται εκθέτοντας την ακριβή μεθοδολογία και την κοσμοαντίληψή του, σχολιάζοντας τον εαυτό του στην συνθήκη και τον κόσμο που παρατηρεί από το παράθυρό του. Στην πρώτη πράξη παρακολουθούμε τον δολοφόνο καθώς προετοιμάζεται και περιμένει στωικά να εκτελέσει τον στόχο του. Με καθαρές χιτσκοκικές αναφορές –σε μια ανεστραμμένη ωδή στο Rear Window ο σκηνοθέτης, ως ένας σύγχρονος μάστερ του σασπένς, συνθέτει ένα κλίμα αγωνίας σε μια αγαστή συνεργασία εικονογραφίας και ηχητικού σχεδιασμού. Σε αυτό το σημείο επιβάλεται να αναδειχθεί η μαεστρική χρήση του ήχου που παίζει καθοριστικό ρόλο στην δημιουργία και την κλιμάκωση του αισθήματος της αγωνίας καθόλη την διάρκεια της ταινίας. Πίσω στην πλοκή όμως. Ενώ ο αντιήρωας μας, αυτοπροσδιορίζεται ως ένας ψυχρός εκτελεστής χωρίς ηθικούς φραγμούς, που δεν ενδιαφέρεται για τίποτα πέρα από το χρήμα ποιότητες που συνθέτουν έναν χαρακτήρα για τον οποίο δεν θα έπρεπε να νοιαζόμαστε, ούτε να προκαλούν ταύτηση όταν η σχολαστική ακρίβεια και ψύχραιμη μεθοδολογία του απειλείται, βρίσκουμε τον εαυτό μας να “φορά τα παπούτσια του”. Σε μια αντιστοιχία της καθοριστικής σκηνής στην λίμνη του Psycho του Hitchcock όταν ο Norman Bates προσπαθώντας να εξαφανίσει τα ίχνη της δολοφονίας της Marion Crane ρίχνει το αμάξι της στην λίμνη και για λίγα δευτερόλεπτα το αμάξι παραμένει στην επιφάνεια του νερού πριν χαθεί στον πάτο μαζί με τα πειστήρια του εγκλήματος όπου η ταύτιση του θεατή μετατίθεται στον χαρακτήρα του δολοφόνου, έτσι και στο The Killer, όταν ο πρωταγωνιστής απειλείται να εκτεθεί καταφέρνει να μας παρασύρει στην αγωνία για την ασφάλειά του.

Η πρωτοφανής αστοχία του δολοφόνου θέτει σε κίνηση την πλοκή της ταινίας καθώς ο
χαρακτήρας που μέχρι στιγμής μας έχει πείσει για την συναισθηματική και ηθική κενότητά του έρχεται αντιμέτωπος με την απειλή της προσωπικής του ζωής. Τελικά υπάρχει κάτι ή μάλλον κάποιος για τον οποίο νοιάζεται. Όταν, λοιπόν, αυτός ο χαρακτήρας απειλείται από το λάθος του, ξεκινά ένα ανθρωποκυνηγητό εκδίκησης, με φόντο το οποίο αναπτύσσεται η εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στο αξιακό σύστημα του δολοφόνου και το συναίσθημά του. Μέσα σε αυτό το καθηλωτικό ψυχογράφημα, με αναπάντεχες στιγμές μαύρου χιούμορ, ο Fincher εκθέτει μια ειρωνική κριτική απέναντι στην σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία που δομείται στην βάση του ατομικισμού, της ηθικής απαξίωσης και της συσσώρευσης κεφαλαίου. Ο πρωταγωνιστής μας άλλωστε μας αυτοσυστήνεται ως τίποτα παραπάνω από έναν στιγνό επαγγελματία που κινητοποιείται από ιδιωτικά κίνητρα, έναν επικριτή του κοινωνικού συστήματος που δρα ταυτόχρονα εντός και παράλληλα θέτει τον εαυτό του εκτός πλαισίου, ενώ επιλέγει την διαιώνισή του μέσα από την εκμετάλλευσή του για καθαρά εγωκεντρικούς σκοπούς, αιτιολογώντας την στάση του με την κυνική θεώρηση ότι ο κόσμος θα συνεχίσει να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο είτε αυτός επιμείνει στις πρακτικές του είτε όχι.

Η αποκλιμάκωση και λύση της περιπέτειας του “ήρωα” σε πρώτη ανάγνωση αφήνει την αίσθηση του ανολοκλήρωτου και μοιάζει κάπως βεβιασμένη. Και πράγματι, ακούγοντας το σχόλιο θεατή καθώς άδειαζε η αίθουσα πως «το τέλος της ταινίας φαντάζει κάπως απότομο, λες και ο δημιουργός κουράστηκε και έκλεισε βιαστικά την ιστορία», δεν μπορώ παρά να ομολογήσω και τον δικό μου προβληματισμό. Κάτι τέτοιο ως συμπέρασμα όμως δεν συνάδει με την υπόλοιπη ταινία όπου η μεθοδικότητα και η σχολαστικότητα του κινηματογραφιστή σε βαθμό εμμονής αντανακλά αυτήν του πρωταγωνιστή. Ενός πρωταγωνιστή που καθόλη την διάρκεια της ταινίας επαναλαμβάνει στον εαυτό του και ταυτόχρονα σε εμάς τους θεατές με επιτακτικό τόνο: «Forbid Empathy», μια ρητή εντολή που μας απαγορεύει ταυτιστούμε. Και εδώ έγκειται το μεγαλείο και η ικανότητα του Fincher ως κινηματογραφιστή, ακριβώς σε αυτό το τελευταίο συναίσθημα με το οποίο μας αποχαιρετά η ταινία. Ο θεατής μένοντας μετέωρος από την τελική αναμέτρηση του ήρωα καλείται να αναρωτηθεί γιατί μπήκε στην θέση να προσμονεί μια αιμοδιψή και βίαιη αποκλιμάκωση κι αν ένας ακόμη φόνος θα αποτελούσε πραγματικά μια πιο ολοκληρωμένη λύση, μια επαρκώς ικανοποιητική αίσθηση κάθαρσης στο κυνήγι για εκδίκηση του πρωταγωνιστή. Στα βήματα του Hitchcock, ο Fincher καταφέρνει εν τέλη να χειριστεί το κοινό του συναισθηματικά με μία δεξιοτεχνία που στρέφει τα δραματουργικά και φιλοσοφικά ερωτήματα της ταινίας προς εμάς, τους ίδιους τους θεατές και μας προκαλεί να δώσουμε τις δικές μας απαντήσεις μέσα μας.

Η ταινία σε παραγωγή του Netflix, προβάλεται σε περιορισμένες αίθουσες και από αρχές
Νοεμβρίου θα είναι διαθέσιμη online στην πλατφόρμα.

 

Related stories

Το Alte Fablon παρουσιάζει την performance «και τον ονόμασαν φως»

Η performance «και τον ονόμασαν φως - μια ποιητική...

Οι ταινίες της εβδομάδας 13.06-19.06.2024

Γράφει ο Λάζαρος Γεροφώτης Η αποχή δεν ήταν φαινόμενο μόνο...

Η ρετρό ταβέρνα με τα διασημότερα σουτζουκάκια της πόλης

Τις παλιές ταβέρνες τις αγαπάμε πάντα περισσότερο, γιατί διατηρούν...

5+1 στάσεις γύρω από την Αχειροποίητο: Mια γειτονιά γεμάτη ζωή

Πριν δέκα χρόνια, αυτή η γειτονιά ήταν μια άλλη...

Πρόταση Βιβλίου | Χρήστος Χωμενίδης “ΝΙΚΗ”

Γράφει η Κατερίνα Βιτζηλαίου (the.booklist_) Χ.Α. Χωμενίδης "ΝΙΚΗ", Eκδόσεις: Πατάκη...