HomeCinemaΤο Challengers αποτελεί την καλύτερη επιλογή στις...

Το Challengers αποτελεί την καλύτερη επιλογή στις αίθουσες αυτή την περίοδο που διανύουμε

γράφει ο Γιώργος Δημητρόπουλος

CHALLENGERS (2024) του Λούκα Γκουαντανίνο

Διάρκεια: 132’

Η Τάσι (Ζεντάγια) αποτελεί ένα παιδί-θαύμα του τένις με ταλέντο εφάμιλλο αθλητριών που κατέκτησαν την κορυφή όπως οι αδερφές Γουίλιαμς. Την κορυφή αυτή ωστόσο δεν θα μάθουμε ποτέ αν τελικά θα την κατακτήσει ως παίκτρια καθώς στα φοιτητικά της χρόνια στο Στάνφορντ αποκομίζει έναν career ending τραυματισμό στο γόνατο. Παράλληλα αποτελεί και το μήλον της έριδος ανάμεσα σε δύο παιδικούς φίλους που την ερωτεύονται από την πρώτη ματιά, τον Αρτ που υποδύεται ο Μάικ Φάιστ (West Side Story) και τον Πάτρικ που υποδύεται ο Τζος Ο’Κόνορ (The Crown, La Chimera). Η όλη ιστορία περιστρέφεται γύρω από αυτό το ερωτικό τρίγωνο από τα σπάργανα του όταν οι τρεις ήρωες βρίσκονται ακόμα σε νεαρή ηλικία και κορυφώνεται όταν ως ενήλικες οι δυο επίσης τενίστες Αρτ και Πάτρικ διασταυρώνουν τα ξίφη τους ή αν θέλετε τις ρακέτες τους σε ένα τουρνουά Challengers στο οποίο λαμβάνουν μέρος για εντελώς διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Ο μεν Πάτρικ για βιοποριστικούς λόγους καθώς η καριέρα του δεν εξελίχθηκε όπως ίσως εκείνος θα περίμενε και ο δε Αρτ, όντας πλέον φτασμένος και επιτυχημένος, με την Τάσι στο πλευρό του ως σύζυγο αλλά και προπονήτρια, για να ξεβαλτώσει αγωνιστικά και να ξεπεράσει την αγωνιστική αλλά και μια υπαρξιακή κρίση που τον βασανίζει. 

Ο Λούκα Γκουαντανίνο είναι ένας σκηνοθέτης γνωστός για το ιδιαίτερο στυλ με το οποίο αφηγείται τις ιστορίες του. Δίνει ιδιαίτερη βάση στην οπτική αισθητική, κάτι που θυμόμαστε από προηγούμενες δουλειές του όπως το Suspiria και το Call Me By Your Name, και συνεχίζει στο ίδιο ύφος και εδώ. Δεν αναφέρω τυχαία τις συγκεκριμένες ταινίες καθώς την φωτογραφία τόσο των Suspiria και Call Me By Your Name συνυπογράφει ο Ταϊλανδός κινηματογραφιστής Σαγιομπού Μουκντεπρόμ (αν το προφέρω σωστά), ένας μακροχρόνιος συνεργάτης του Γκουαντανίνο αλλά και του πιο επιτυχημένου ταϊλανδού σκηνοθέτη, Απιτσατπόνγκ Βερασεθακούλ. Μαζί χτίζουν μαεστρικά την έντονη ατμόσφαιρα αυτού του ερωτικού τριγώνου που δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ότι παρομοιάζουν με την ένταση ενός αγώνα τένις. Το Challengers περιέχει διάχυτο ερωτισμό, αισθησιασμό και έντονη αύρα που τρέφεται από τις επιθυμίες των πρωταγωνιστών του. Οι μεταξύ τους σχέσεις και αλληλεπιδράσεις αποτελούν πότε από τη μια μεριά πότε από την άλλη το σημείο του κύριου ενδιαφέροντος του θεατή που παρακολουθεί ως εξωτερικός θεατής τα τεκταινόμενα, πάντα όμως με μια κοινή συνιστώσα: την Τάσι. Ο Αμερικανός συγγραφέας και σεναριογράφος του θεάτρου Τζάστιν Κούριτζκες υπογράφει το διασκεδαστικότατο σενάριο το οποίο θυμίζει αρκετά το επίσης υπέροχο Past Lives της Σελίν Σονγκ και όχι άδικα καθώς ο Κούριτζκες είναι ο σύζυγος της Κορεο-καναδής σκηνοθέτιδος όμως ακόμα και αν όλα αυτά δεν υπήρχαν η καρδιά της ταινίας θα συνέχιζε να χτυπάει δυνατά χάρη στο πιο δυνατό της ατού. Το πιο ενδιαφέρον δίδυμο συνθετών της εποχής μας, Τρεντ Ρέζνορ και Άτικους Ρος, συνθέτουν ένα πολύ δυνατό score με έντονα techno και trance στοιχεία που ματσάρει απίστευτα με τις δυναμικές των χαρακτήρων και είναι μάλλον απίθανο να μη σε κάνει να κουνηθείς στο ρυθμό του. Είναι τέτοια η επιρροή και η ενέργεια της μουσικής που αρκεί μόνο έκεινη αν αφαιρούσαμε διαλόγους να διηγηθεί την ιστορία με την ίδια δυναμικότητα. Σε αυτό παίζει μεγάλο ρόλο πως τα πιο έντονα κομμάτια του soundtrack ακούγονται μόνο εν μέσω εντάσεων είτε προερχόμενων από τον παλμό της αναμέτρησης των πρωταγωνιστών στο τέννίς είτε λόγω προσωπικών συγκρούσεων. 

Το Challengers με κέντρο βάρους τις τρεις ερμηνείες, την μουσική του αλλά και το καλογραμμένο σενάριο αποτελεί έναν ακόμη ύμνο του Γκουαντανίνο στο ατμοσφαιρικό σινεμά με την απαραίτητη προσοχή στα aesthetics και τη λεπτομέρεια και σίγουρα αποτελεί την καλύτερη δυνατή επιλογή στις αίθουσες αυτή την περίοδο που διανύουμε. Δε ξέρω αν θεωρείται ωριμότερο σαν έργο σε σχέση με προγενέστερες δημιουργίες του ιταλού σκηνοθέτη και σίγουρα δεν είναι η πιο προσωπική του από άποψη ύφους αλλά αναμφίβολα αποτελεί μια από τις πλέον προσεγμένες δουλειές του και δεν αρκείται απλώς σε μια γραμμική αφήγηση. Οι χρονικές στιγμές αφήγησης μετατίθενται εμπρός και πίσω στο χρόνο συνεχώς όπως το μπαλάκι περνάει συχνά από τη μια μεριά του γηπέδου στην άλλη και κορυφώνει την αγωνία της έκβασης του αγώνα όσο εμείς βυθιζόμαστε στο παρελθόν που κουβαλάνε οι τρεις ήρωες. Ενδεχομένως κάπου ανάμεσα στα υπερδραματικά slow motion πλάνα και τα point of view της κάμερας να παίζει το ρόλο της μπάλας να ζαλίζει και να κουράζει ελαφρώς όμως κατά γενική ομολογία αποτελεί ένα δείγμα συναρπαστικού σινεμά και ενδεχομένως την καλύτερη μεταφορά του αθλήματος στη μεγάλη οθόνη σε βαθμό που δύσκολα θα ξεπεραστεί. 

Related stories