HomeUrbanitiesΤα παιδικά μου καλοκαίρια στη Φούρκα

Τα παιδικά μου καλοκαίρια στη Φούρκα

της Μάχης Ντόλκου

Πάμε πίσω στο 1989! Παραλία Φούρκας, στην Χαλκιδική και εγώ αν και 4 χρονών,
έχω ολοζώντανες αναμνήσεις. Ο πατέρας μου και ο αδερφός του, μαραγκοί και οι δυο, αναλάμβαναν πόρτες, κουφώματα και κουζίνες στην ανοικοδόμηση εξοχικών κατοικιών και κάπως έτσι βρεθήκαμε με εξοχικό! Με το που έκλειναν τα σχολεία, πηγαίναμε εκεί, όπου ο πατέρας μου ερχόταν μόνο τα Σαββατοκύριακα..

Μέναμε σε ένα κτίσμα, με 6 εξαιρετικά μικρά σπιτάκια, όπου 2 από αυτά ήταν το δικό μας και του θείου μου. Τα ξαδέρφια μου, η Μαρία και ο Δημήτρη ήταν κατά 5 και 10 χρονιά μεγαλύτερα. Μπορεί να μη παίζαμε μαζί κρυφτό, τζαμί, μήλα κ.τ.λ. αλλά η λαχταρά μου για αυτούς ήταν απίστευτα ορμητική. Χωρίς αυτούς καμία ανάμνηση δε θα ήταν τόσο έντονη.

Ο Δημήτρης, έμαθε σε εμένα και τον αδερφό μου, να κολυμπάμε και κάθε φορά που ο καημένος ήθελε να κολυμπήσει στα βαθιά, όλοι η παραλία άκουγε 2 πιτσιρίκια να ουρλιάζουν για να γυρίσει πίσω. Όταν με τα χρόνια ο Δημήτρης μεγάλωσε και ήθελε να βγει με τους φίλους του στα μπαράκια της Χαλκιδικής, εκεί να δείτε μοιρολόι.. Δημιουργούσε ολόκληρο σενάριο για να μπορέσει να την κοπανήσει. Δε μέναμε στο ίδιο σπίτι αλλά σε κολλητά διαμερίσματα. Τα μπαλκόνια μας είχαν διαχωριστικό, μισό μέτρο και με αυτό τον τρόπο είχα μόνιμη πρόσβαση. Θυμάμαι να χαζεύω την Μαρία την ώρα που στολιζόταν για να βγει στην Αποθήκη, ένα Club στην πλατεία της Φούρκας, όπου μεσουράνησε αρχές του ΄90. Ένα από εκείνα το βράδια, μου είχε χαρίσει και τις κόλλες αλληλογραφίας της, μάλλον για να την αφήσω λίγο ήσυχη.

Θυμάμαι τη θεία μου, την μητέρα τους να φωνάζει εκνευρισμένη πυκνά συχνά, συνήθως για ασήμαντους λόγους και την μαμά μου – την ήρεμη δύναμη – απλά να ακούει. Είχε ήδη ετοιμάσει την κίνηση – εκδίκηση, χωρίς καν να κουνήσει βλέφαρο.. Απλά με το που ξυπνούσα νωρίς το πρωί και έτρωγα πρωινό, με έστελνε στη θεία. Και εγώ φυσικά έτρεχα να ξυπνήσω τα ξαδέρφια μου και να της κάνω το σπίτι άνω κάτω.

Στο συγκρότημα, είχε αρκετά παιδιά αλλά το μυαλό μου ήταν μονιμά στα ξαδέρφια μου..
Το υπόγειο του κτίσματος όπου μέναμε, ήταν δικό μας και ο Δημήτρης το είχε μετατρέψει σε PLAYROOM!! Είχε εγκαταστήσει τον υπολογιστή του (amiga), οπότε σε μια εποχή όπου τα ηλεκτρονικά είχαν τα πάνω τους και τα πεντοχίλιαρα, από το χαρτζιλίκι της γιαγιάς, εξαφανιζόταν στο Bubble Bobble, στο Pacman και στο Street fighter αυτό το υπόγειο, ήταν ακόμα μια Εδέμ, με δωρεάν πρόσβαση..

Το εβδομαδιαίο πρόγραμμα είχε ως εξής:
Τις καθημερινές ξυπνούσαμε κατά τις 8 π.μ.. Όποιος ξυπνούσε πρώτος, πήγαινε να φέρει ψωμί από τον φούρνο. Όλη η γειτονιά μοσχομύριζε από το φρεσκοψημένο ψωμί. Με το που τρώγαμε πρωινό, άρχιζε η προετοιμασία για μπάνιο στη θάλασσα, η οποία δεν ήταν απέναντι αλλά ούτε και πολύ μακριά.

Η μητέρα μου, κουβαλούσε την μικρή μου αδερφή μαζί με την υπερφορτωμένη τσάντα θαλάσσης, εγώ την ομπρελά και ο αδερφός μου το κοντάρι της. Με το που πατούσαμε το δάχτυλο στη άμμο, τρέχαμε να βουτήξουμε, χωρίς να δίνουμε ιδιαίτερη σημασία στη μαμά, που φώναζε να βάλουμε μπρατσάκια και αντηλιακό.

Τότε δεν υπήρχαν ούτε ξαπλώστρες, ούτε beach bar.

Όλη η παραλία ήταν γεμάτη με σκόρπιες ομπρέλες και σέικερ του καφέ, φραπέ παρακαλώ. Θυμάστε.. Εκείνα τα σέικερ, που το καπάκι τους έμοιαζε με κάστρο. Cappuccino, freddo, feddoccino, άγνωστες λέξεις.

Για να βγούμε από το νερό γινόταν πόλεμος.. Μπορεί να ήμασταν μέσα για ώρες, αλλά το ρολόι σταματούσε να μετράει. ΠΟΤΕ δεν ήταν αρκετό. Βγαίναμε μόνο για να φάμε το φρούτο, να πιούμε λίγο νερό, να διαβάσουμε τις χαρούμενες διακοπές και άντε να κάνουμε και έναν πύργο με τα κουβαράκια. Γενικά δεν αγαπούσα ιδιαίτερα το φαγητό. Μια μέρα, μου είπαν ότι ένας αδεσποτάκος σκύλος που άραζε λίγο πιο πέρα, με ψάχνει γιατί φαίνονται τα κόκαλα μου και ήθελε να με φάει. Νομίζω πως έσπασα όλα τα ρεκόρ, μέσα στη θάλασσα εκείνη τη μέρα. Την επόμενη δεν πήγαινα στην παραλία αν δεν μου αγόραζαν ολόσωμο μαγιό.

Γύρω στις 2 μ.μ. τα μαζεύαμε και γυρνούσαμε σπίτι για φαγητό. Τρώγαμε στο μπαλκονάκι και περιμέναμε να πάει 5, για να ξανάπαμε στη θάλασσα.

Υπήρχαν βέβαια και μέρες, που το παίρναμε σερί και γυρνούσαμε σπίτι λίγο πριν νυχτώσει. Αυτές ήταν οι μέρες, που συνήθως θα φιλοξενούσαμε συγγενείς. Ακόμα αναρωτιέμαι, πως χωρούσαμε 10 άτομα, σε ένα τόσο μικροσκοπικό σπιτάκι! Το απόγευμα, αφού βγάζαμε την αλμύρα από πάνω μας και λουζόμασταν με αντικουνουπικά ( Θεε μου, πόσες μυρωδιές μου έρχονται στη μνήμη μου), πηγαίναμε στη πλατεία της Φούρκας, αφού πρώτα κάναμε μια στάση, στην αυλή ενός σπιτιού που διέθεταν τηλέφωνο, για να πάρουμε τον μπαμπά μου.

Συνήθως υπήρχε μεγάλη αναμονή (δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα και το Wi-Fi ήταν κάτι σαν το “Ε.Τ Go Home”) και οι χρεώσεις στις τηλεφωνικές κλήσεις ήταν πανάκριβες.Άλλοτε, αράζαμε στο πάρκο με τις κούνιες και τρώγαμε σπόρια και καλαμπόκι. Θυμάμαι να ακούγεται κάθε βράδυ, μουσική από την Αποθήκη και να χορεύουμε στο γκαζόν του πάρκου το Wheel Of Fortune των Ace Of Base και Του Αιγαίου τα Blues του Κώστα Μπίγαλη.. Άλλοτε, πηγαίναμε στο ζαχαροπλαστείο για “παστούλες” και κάθε Κυριακή που ερχόταν ο μπαμπά μου, πηγαίναμε στην ταβέρνα!

Μια χρονιά, γνωρίσαμε την Αλίκη και τον Andrew. H μαμά τους ήταν Αγγλίδα, που παντρεύτηκε Έλληνα και αγοράσανε σπίτι στον οικισμό. Mας φωνάξαν σπίτι τους ένα απόγευμα. Μέχρι τότε δε με ένοιαζαν, ούτε οι Barbie, ούτε τα κουζινικά μου. Τα είχα αφήσει πίσω στην Θεσσαλονίκη και δε μου έλειψαν ούτε μια στιγμή.. Μέχρι που είδα τα παιχνίδια που είχαν κουβαλήσει ο Αndrew και η Αλίκη! Ακόμα ένας επίγειος παράδεισος στην Φούρκα μου.

Θα μπορούσα να γράφω ώρες, για αυτά τα 7 χρόνια της παιδικής μου ηλικίας στην Φούρκα. Από τις μυρωδιές του ψωμιού, του κομμένου γρασιδιού, του αντηλιακού, αστεία περιστατικά, όπως αυτό με τον αδερφό μου που στην πρώτη του επαφή με την θάλασσα πήγαινε και την κλωτσούσε για να φύγει από κει, και την χαρά που κάναμε μόλις αντικρίζαμε μέσα από το αυτοκίνητο ένα παρατημένο για χρόνια αμάξι, που ήταν το σήμα κατατεθέν, ότι σε λίγα λεπτά θα φτάναμε και πολλά πολλά αλλά….

Μέχρι που μια μέρα, ο πατέρας μου, μας ανακοίνωσε ότι πούλησε το σπίτι για να φτιάξει ένα στο χωριό.. ΣΤΟ ΧΩΡΙΟΟΟ. Το μίσησα αυτό το σπίτι. Μου στέρησε τον παράδεισο μου.

20 χρόνια, πήγαινα με το ζόρι εκεί και τα τελευταία, από τότε που έφυγαν και οι παππούδες, δεν πήγαινα καθόλου. Μέχρι που έγινα μάνα και συνειδητοποίησα πως το παιδί μου, δε θα ζήσει ούτε τα μισά από όσα έζησα εγώ. Και έτσι αποφασίσαμε να δώσουμε εγώ και τα αδέρφια μου, την ευκαιρία στα παιδιά μας, να ζήσουνε τα καλοκαίρια τους εκτός πόλης. Η θάλασσα, μπορεί να είναι στα 20χμ και ο κόσμος να είναι μετρημένος στα δάχτυλα, αντί για Αce o Βase θα ακούνε κοτόπουλα και προβατάκια αλλά τουλάχιστον θα είναι μαζί, φτιάχνοντας τις δικές τους αναμνήσεις, μακριά από τα τσιμέντα…

Related stories