HomeInterviewsΟ πρώην μπασκετμπολίστας που πλέκει τζίβες στην...

Ο πρώην μπασκετμπολίστας που πλέκει τζίβες στην πλατεία Εμπορίου

Με επιδέξιες κινήσεις, ο Βασίλης Αγραφιώτης, πρώην μπασκετμπολίστας, πλέκει μια ακόμα τζίβα ζωής, που μπορεί να καταλήξει σε ένα σπίτι στην άλλη άκρη του κόσμου.Με πρώτη ύλη υφάσματα, ανακυκλώσιμα υλικά και αντικείμενα συναισθηματικής αξίας, δημιουργεί εδώ και τέσσερις δεκαετίες εκατοντάδες χιλιάδες πολύχρωμες τζίβες και φούντες, που στολίζουν το κατάστημα εστίασης που διατηρεί στην πλατεία Εμπορίου και δωρίζει σε ανθρώπους από κάθε γωνιά του πλανήτη, για καλοτυχία.

Ένας παλιός έλικας από το ψυγείο του, καμένες λάμπες, κλωστές, υφάσματα, χάντρες, ακόμα και ρούχα από ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή, αποτελούν τα αντικείμενα που χρησιμοποιεί για να δημιουργήσει τις μοναδικές κατασκευές του. Όπως ο ίδιος εξηγεί στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, όλα ξεκίνησαν τη δεκαετία του ’80, όταν η σύζυγος του έκανε μια τζίβα στα μαλλιά της, στις διακοπές τους στη Χαλκιδική.«Κάποια στιγμή στο κάμπινγκ που κάναμε στον Αρμενιστή, το 1986, η γυναίκα μου έκανε μια τζίβα με κλωστές στα μαλλιά της. Την ίδια μέρα πήγα στη Σάρτη, αγόρασα κλωστές και προσπάθησα να κάνω τζίβες.

Από τότε δεν σταμάτησα!», εξηγεί και προσθέτει: «αρχικά έκανα τζίβες στα μαλλιά των παιδιών στην κατασκήνωση και τα σχολεία των παιδιών μου και στη συνέχεια εμπνεύστηκα από τα ταξίδια μου και χρησιμοποιώντας κι άλλα υλικά, εξελίχθηκα και άρχισα να δημιουργώ τζίβες που στολίζουν το κατάστημα, το σπίτι μου και όλους τους χώρους όπου κινούμε. Όσο περισσότερες τζίβες δημιουργώ, τόσο ανοίγει το μυαλό μου και φτιάχνω περισσότερα πράγματα».

Δημιουργεί τζίβες και φούντες με όλα τα παλιά αντικείμενα που φτάνουν στα χέρια του, όπως επισημαίνει, «με οποιοδήποτε υλικό, όπως ύφασμα, παλιά παπούτσια, παλιές κορδέλες, χάντρες -πήγα μέχρι και στο Χονγκ Κονγκ και βρήκα περίπου 4.000 χάντρες- αλλά και ρούχα που μου φέρνουν από ανθρώπους που έχουν φύγει από τη ζωή και θέλουν να τους θυμούνται με ένα αντικείμενο.
Τα συνθέτω στο μυαλό, βλέπω τα χρώματα, τα συνδυάζω με διακοσμητικά αντικείμενα, πήρα και τσιγκελάκι από εκεί που αγοράζω κλωστές, έκανα μαθήματα και σχεδόν τέσσερις δεκαετίες τώρα δημιουργώ αντικείμενα μεγάλης συναισθηματικής αξίας, που χαρίζω στον κόσμο».

«Έρχεται πλέον κόσμος και μου λέει: “Βασίλη φτιάξε μου σε παρακαλώ μια τζίβα με το μπλουζάκι του γιου μου, που ζει πλέον στην Ιταλία”. Κάποιοι μου φέρνουν και υφάσματα από ρούχα αγαπημένων τους, που έχουν φύγει από τη ζωή, της μαμάς τους, του αδερφού τους, του φίλου τους.

Τα φτιάχνω και είναι κρεμασμένα, πανέμορφα και όταν κουνιούνταν από τον αέρα, από την κίνηση στο χώρο είναι σαν να ζωντανεύει μια ανάμνηση», εκμυστηρεύεται συγκινημένος και σημειώνει πως οι αγαπημένες του τζίβες είναι αυτές που βρίσκονται στο κέντρο του καταστήματος που διατηρεί και τις δημιούργησε για τη μητέρα του, που έφυγε από τη ζωή, αλλά και για τη σύζυγο και τα δύο του παιδιά.

Υπάρχουν πολλοί πελάτες από το εξωτερικό, όπως λέει, που όταν επισκέπτονται το εστιατόριό του, εντυπωσιάζονται. «Τους αρέσει πάρα πολύ η ξεχωριστή εικόνα, δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρον κι εγώ τους χαρίζω μια τζίβα για καλή τύχη κι έτσι ταξιδεύουν παντού σε όλο τον κόσμο: στην Αυστραλία, στην Αμερική, παντού.

Από μικρός είχα μάθει να κατασκευάζω αντικείμενα, που στόλιζε με αυτά η η μητέρα μου το σπίτι μας. Όλες οι δημιουργίες μου έχουν μεγάλη αξία για μένα, είναι πολύτιμες και αποτελούν κομμάτι της ζωής μου. Πολλοί είναι αυτοί που μου ζητάνε να τους δώσω μια τζίβα, ωστόσο εγώ χαρίζω μόνο σε αυτούς που θέλω και θεωρώ ότι μπορούν να εκτιμήσουν το δώρο μου», υπογραμμίζει ο κ. Αγραφιώτης.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Related stories

Ο καφενές στο κέντρο με τις πιο νόστιμες τηγανιτές πατάτες, θυμίζει κουζίνα της γιαγιάς

Στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, μπροστα στην παλιά Παραλία, εκεί...

Στα Λαδάδικα δε κοιμούνται ποτέ: Διαμαρτυρίες κατοίκων και ξενοδόχων για την ηχορύπανση

Σοβαρές διαμαρτυρίες καταγράφονται στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, ιδίως στην...

Ο Εξώστης ρωτά, οι συγγραφείς απαντούν | Σοφία Νικολαΐδου

Κάθε εβδομάδα ένας/μία συγγραφέας απαντά σε 15 ερωτήσεις.   Γιατί...