HomeMind the artΜπορείς να κοιμηθείς αγκαλιά με τη θάλασσα;

Μπορείς να κοιμηθείς αγκαλιά με τη θάλασσα;

γράφει ο Σπύρος Μπαλτογιάννης

Έχω ένα φίλο που χρόνια τώρα μια από τις συνήθειές μας είναι να κάνει ο ένας στον άλλο μια «ασυνήθιστη»  ερώτηση και ο άλλος να προσπαθεί να δώσει τη δική του «ασυνήθιστη» απάντηση.

Δεν το κρύβω ότι και για τους δύο είναι μια πρόκληση, τόσο η διατύπωση της ερώτησης όσο και ο βαθμός αποδοχής της απάντησης.

Ένα ανόητο παιχνίδι!

…………………………………

Μπορείς να κοιμηθείς αγκαλιά με τη θάλασσα;

Ήταν  η τελευταία ερώτηση που μου έκανε προχτές.

Συνήθως η πρώτη αντίδραση σε τέτοιες ερωτήσεις είναι «πάλι μαλακίες ρωτάμε;» αλλά η δια του βλέμματος αναμενόμενη επίπληξη, δεν  με άφησε να την δώσω αυτή τη φορά.

Ζορίστηκα όπως πάντα.

Με έσωσε από το ζόρι η ιστορία ενός άλλου αγαπημένου φίλου που ήταν νωπή.

……………………..

Ψαράς δεν έγινε,

σεβάστηκε τα σωθικά της.

Δίχτυα δεν άπλωσε, και ας πεινούσε,

του έφτανε να συστήνεται ξανά και ξανά μαζί της,

να βαπτίζεται και να αλλάζει ονόματα,

να φτάνει το βλέμμα ανεμπόδιστο στον αλάνθαστο ορίζοντά της,

να βλέπει τον χρόνο να σπρώχνει τα καράβια της,

να προσπαθεί ξανά και ξανά να απλωθεί στη στεριά και να μην απογοητεύεται

καθώς ο αφρός της, σβήνει στην άμμο,

ή γυαλίζει βότσαλα ή σκάει σε ένα βράχο.

Ποτέ ένα γυαλιστερό βότσαλο ή ένα μοναχικό βραχάκι

δεν του απέσπασαν την προσοχή από αυτή.

Μια μέρα έγινε κάτι πολύ ασυνήθιστο:

το κύμα της έφτασε στο μπαλκόνι του σπιτιού του!

Έσβησε εκεί, δεν γύρισε πίσω.

Έμεινε ήσυχο όλη τη νύχτα, ούτε την άλλη μέρα έφυγε.

Μέρες μετά στέγνωσε.

Έμεινε το αλάτι.

Βγήκε στο μπαλκόνι, το μάζεψε προσεκτικά στις χούφτες του, και

πήρε το δρόμο για την ακτή.

Δεν σταμάτησε πουθενά.

Πρόσεχε μόνο μη χάσει κόκκο.

Έφτασε στην ακτή.

Σού το έφερα πίσω, της είπε, το κύμα σου έχασε το δρόμο του.

Γέλασε η θάλασσα.

Του έβρεξε τα πόδια και τραβήχτηκε ξανά.

Το επανέλαβε.

Μπλε έχω πολύ του είπε, το αλάτι δεν μου έλειψε ποτέ,

όσο για το κύμα να ξέρεις: ποτέ δεν χάνει τον δρόμο του.

Τότε γιατί; Τη ρώτησε.

Για το αλάτι, του είπε,

για να κρατήσει τις μνήμες μας ζωντανές.

Για να μη με ξεχάσεις ποτέ.

Έβαλε το αλάτι στην τσέπη,

έβγαλε τα ρούχα και τα ακούμπησε στην άμμο.

Γύρισε εκεί που σκάει το κύμα και συνέχισε.

Βαφτίζομαι ξανά στην αγκαλιά σου, της είπε

και γελώντας τη ρώτησε:

ποιο όνομα θα μου δώσεις σήμερα;

Αγάπη! Όπως πάντα του είπε.

……………………

Την άλλη μέρα στη δουλειά «πετούσε»

Τι έγινε χτες Οδυσσέα; Τον ρώτησαν οι συνάδελφοί του.

Κοιμήθηκα αγκαλιά με τη θάλασσα τους είπε.

Γέλασαν όλοι.

Μόνο η Ναυσικά έσκυψε το κεφάλι και κοιτώντας τον λοξά, χαμογέλασε.

 

Related stories