HomeMind the artΜεταξύ «συρμού» και αποβάθρας: Ένα κορίτσι γνωρίζει...

Μεταξύ «συρμού» και αποβάθρας: Ένα κορίτσι γνωρίζει την πόλη

Μεταξύ «συρμού» και αποβάθρας

γράφει ο Άγγελος Μαλλίνης

Ο Ανδρέας εδώ και ένα μήνα περπατάει. Η κινητικότητα είναι το άλφα και το ωμέγα του ανθρωπίνου ψυχισμού αναφέρει ο Θανάσης Χατζόπουλος στον Νίκο Μπακουνακη στο podcast Book Lovers και συνεχίζει, το μικρό παιδί πρώτα κατακτάει την αυτονομία του σώματός του με την όρθια στάση και το περπάτημα και μετά μιλάει. Συμπληρώνει, έχει πολύ μεγάλη αξία αυτή η κινητικότητα  διότι δίνει στον καθένα ελευθέρια των κινήσεων στη ζωή του, είναι ένα πρώτο φυσικό επίπεδο το οποίο γρήγορα το ξεπερνάμε ως βασικό και αυτονόητο.

Ο Ανδρέας ανακαλύπτει με ενθουσιασμό το ένα δωμάτιο μετά το άλλο. Κάθε δωμάτιο ένας νέος κόσμος, μια νέα ενδιαφέρουσα περιοχή. Ο κόσμος του μεγαλώνει, στην αρχή πατρίδα του τα δύο χέρια της μαμάς του, λίγο μετά ο χώρος του βρίσκεται αποκλειστικά στο παρκοκρέβατο, έπειτα αλωνίζει το σαλόνι μπουσουλώντας, εδώ και ένα μήνα ο τόπος του είναι ολόκληρο το σπίτι, σε λίγο τα σύνορα θα μεγαλώσουν στους γύρω δρόμους της γειτονιάς σας. Αν δεν στέκεται με τις ώρες μπροστά στο πλυντήριο θα τον βρεις στο τζάμι της μπαλκονόπορτας να κοιτάζει έξω, το μαρτυρούν οι δαχτυλιές σα αυτό. Εκεί έπιασες στην πανδημία και την Στελίνα να αναστενάζει μπροστά στο ίδιο τζάμι ψάχνοντας τη φίλη της την Φαίη. Είχε μάθει πως η πόλη, η ζωή είναι έξω. Εκεί που ξεδιπλωνότανε ο κόσμος στα πόδια της, επέστρεψε πίσω από ένα τζάμι. Πώς οι βόλτες στο κέντρο και στα Κάστρα σταμάτησαν. Τα ταξίδια; Οι εκδρομές; Σας στοίχισε αυτός ο περιορισμός, σας στοίχησε αυτή σας η στάση. Δραπετεύατε με τα βιβλία όπως το ψηλότερο βουνό βιβλίων στον κόσμο

Αυτά περάσανε και στο αποκριάτικο πάρτι της τάξης της στο Τελλόγλειο την βλέπεις και αναρωτιέσαι πότε έγινε οχτώ. Την φαντάζεσαι δύο, πέντε, δέκα χρόνια μετά σε διάφορα καρέ.

Στην νέα παραλία κάπου μετά τις ομπρέλες του Ζογγολόπουλου, λίγο πριν το Μακεδονία Παλλάς εκεί που τελειώνουν τα περίπτερα του φεστιβάλ βιβλίου θα κάθεστε σε κάποιο παγκάκι με τον νονό Κώστα και τον Λάμπρου, θα περάσει από μπροστά σας με δύο φίλες της και δεν θα σε χαιρετήσει, (Χρίστε μου πόση αμηχανία θα νιώσεις;) ο ένας από τους δύο για να σπάσει τη σιωπή θα σε ρωτήσει για την βιβλιοθήκη που σου έφτιαξε ο Τέο ο γλετζές και αν η ποιότητα του ξύλου σου άρεσε ενώ εσύ θα ξεφυλλίζεις η πρωτεύουσα των προσφύγων του Ιωάννου που μόλις αγόρασες από το περίπτερο του Κέδρου.

Κάπου στα δεκατρία θα βλέπει το σώμα της να αλλάζει. Θα έρθει το ξύπνημα της άνοιξης, θα φθάσει η εμμηναρχή, γνωρίζεις ότι με αυτή τη μητέρα πλάι της θα είναι σωστά προετοιμασμένη και δεν θα είναι μια στιγμή αγχωτική, τραυματική, γεμάτη αμηχανία ή πανικό. Η Θύμη θα το στείλει με viber στην νονά της και ξέρεις ότι η Δέσποινα θα βαλαντώσει στο κλάμα. Θα καταλάβεις λίγες μέρες αργότερα ότι το πηγαδάκι στο Ουζερί Ανθέων που έχει στήσει η Ανθή με την Μάγδα και την Στελίνα στην άλλη άκρη του τραπεζιού θα αφορά αυτό το θέμα. Θα κοιταχτείτε με την κόρη σου και θα χαμογελάσει ο ένας στον άλλο. Θα συνεχίσεις να κράζεις με τον Στράτο τον ποδηλατόδρομο της Λεωφόρου Νίκης και θα τσιμπήσεις ακόμα μια γαρίδα στη σχάρα.

Κάπου στα δεκαέξι θα μπει με μια τσάντα από την Πρωτοπορία. Θα την αφήσει πάνω στην παπουτσοθήκη και θα μπει στο μπάνιο. Θα την ανοίξεις και θα βρεις μέσα  η μοναξιά είναι από χώμα της Βαμβουνάκη και το στις όχθες του ποταμού Πιέδρα κάθισα και έκλαψα του Κοέλιο, θα χαμογελάσεις και θα τα βάλεις πάλι μέσα. Είναι η στιγμή που θα αντιληφθείς ότι θα σταματήσει να σε συμβουλεύεται για επιλογές βιβλίων, μάλλον θα σταματήσει να σε συμβουλεύεται γενικότερα.  

Φοιτήτρια, ένα βράδυ Σαββάτου, θα τηλεφωνήσει στην Θύμη κλαίγοντας να πάει να την βρει κάπου στην Λώρη Μαργαρίτη. Θα ρωτήσεις – μα καλά, δεν θα πήγαινε στο Σάρωθρον; Πώς βρέθηκε Λευκό Πύργο; Η Θυμία θα δυσανασχετήσει με την ερώτησή σου και θα τρέξει να την παρηγορήσει. Κλείνοντας την πόρτα θα βγει από μέσα σου ο Νικηφόρος από το 50-50 και θα πεις –ήξερα ότι ο τύπος είναι τσογλάνι!

Κάποιες μέρες μετά θα της προτείνεις να πάτε μαζί στο φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ στην αποθήκη του Λιμανιού και εκεί που θα περιμένεις να φας άκυρο, θα σου πει ναι. Θα τρελαθείς από τη χαρά σου. Μετά την ταινία θα περάσετε μπροστά από το μουσείο Φωτογραφίας και θα της πεις πόσες φορές την πήγες πριν γεννηθεί ο Ανδρέας, θα σου πει πως δεν το θυμάται και θα αρχίσεις να ψάχνεις φωτογραφίες στο cloud για να τις το αποδείξεις αλλά δεν θα έχεις αποδεχτεί κάποιους νέους όρους και προϋποθέσεις και δεν θα έχεις πρόσβαση, θα σου πει –δεν πειράζει μου το δείχνεις μια άλλη φορά, θα πει πως πεινάει και θα πάτε για μια πίτσα στο the last slice στη Κορομηλά. Εκείνο το βράδυ θα κοιμηθείς κατουρημένος.

Μετά από λίγο συνέρχεσαι και σκέφτεσαι να είναι γερή και το επαναλαμβάνεις, –να είναι γερή! Την τελευταία Κυριακή του Μαρτίου θα κληθούμε να γυρίσουμε τα ρολόγια μας μία ώρα μπροστά. Πως θα αξιοποιήσεις μια ώρα περισσότερη στο φως; Θα την πάρεις και θα πάτε στην Άνω πόλη. Θα αρχίσετε να κατεβαίνετε από την πλατεία Τσιτσάνη και θα της μιλήσεις για την Ζωή Καρέλλη, λέγοντας της στίχους σαν κι αυτόν, «ειδήσεις, λόγια,/η πόλη της Θεσσαλονίκης/έχει γεμίσει με εκείνους που φέρνουν/ ειδήσεις για νίκες, ειδήσεις/για καταστροφές, προσταγές πολλές,/ υποσχέσεις διπλές κι ανήσυχες».

Θα καθίσετε στην αυλή του Οσίου Δαυίδ που βλέπει όλη την πόλη και θα της δείχνεις με το δάχτυλο τις γειτονιές που αγαπάς. Θα ψάξεις ένα τρόπο να της πεις πως έχει δυνάμεις για να αλλάξει τον κόσμο. Θα της πεις να προσπαθήσει να κάνει και κάτι για την πόλη της, ίσως της διαβάσεις και το κείμενο της Σοφίας Νικολαΐδου στην Parallaxi για την Θεσσαλονίκη. Σίγουρα το απόσπασμα «Αυτή η πόλη είναι σαν το σπίτι μου. Όλα χαλάνε. Όλα μένουν σπασμένα. Τα παγκάκια στα πάρκα, τα πλακάκια στα πεζοδρόμια, οι στάσεις στα λεωφορεία. Όταν βρέχει, δεν ξέρεις πού να πατήσεις. Έχει ποτίσει βρομιά παντού. Χαμογελάμε μόνο όταν βγαίνει ο ήλιος. Ο ήλιος είναι ντεπόν. Όταν έχει ήλιο, δε με νοιάζει τίποτα. Ο ήλιος είναι βασιλιάς.» Θα την παρακαλέσεις να κάνει κάτι για την πόλη και θα πάρετε την κατηφόρα για την αγία Αικατερίνη στην Ολυμπιάδος για να βρείτε ταξί. Στη διαδρομή θα θυμηθείς εκείνα τα όνειρα που έκανες αρκετά βράδια στην πανδημία. Ονειρευόσουν την Στελίνα πως σβάρνιζε με τα πόδια της όλη τη Θεσσαλονίκη, σαν να ‘τανε η πόλη δική της σαν να τανε δικός της ο κόσμος όλος.

Υγ Καλά θα κάνατε να μην τους πείτε ότι μερικές φορές διαφορετικές πόλεις διαδέχονται η μια την άλλη στον ίδιο χώρο και με το ίδιο όνομα, ότι γεννιούνται και πεθαίνουν χωρίς να γνωρίσει η μία την άλλη, χωρίς να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Ίταλο Καλβίνο, Αόρατες πόλεις

 

Related stories

Το σπίτι του Δημήτρη Αμελαδιώτη είναι ένα έργο τέχνης σε εξέλιξη

WHO IS WHO: Μου αρέσει να παρουσιάζομαι ως εικαστικός,...

Οι ταινίες της εβδομάδας 25.04-01.05.2024

Γράφει ο Λάζαρος Γεροφώτης Η κατρακύλα στα εισιτήρια των κινηματογράφων...

Η Μαρίτα Καρυστηναίου δημιουργεί τα φωτιστικά των ονείρων σας

φωτογραφίες: Μαρία Ευσταθιάδου Η Decolight λειτουργεί από το 2010 και...

Ψηλά στο Εσκί Ντελίκ, αναμνήσεις μιας άλλης ζωής

Ήταν μικρές κι αθώες κοπελούδες σαν ήρθανε απ’ την...