HomeΘέματαΜία Πέμπτη...

Μία Πέμπτη…

γράφει η Χριστίνα Μπουγά

Το ξυπνητήρι διέκοψε την ξέπνοη προσπάθειά της να ξεφύγει από τα παγωμένα γκριζωπά βλέμματα. Φαίνονταν κανονικοί άνθρωποι, όμως ένας μυστηριώδης ιός αλλoίωνε τη σκέψη τους, γίνονταν παρανοϊκά ζόμπι. Ο ιός απαιτούσε να γίνει κι εκείνη σαν αυτούς.

Το ξυπνητήρι είχε άλλα σχέδια. Την πρώτη ανακούφιση ακολούθησε η σκέψη πως έπρεπε να σηκωθεί. Ήταν 5.30. Πάτησε αναβολή και πήρε μία βαθιά ανάσα, ιδρωμένη κι αυτή. Πήρε το κινητό στα χέρια της. Έριξε μια ματιά στο facebook. Φίλοι με αϋπνίες είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους, σπρώχνοντας το παγωμένο  βλέμμα των θηρευτών της, πίσω στο υποσυνείδητό της. Μικροί, προσωπικοί ήρωες.

Σηκώθηκε με δυσκολία και ξεκίνησε να αλλάζει για να γυρίσει στο σπίτι της. Μετά τη διάρρηξη δεν μπορούσε πια να κοιμηθεί εκεί. Την ημέρα έκανε δουλειές, προσπαθώντας να διατηρήσει μία κανονικότητα και να απολυμάνει την αποφορά των ελεεινών χεριών που ανακάτεψαν το σύμπαν της. Τις πρώτες ημέρες, έτρεμε αν κάτι ακουμπούσε στο πάτωμα του ίδιου του σπιτιού της. Τώρα πια μπορούσε να σταθεί στο σπίτι της, να κάνει δουλειές, να μαγειρέψει, να αναπνεύσει. Μα το βράδυ, όσο κουρασμένη κι αν ήταν, η καρδιά της χτυπούσε σαν να την κυνηγούσαν χίλια παγωμένα γκριζωπά βλέμματα. Η ανάσα της κοβόταν. Έπρεπε να φύγει βιαστικά. Ευτυχώς για εκείνη, στον μικρόκοσμό της υπήρχε μία ασφαλής γωνιά. Σκεπαζόταν φροντίδα και έγνοια και ξεκουραζόταν μέχρι το επόμενο πρωί.

Έφυγε όσο πιο ήσυχα μπορούσε αφού πάτησε το κουμπί της καφετιέρας που είχε προετοιμαστεί από το προηγούμενο βράδυ. Μπήκε στο σπίτι της, προσπέρασε την ακαταστασία που μειωνόταν αλλά δεν έφευγε. Υπενθύμιση για τα χέρια που είχε καταραστεί ξανά και ξανά. Χέρια σάπια, παγωμένα, που έκλεψαν πράγματα δικά της και των αγαπημένων της ανθρώπων, ποδοπάτησαν αναμνήσεις και σκόρπισαν τις προσεκτικά τακτοποιημένες σκέψεις δεκαετιών.

Ετοιμάστηκε, πήρε τα σκουπίδια και ξεκίνησε για τη δουλειά, με το βάρος του ανθρώπου που όλη τη νύχτα πάλευε για τη ζωή του. Πάντα θύμωνε στο δρόμο με τους εγκλωβισμένους στην κίνηση που οδηγούσαν ναρκισσιστικά, για να ξεφύγουν. Σήμερα δεν είχε δύναμη να θυμώσει. Είχε περάσει κορονοϊό πρόσφατα, «αυτό θα είναι», σκέφτηκε. Άνοιξε το ραδιόφωνο και προσευχήθηκε σιωπηλά να ισχύει εκείνος ο παλιός στίχος για τη φωνή του εκφωνητή. Το μυαλό της χανόταν, ούτε κατάλαβε πως πέρασε η ώρα και βρέθηκε καθισμένη στο γραφείο της.

Την κοίταζαν αλλιώς τελευταία, φαινόταν θαμπή, σχεδόν μουτρωμένη. Κουρασμένη ήταν. Ναι, αυτό μόνο. Κουρασμένη. Ξεκίνησε να δουλεύει. Η συνάδελφος στο διπλανό γραφείο, έβαλε χαμηλόφωνα μουσική. Bohemian Rhapsody. Θυμήθηκε ένα βίντεο από 5-6 χρόνια πριν, όταν κανείς τους δεν είχε ακούσει ακόμη  τη λέξη «κορονοϊός». Τι ειρωνεία να μην θυμάται τα βασικά καθημερινά, αλλά να θυμηθεί αυτό. Το βίντεο ήταν από μία μεγάλη συναυλία των Green Day, στο Hyde Park. Εκεί, ενώ ο κόσμος περίμενε να βγει το συγκρότημα στη σκηνή, οι διοργανωτές είχαν βάλει μουσική. Όταν ξεκίνησε το Bohemian Rhapsody, όλοι άρχισαν να τραγουδούν, έγιναν μία φωνή που τραγούδησε ολόκληρο το αγαπημένο τραγούδι, μέχρι την τελευταία νότα. Τραγούδησαν σαν τίποτα να μην ήταν πιο σημαντικό από το να τραγουδήσουν ολόκληρο το τραγούδι μέχρι την τελευταία νότα.

Ένας διακόπτης έπεσε στο κεφάλι της, καθώς ρωτούσε για μία ακόμα διαδικασία. Τα παγωμένα γκριζωπά βλέμματα ξεχύθηκαν από την κρυψώνα τους απαιτώντας την υπόστασή τους.

Έβαλε τα ακουστικά της γρήγορα και το βίντεο από τη συναυλία. “Mama, just killed myself”…? Δεν μπορεί, παράκουσε. Το άκουσε ξανά, “Mama, just killed myself, put a gun against my head, pulled the trigger, now I’m dead”. Τα παγωμένα γκριζωπά μάτια έγνεφαν καταφατικά. Ένιωσε τα μέλη της να παγώνουν. Κοίταξε στην οθόνη το κείμενο με τις διευκρινήσεις για την εταιρική διαδικασία. «Θεέ μου, τι κάνω;» σκέφτηκε ενώ αισθανόταν την καρδιά της να χτυπά σαν να την κυνηγούσαν χίλια παγωμένα γκριζωπά βλέμματα. Έπρεπε να φύγει. Τώρα. Σηκώθηκε από τη θέση της και μηχανικά πήγε να πάρει το laptop. Γέλασε μέσα στο κεφάλι της με την ανόητη, αυτόματη κίνηση. Πήρε το κινητό με τους μικρούς ήρωές της και έφτασε τρέχοντας στο μικρό παλιό αυτοκίνητο. Δεν μίλησε σε κανέναν. Δεν θα μιλούσε σε κανέναν.

Βγήκε βιαστικά στη μικρή λεωφόρο, από όπου ξεκινούσε καθημερινά το δρόμο της επιστροφής. Έβαλε δυνατά μουσική και κατέβασε τα παράθυρα για να μυρίσει τη μυρωδιά των τελευταίων θάμνων της άνοιξης.

Μπροστά της, οι γραμμές του τρένου. Πόσες φορές τις είχε δει. Πόσες φορές είχαν περάσει τα βαγόνια πάνω από τις ίδιες ακριβώς ράγες, στην ίδια ακριβώς διαδρομή.

Τα φρένα στρίγγλισαν στη μικρή λεωφόρο πίσω από τις γραμμές του τρένου. Ο αδέσποτος σκυλάκος που έτρεχε στη λεωφόρο χωρίς προορισμό, σταμάτησε το τρέξιμο χωρίς να φοβηθεί. Το κοντό, ανοιχτόχρωμο τρίχωμά του χρύσιζε κάτω από τον ήλιο που κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί.

Άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και του είπε : «έλα φίλε, αργήσαμε».

Δυο μελιά, κουταβίσια μάτια ζέσταναν τη θαμπή ψυχή της, που τώρα χρύσιζε κάτω από τον ήλιο που κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί.

Ο σκυλάκος μπήκε στο μικρό αυτοκίνητο και κοίταξε αποφασιστικά μπροστά, προς το μεγάλο δρόμο. Κανείς δεν τους είδε να περνούν από τη μικρή λεωφόρο ξανά, ποτέ.

 

 

Related stories

Καλοκαιρινές σειρές για τα μεσημέρια που θες κάτι καλό να παίζει

Ξανάρχονται λοιπόν τα καλοκαιρινά μεσημέρια. Εκείνα τα λουσμένα στο...

Το ρετσινάδικο στα ανατολικά, που γεμίζει με παρέες από νωρίς

Ήταν κάποτε μια γειτονιά που δεν είχε κάτι για...

Για να φας το καλύτερο μπιφτέκι του βορρά, πρέπει να οδηγήσεις 1,5 ώρα, αλλά αξίζει τον κόπο

  Τις περισσότερες φορές, τα καλύτερα κρύβονται στα απλά. Το...

8+1 λόγοι για να επισκεφτείς αυτή την εποχή, την Άνω Πόλη

Η Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης είναι μια περιοχή με...

Για αυτό το ντίσκο καφενείο, έρχονται από παντού στο Λιτόχωρο

Σε ένα από τα ωραιότερα σημεία του χωριού (για...