HomeMind the artΚριτική Βιβλίου | Ανθολογία Ελληνικής Κουήρ Ποίησης...

Κριτική Βιβλίου | Ανθολογία Ελληνικής Κουήρ Ποίησης από τις Εκδόσεις Θράκα

γράφει η Φανή Χατζή

Τα τελευταία χρόνια έχει ανοίξει ένας ενδιαφέρων διάλογος για τον ορισμό της έννοιας του «κουήρ» και την ανάγκη συστηματοποίησης και οργάνωσης της κουήρ λογοτεχνίας*. Η πρώτη ανθολογία ελληνικής κουήρ ποίησης συμμετέχει στον διάλογο αυτό, μέσα από τα προσεγμένα προλογικά και επιλογικά της μέρη αλλά, κυρίως, μέσα από την ευκαιρία που προσφέρει να «ακουστούν οι λοξές, παράξενες, αλλόκοτες, ανοίκειες, ανώμαλες, διεστραμμένες φωνές»** που απαρτίζουν την συλλογή.

Όλα ξεκίνησαν όταν οι εκδόσεις Θράκα, σε σύμπραξη με το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ και υπό την ιδιαίτερη φροντίδα του Νίκου Κουτσοδόντη, αφού πραγματοποίησαν ανοιχτό κάλεσμα και συνέλεξαν ποιήματα γραμμένα στα ελληνικά με κουήρ θεματική, ανέλαβαν την ανθολόγησή τους. Η αξιολόγηση των ποιημάτων έγινε από μια ειδικά συσταθείσα επιτροπή, αποτελούμενη από τους Νικόλα Κουτσοδόντη, Βασιλεία Οικονόμου, Χάρη Οταμπάση και Βαρβάρα Ρούσσου, η οποία ανέλαβε την σταχυολόγηση και την επιμέλεια των ποιημάτων. Η έκδοση ενδύθηκε ταιριαστά γι’ αυτήν ροζ και μωβ χρώματα και έφτασε στα χέρια μας με μηδενικό αντίτιμο, παρόλο που από άποψη σχεδιασμού, επιμέλειας και κυρίως περιεχομένου είναι μεγάλης αξίας.

Όπως θα ήταν αναμενόμενο σε μια συλλογή κουήρ ποίησης, στην παρούσα αναδεικνύονται θέματα όπως ο ομόφυλος έρωτας, η ελεύθερη έκφραση της σεξουαλικότητας (με την έννοια της ταυτότητας και με αυτή της επιθυμίας), το τρανς βίωμα, η αποκήρυξη των ετεροκανονικών πλαισίων προσδιορισμού, η δυσφορία φύλου και η έμφυλη βία, ενώ δίνεται χώρος για έκφραση βιωμάτων αθέατων και διαχρονικά αποσιωπημένων, όπως το κουήρ ανάπηρο βίωμα. Όπως παρατηρείται στο επίμετρο της έκδοσης, η χαρά απουσιάζει από το μεγαλύτερο μέρος των ποιημάτων. Κοινός τους τόπος είναι η θλίψη και η οργή απέναντι σε ένα σύστημα περιθωριοποίησης, η μάταιη διεκδίκηση της ορατότητας αλλά και της ελευθερίας μέσα σε μια συνθήκη πατριαρχικής καταπίεσης.

Ορισμένα επαναλαμβανόμενα μοτίβα μας υπενθυμίζουν ότι υπάρχει πολύς δρόμος που πρέπει να διανύσουμε για να μιλήσουμε για χαρμόσυνο εορτασμό της κουήρ ταυτότητας. Ένα τέτοιο είναι ο πατέρας, σύμβολο της οικογένειας και της πατριαρχίας, κληροδότης του φύλου και του επωνύμου, δύο αμφότερα καταπιεστικών για τα κουήρ ποιητικά υποκείμενα συμβάσεων. Αντίστοιχα, επαναλαμβάνεται συχνά και η αίσθηση ενός ιδιωτικού «εγώ κι εσύ», που δε μπορεί να υπάρξει δημόσια αλλά είναι καταδικασμένο στην αορατότητα. Τον μεγαλύτερο χώρο, όμως, καταλαμβάνει το ετεροκανονικό «εσείς» που δεν αρκείται στην επιβολή της παρουσίας του αλλά έχει σκοπό να καταπιέσει, να περιθωριοποιήσει και να αποκλείσει. Η αίσθηση μιας πανταχού παρούσας εξουσίας που εξορίζει ακόμα περισσότερο τα κουήρ υποκείμενα είναι διάχυτη.

Ακόμα και σε τέτοιες συνθήκες ωστόσο, σχεδόν όλα τα ποιήματα ορθώνουν το κουήρ ανάστημά τους με μια απενοχοποιημένη αυτοαναφορικότητα, ακόμα κι αν αυτή είναι ειρωνική. Η εικονοπλαστική ιχνογράφηση του κουήρ αντιστέκεται στους εξαντλητικούς ορισμούς που θα το εγκλώβιζαν και που το ίδιο αποκηρύσσει. Εδώ το κουήρ γίνεται αντιληπτό μέσα από τις αισθήσεις και αναδύεται με μυρωδιά «σανδαλόξυλο και λίγο ιδρώτα με πατσουλί» (Γλυνιαδάκη), με υφή που θυμίζει «αρσενικό χνούδι σε θηλυκά ζυγωματικά» (Γουλιάνος). Το φάσμα που καλύπτει εκτείνεται «από τη μικρή μου γοργόνα, μέχρι το μικρό μου πόνι» (Κεραμεύς), λάμπει σαν «γκλίτερ στο χρώμα του πανσέ» (Κίτσιος) και κατοικεί «σε ένα εξοχικό σπίτι από ξύλο» (Διάκου), «σε τρίγωνα πολύχρωμων Βερμούδων» (Μελιτάς), σε «έναν κόσμο χωρίς τριβή» (Μπότσης). Γίνεται ξενιστής σε «σώματα πυριγενή» (Ευρυπιώτης) και «στέρνα κολλημένα από το σφιχταγκάλιασμα» (Κοζή), ένας «ορατός κίνδυνος για τη συμμετρία» (Μαυρομμάτης).

Η ετερότητα που ενυπάρχει στην έννοια του κουήρ είναι εμφανής και στις διαφορές των δημιουργών, διαφορές κοινωνικές, ταξικές, καλλιτεχνικές, ηλικιακές. Συγγραφείς με μακρόχρονη παρουσία στις εκδόσεις συνυπάρχουν με πρωτοεμφανιζόμενες υποσχόμενες νέες φωνές. Ερευνήτριες συνυπάρχουν με φοιτητά και περφόρμερζ βρίσκονται αντικριστά με ακτιβιστές. Αυτές οι διαφορές δεν εξαλείφονται στο βωμό του κοινού κουήρ βιώματος. Αντίθετα, φωτίζονται και προς τιμήν της έκδοσης δηλώνονται ρητά, δημιουργώντας έναν διάλογο ανάμεσα στα ποιήματα, τα οποία εξάλλου ενσωματώνουν τις διαφορές των δημιουργών τους. Άλλα ακολουθούν τις συμβάσεις, αποτίνοντας φόρο τιμής στην κουήρ ποιητική γενεαλογία τους, άλλα σπάνε εντελώς τους κανόνες, πειραματίζονται με τη φόρμα, τη δομή, τις λέξεις. Άλλα ποιήματα είναι πιο αυθόρμητα και πιο συναισθηματικά, άλλα εντελώς ζυγισμένα και λεπτοδουλεμένα, άλλα συμβολικά και άλλα ρεαλιστικά.

Η μοναδικότητα πάντως του κάθε ποιήματος δεν απειλείται από τη συλλογική τους παράθεση στην ανθολογία. Αντίθετα, ως μέρος μιας συλλογής που τα αγκαλιάζει και τα προστατεύει από την απομόνωση και την απαξίωση, τα ποιήματα αυτά απλώνονται στο χαρτί πιο τολμηρά, εμφατικά και ειλικρινή, ενταγμένα σε ένα ασφαλές περιβάλλον ελεύθερης έκφρασης. Η ανθολόγησή τους με πολιτικό και θεματικό κριτήριο το κουήρ δεν αποκλείει την ένταξή τους σε άλλες ποιοτικές κατηγορίες, ούτε στερεί σε αυτά την πρόσβαση στην ευρύτερη κατηγορία της «καλής ποίησης». Ανάμεσα σε χιλιάδες τίτλους «ετεροκανονικών» εκδόσεων, η ροζ ανθολογία Κουήρ Ποίησης συνιστά ένα εκδοτικό statement και ταυτόχρονα ένα αποκούμπι ανανέωσης, διαφορετικότητας και φρεσκάδας.

*βλ. χαρακτηριστικά το τεύχος 08 στο περιοδικό φρέαρ που περιελάμβανε ειδικό αφιέρωμα με τίτλο «Queer λογοτεχνία» σε επιμέλεια της Γιώτας Τεμπρίδου.

**βλ. την πρόσκληση του καλέσματος και τον Επίλογο της έκδοσης, σελ.109

Related stories