HomeInterviewsΗ πιο ωραία συνέντευξη της Μαίρης Χρονοπούλου...

Η πιο ωραία συνέντευξη της Μαίρης Χρονοπούλου πηγαίνει πίσω, στο 2018

Από τον Γιάννη Χατζηγεωργίου

Στο σπίτι μπαίνει φως. Από τα μεγάλα παράθυρα με τους πίνακες απέναντι και τις αγιογραφίες, τις σκαλισμένες σε ξύλο, τη μισάνοιχτη πόρτα του κτήματος στο οποίο μένει τα τελευταία χρόνια, στην Παιανία, μαζί με τις γάτες, τα σκυλιά της και τη γυναίκα που τη φροντίζει, τη Λαμάρα, η τελευταία μεγάλη σταρ του ελληνικού κινηματογράφου στρίβει το πρώτο της τσιγάρο – σαν εικόνα από κάποια από τις φωτογραφικές λήψεις που της έκανε ο αγαπημένος της, Ντίνος Διαμαντόπουλος, μοιάζει, ή σαν καρέ από κάποια από τις θρυλικές της ταινίες. Ζητάει ένα ποτήρι με ελάχιστο campari «για το καλό της γνωριμίας μας» -αν και αποφεύγει πια το αλκοόλ- και χαϊδεύει στα πόδια της ένα γκρίζο γατί που το ‘χε παρατήσει η μάνα του στην αυλή της, κάτω από μια ελιά, μιλώντας του σα να ‘ναι το παιδί που δεν απέκτησε ποτέ. Είναι κρύο και το τζάκι ανάβει απ’ τα ξύλα που της έχουν φέρει κάποιοι γνωστοί της στη γειτονιά – άνθρωποι που την αγαπούν, όπως όταν αγαπάς κάποιον στον οποίο χρωστάς μερικά από τα πιο αθώα σου χρόνια, τα πιο ανέμελα και εξιδανικευμένα, τα πιο πολύτιμα. «Είναι δύσκολη πια η μετακίνησή μου», θα μου πει εκείνη που κάποτε πάταγε κι έτριζαν τα σανίδια στο «Είμαι γυναίκα του γλεντιού» και στο «Του αγοριού απέναντι» – τα τραγούδια-ύμνους του ελληνικού κινηματογράφου που στιγμάτισαν την πέρα από μισό αιώνα καριέρα της. «Είστε η τελευταία μεγάλη Ελληνίδα σταρ, κυρία Χρονοπούλου!», της λέω. «Σαχλαμάρες!», θα μου πει, αποδομώντας χωρίς κόπο την εικόνα της.

Δίπλα της, ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και βιογράφος της, Μάκης Δελαπόρτας, που τον εκτιμά ιδιαίτερα. «Αυτή είναι η επίσημη αναγγελία κυκλοφορίας της βιογραφίας μου στους φίλους μου στην Κύπρο, την οποία μου ετοιμάζει ο Μάκης. Αυτή θέλω να είναι και η τελευταία συνέντευξη που δίνω, κουράστηκα πια από όλα αυτά. Και το κάνω τώρα, κατ’ εξαίρεση, για την Κύπρο, γιατί εκεί υπάρχουν άνθρωποι που λατρεύω και με ξέρουν πολύ καλά!». Ζητάει φωτιά για να ανάψει το τσιγάρο της, καθώς παίζει με τα δάχτυλά της με τη φλόγα ενός ψεύτικου κόκκινου κεριού που έχει επάνω στο γυάλινο τραπεζάκι, δίπλα από μια ζάμια που μόλις έχει ποτίσει «για να μην ξεραθεί». «Με τον Μάκη γνωριζόμαστε από το 1980 περίπου. Από την αρχή μου είχε κάνει εξαιρετική εντύπωση το ήθος και ο σεβασμός του», ξεκινά να μου λέει. «Την πρωτοείδα σε ένα θεατρικό, στο “40 χρόνια Τσιτσάνης”, όταν είχα μπει στο καμαρίνι της για να πάρω αυτόγραφο – προτού ακόμη γίνω ηθοποιός. Ως θαυμαστής της! Η Μαίρη ήταν η πρωταγωνίστρια. Με είχε εντυπωσιάσει από τότε ο τρόπος που έπαιζε, που τραγουδούσε, που χόρευε. Έκτοτε είχαμε έρθει κοντά, δεν χαθήκαμε. Στη συνέχεια, είχαμε συνεργαστεί και σε ένα δίσκο που της είχα κάνει με τα κινηματογραφικά της τραγούδια. Ήταν από τους πρώτους δίσκους που επιμελήθηκα, και ενώ ακολούθησαν κι αρκετοί ακόμη δίσκοι, άλλων Ελλήνων ηθοποιών, η Μαίρη ήταν η πιο εμπορική με πρώτο και καλύτερο τον “εθνικό ύμνο” του κινηματογράφου, το τραγούδι “Του αγοριού απέναντι”. Ακολούθησε το “Είμαι γυναίκα του γλεντιού”, το οποίο έκανε αντίστοιχη μεγάλη εμπορική επιτυχία». «Αυτό το τραγούδι δεν μ’ αρέσει.

Γενικότερα, τα τσιφτετέλια δεν είναι και πολύ του γούστου μου», θα μου διευκρινίσει εκείνη γελώντας. «Αντίθετα, το “Έκλαψα χθες” είναι ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια». «Το συγκεκριμένο τραγούδι σηματοδοτεί και τη μετάβαση της Μαίρης Χρονοπούλου στο μιούζικαλ», θα συμπληρώσει ο Μάκης. «Τότε έπαιζα σε δραματικές ταινίες», λέει εκείνη. «Και παρακαλούσα τον Γιάννη Δαλιανίδη, να μου δώσει ένα ρολάκι σε κάποιο μιούζικαλ. Μου έλεγε: “Τρελάθηκες; Ψηλή, αδύνατη, μακρομούρα, σοβαρή ηθοποιός, και θες να παίξεις σε μιούζικαλ; Θα γελάει ο κόσμος!”. “Μα, δεν θέλω να πρωταγωνιστήσω”, του έλεγα, “ένα booty roll, να μου δώσεις, έναν μικρό ρόλο”. Πες πες, μου έδωσε να πω το “Εκλαψα χθες” στις “Θαλασσιές τις χάντρες”. Την επόμενη χρονιά ήρθε το “Μια κυρία στα μπουζούκια”. Από εκεί ξεκίνησαν όλα!». «Αν και προηγουμένως είχε κάνει ταινίες όπως “Το χώμα βάφτηκε κόκκινο”, “Τα κόκκινα φανάρια”, “Δάκρυα για την Ηλέκτρα”, η ταινία “Οι θαλασσιές οι χάντρες”, την εκτίναξαν στο μεγάλο κοινό».

«Όταν βρέθηκα μπροστά σε ένα απίστευτο αρχείο, στο υπόγειο του σπιτιού της Μαίρης, της λέω “Τι είναι όλα αυτά;”. “Αυτά είναι για πέταμα!”, μου απάντησε. Γεμάτες σακούλες με κριτικές, συνεντεύξεις, φωτογραφίες, αποκόμματα, αφίσες… “Δεν είμαι καθόλου ματαιόδοξη, δεν με ενδιαφέρουν όλα αυτά!”, μου είπε. Επί οκτώ μήνες το σαλόνι ήταν γεμάτο από αυτό το σπάνιο αρχειακό υλικό και, επειδή, όλα αυτά βρίσκονταν κοντά στον καυστήρα του πετρελαίου, μύριζε όλο το σαλόνι πετρέλαιο». «Έπαιρνε ο Μάκης τα τσαλακωμένα χαρτιά και τα σιδέρωνε», συμπληρώνει εκείνη. «Το σημαντικό, βέβαια, είναι ότι σώθηκε ένα πάρα πολύ σπάνιο και ιστορικό αρχειακό υλικό γιατί, μην ξεχνάμε, η Μαίρη είναι μία ολόκληρη εποχή!», λέει ο Μάκης. «Πέρα από την καταγραφή της ιστορίας μιας λαμπερής, σπουδαίας ηθοποιού και σταρ, σώζεται και ένα απίστευτο αρχειακό υλικό της ιστορίας του κινηματογράφου στην Ελλάδα. Σκεφτείτε πως βρήκα εξώφυλλα που έκανε η Μαίρη στην Ιαπωνία, τότε που έπαιζε στα “Κόκκινα φανάρια”, τα οποία η ίδια δεν θυμόταν καν!».

Τι νιώθατε τότε, όταν βλέπατε ένα εξώφυλλό σας;
Τις περισσότερες φορές δεν τα αγόραζα καν. Δεν με αφορούσε. Τα έβλεπα στα περίπτερα, αλλά μέχρι εκεί. Δεν μ’ ένοιαζε.

Διαισθανόσασταν πως, κάποια στιγμή στην καριέρα σας, θα γίνετε σταρ;
Δεν με ενδιέφερε αυτό, δεν ήμουνα φιλόδοξη, δεν ήμουνα ματαιόδοξη ποτέ. Ούτε καν ηθοποιός δεν ήθελα να γίνω! Το βαριόμουν.

Τι θέλατε να γίνετε;
Κάτι που δεν μ’ άφησε η μητέρα μου. Ήξερα ότι δεν ήμουνα τόσο μελετηρή για να τελειώσω πανεπιστήμιο, αλλά υπήρχαν κάποιου είδους τρίχρονες σπουδές στο Λονδίνο που αφορούσαν στα παιδιά και στην ψυχολογία τους, σε σχέση και με τα δικαστήρια για παιδιά. Ο μπαμπάς μου βρισκόταν σε πόστο που, με το που γύριζα από τις σπουδές μου, θα είχα αμέσως δυο δουλειές, σε δικαστήρια ανηλίκων και στο ΠΙΚΠΑ. Μου λέει η μάνα μου: «Θα πας στο  Λονδίνο μόνη σου; Θα πάρεις τον κακό το δρόμο!». Δεν με άφησε να κάνω αυτό το οποίο ήθελα, γιατί έτσι σκέφτονταν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή. Ε, μετά έγινα ηθοποιός και παραπήρα τον κακό δρόμο (γελάει).

Μια χαρά ήταν ο δρόμος σας στην υποκριτική!
Μόνο εγώ ξέρω κατά πόσο ωραίος ή καλός ήτανε! Μη βλέπετε τη φαινομενική λάμψη. Τίποτα δεν ήταν εύκολο για μένα, όλα έγιναν με πολύ κόπο και με μεγάλο πείσμα. Αλλά δεν είχα άλλη επιλογή από το να τα καταφέρω, από το να επιβιώσω.

Η μητέρα σας είχε αντίρρηση στο να γίνετε ηθοποιός;
Ε, βέβαια! Μην πάω με άντρα!

Ο πατέρας σας τι σας έλεγε;
Ο μπαμπάς μου μας είχε εγκαταλείψει. Ήμουνα 7 ετών όταν έφυγε απ’ το σπίτι. Έκτοτε, ελάχιστες επαφές είχα μαζί του. Μου έλειπε, δεν σας κρύβομαι. Έζησα, όμως, 16 μαγευτικά χρόνια μαζί με τον πατριό μου. Ακόμη τον σκέφτομαι και τον αγαπώ, αν και δεν βρίσκεται πια στη ζωή. Τον λάτρευα!

Ποτέ δεν αποκαταστήσατε τη σχέση σας με τον βιολογικό σας πατέρα;
Ποτέ.

Δεν σας ενδιέφερε;
Ποιο παιδί δεν θέλει να είναι μαζί με τον μπαμπά του; Δεν ενδιέφερε εκείνον! Αδιαφορούσε.

Λόγω της εγκατάλειψής σας από τον πατέρα σας, η μητέρα σας έγινε πιο αυστηρή μαζί σας;
Η μητέρα μου ήτανε τρία στρατόπεδα συγκεντρώσεως μαζί. Συνήθως, όταν οι γυναίκες εγκαταλειφθούν από τον άντρα τους, την πληρώνουν τα παιδιά. Δεν το λέω εγώ αυτό, το λένε οι ψυχίατροι. Κι έτσι την πλήρωσα εγώ.

Πώς ήταν, δηλαδή, μαζί σας;
Ήταν ό,τι πιο σκληρό υπάρχει! Ακόμη και στα 65 μου εγώ έφαγα χαστούκι από τη μάνα μου. Ξύλο κανονικό. Ήταν περίεργη η σχέση μας. Στον έξω κόσμο όλοι έλεγαν «αυτή είναι η πιο γλυκιά γυναίκα που υπάρχει!», αλλά μέσα στο σπίτι ήταν απίστευτα αυταρχική.

Σκληρό αυτό που λέτε…
Στην ηλικία που είμαι δεν μπορώ παρά να λέω αλήθειες.

Για το παραμικρό σας χαστούκιζε;
Προκαταβολικά τις έτρωγα. Βαρύ ξύλο. Με τον πλάστη που ανοίγουν τα φύλλα. Για να μην κάνω αταξίες.

Και πώς της είπατε «εγώ θέλω να γίνω ηθοποιός»; Δεν εξοργίστηκε;
Δεν της το ‘πα. Δεν πήγα σε σχολή. Είχα πάει στον χορό αρχαίου δράματος του Λυκείου Ελληνίδων, τους άρεσα, και μέσα σε 37 ώρες με έχρισαν πρωταγωνίστρια. Έτσι έγινα ηθοποιός. Ήμουνα 24 χρονών.

Τύχη;
Μοίρα.

Τότε μένατε ακόμη στο σπίτι με τη μητέρα σας;
Βέβαια! Έπειτα δραπέτευσα από το πατρικό μου, νοικιάσαμε μαζί με μία συνάδελφό μου ένα σπίτι για να μένουμε μαζί και η μητέρα μου πήγε στην αστυνομία. Είπε «το παιδί μου έφυγε απ’ το σπίτι» και έκανε καταγγελία για απώλεια παιδιού. Η αστυνομία με βρήκε και ακολούθησε ο κακός χαμός. Καταλαβαίνετε…

Τη συγχωρέσατε ποτέ;
Την κατανόησα.

Ευχαριστιόσασταν, στο μεταξύ, την επιτυχία που ήδη κάνατε στο θέατρο;
Αδιαφορούσα. Έκανα μια δουλειά, όπως κάποιος άλλος παίρνει κάθε πρωί την τσάντα του και πάει στο γραφείο του. Αυτό έκανα.


Σε σκηνή μαζί με τον Γιώργο Φούντα από την ταινία “Το κορίτσι της Κυριακής”, του 1963

Τι δεν σας άρεσε στο θέατρο;
Η επανάληψη. Το ίδιο συνέβαινε και με τον Χορν. Μου άρεσε η ανάγνωση του έργου, οι πρόβες, η γενική δοκιμή, η πρεμιέρα και οι 25-30 πρώτες ημέρες παραστάσεων. Μετά βαριόμουνα.

Αυτό δεν συνέβαινε, όμως, με τις κινηματογραφικές σας ταινίες…
Εκεί υπήρχαν τα τρία «τ»: Τέχνη-τεχνική-τεχνολογία. Στις ταινίες δεν βαριόσουνα. Κάθε πλάνο ήταν αλλιώτικο. Θυμάμαι πως όταν έπαιζα στο θέατρο τα «Κόκκινα φανάρια», στις 300 παραστάσεις παραιτήθηκα. Δεν άντεξα. Κι έτσι έκανα την πρώτη μου ταινία με τον Δαλιανίδη.

Αισθανόσασταν άβολα όταν έρχονταν άνθρωποι στο καμαρίνι σας για να σας εκφράσουν τον θαυμασμό τους;
Τα αυτόγραφα ήταν η δυστυχία μου! Έτσι ήταν η στάση ζωής μου γενικότερα: Δεν ένιωθα πως ήμουν κάτι το ιδιαίτερο.

Ήσασταν!
Αυτό το λέτε εσείς, όχι εγώ.


Σκηνή από την ταινία “Τα παιδιά της χελιδόνας” του 1987, μαζί με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, στην οποία η Μαίρη Χρονοπούλου βραβεύτηκε με το βραβείο ερμηνείας

Είχατε φίλους;
Στην Κύπρο, πάντως, είχα περισσότερους φίλους απ’ ό,τι στην Αθήνα. Πρώτη φορά πήγα για τουρνέ στην Κύπρο το ’59-’60 και έκτοτε δημιούργησα σχέσεις ζωής. Με πολύ λίγους έκανα παρέα εδώ. Όπως με τη Δέσπω Διαμαντίδου. Ή με την Ξένια Καλογεροπούλου. Ξέρετε, η κλάση των ηθοποιών δεν ήτανε του γούστου μου – από κουλτούρα, από καλά ελληνικά, από χαρακτήρες. Εγώ ήθελα να κάνω παρέα με μορφωμένους ανθρώπους, με άτομα που είχαν παιδεία. Σκέψου πως όλα αυτά τα βιβλία εδώ (μου δείχνει την μεγάλη βιβλιοθήκη στο σαλόνι της) τα έχω διαβάσει. Ήμουνα ένα παμφάγο ον βιβλίων. Τώρα κάνω παρέα μόνο με τον Μάκη, δεν βλέπω κανέναν άλλον. Μ’ αγαπάει αυτός ο άνθρωπος και το αισθάνομαι.

Ήσασταν πάντα επιφυλακτική με τους ανθρώπους;
Δεν θα το ‘λεγα. Απλά μ’ όσους βαριόμουνα δεν έκανα παρέα. Μ’ άρεσε να γελάω με τους άλλους, να περνάμε ωραία, να κουτσομπολεύουμε… Οι ψυχίατροι λένε πως το καλοήθες κουτσομπολιό, το ροζ κουτσομπολιό, είναι η καλύτερη ψυχοθεραπεία.Μαζί με τον Σταμάτη Κραουνάκη στα γυρίσματρα της τηλεοπτικής σειράς “Μάνα είναι μόνο μία”, αρχές της δεκαετίας του ’90

Τι είναι ευτυχία για σας;
Αγάπη, ηρεμία, υγεία και κάποια χρήματα για να ζει κανείς αξιοπρεπώς. Αυτά. Και ζωντανά πολλά. Αν μου έλεγαν «σου δίνουμε 20 χιλιάδες δολάρια, με το κτήμα σου, με τα ζωντανά σου όλα μέσα και, όχι να μην παίξεις ποτέ στο θέατρο, αλλά να μην περάσεις ούτε απ’ έξω από το θέατρο», θα την είχα κάνει. Ο κινηματογράφος είναι αλλιώς. Άλλο πράγμα! Βέβαια, στη δουλειά μου ήμουνα πάντα στρατιώτης. Απολύτως συνεπής!

Πάντα ήσασταν τόσο υπεύθυνη στη ζωή σας;
Απολύτως. Έτσι είναι ο χαρακτήρας μου. Έτσι είμαι φτιαγμένη. Ήμουνα της λογικής «όταν αναλαμβάνεις να κάνεις κάτι, φρόντισε να το κάνεις καλά». Πήγαινα πρώτη στα γυρίσματα και στις παραστάσεις και έφευγα τελευταία. Τρεις ώρες πριν. Την ίδια ώρα με τους τεχνικούς και τις καθαρίστριες. Και πάντα διαβασμένη! Δεν διανοούμουν να ξεγελάσω το κοινό, διότι ήταν σαν να ξεγελούσα εμένα. Μα, νομίζετε, έτσι γινόντουσαν οι επιτυχίες; Τυχαία;

Πόσες πρόβες κάνατε για κάποιο χορευτικό;
Ειδικά στα χορευτικά, καμία πρόβα δεν έκανα. Αλλά μόνο σ’ αυτό το κομμάτι. Οι χοροί μου ήτανε χωρίς χορογραφίες. Έκανα αυτοσχεδιασμό. Φανταστείτε πως υπήρξαν φορές που έκανα τρία μερόνυχτα να κοιμηθώ από την πολλή δουλειά. Θέατρο, πρωινά γυρίσματα, νυχτερινά γυρίσματα, πρόβες, μελέτη ρόλων στο σπίτι… Δούλεψα πολύ! Κοπίασα. Και πάντα εξοργιζόμουνα με την ασυνέπεια, όταν τη συναντούσα. Θυμάμαι, όταν είχα αναλάβει καλλιτεχνική διευθύντρια στην παράσταση «40 χρόνια Τσιτσάνης», με τη συμμετοχή και του ίδιου του μεγάλου μας συνθέτη, στο «Κηποθέατρο», είχα πει τότε στους υπευθύνους: «Το αναλαμβάνω πλην της κυρίας Βρανά. Εγώ δεν έχω ευθύνη για την κυρία Βρανά, πότε θα βγει στην ώρα της». Πάρα πολύ καλό κορίτσι η Σπεράντζα, από τα σπάνια παιδιά, αλλά είχε αυτό το μειονέκτημα. Ξέρεις τι είχε πάθει μία φορά; Έπαιζε χαρτιά. Και στο νούμερό της φορούσε ένα μίνι λαμέ φουστανάκι, με πούλιες. Κι ώσπου να περάσουν οι δύο ώρες για την επόμενη παράσταση, εκείνη έβγαζε το βρακί, διότι τη τσιμπούσε. Επάνω στην παράσταση ξεχάστηκε. Και της φώναζε ο κύριος Ράλλης, ο διευθυντής σκηνής που είχαμε τότε: «Σπεράντζα, ετοιμάσου, βγαίνεις!». Ξανά: «Σπεράντζα, βγαίνεις!». Εκείνη, όμως, ήθελε να τελειώσει την παρτίδα της. Με το που ακούει τη μουσική, πετιέται έντρομη, και βεβαίως βγαίνει στη σκηνή χωρίς το βρακί! (γελάει). Αλλά την αγαπούσα! Θα σου πω κάτι για να καταλάβεις πόσο αγαπούσα τη Σπεράντζα: Όπου είχα παίξει, στα «Κόκκινα φανάρια», στο «Εκλαψα χτες» και αλλού, όλα τα φορέματα η Σπεράντζα μου τα ‘χε δανείσει. Τίποτα δεν ήτανε δικό μου. Εκείνη είχε τα καλύτερα!

Είχατε, πάντως, πολύ ωραίο σώμα!
Καλό ήταν. Το καλύτερο σώμα το είχε η Λάσκαρη!

Ποιους ηθοποιούς εκτιμούσατε;
Τον Κούρκουλο, τον Κατράκη, τον Βόγλη… Αυτοί μου έρχονται τώρα στο μυαλό. Από σκηνοθέτες τον Δαλιανίδη, τον Γεωργιάδη, τον Φώσκολο, και στο θέατρο τον Βολανάκη.

Είχατε ερωτική σχέση με τον Νίκο Κούρκουλο;
Ποτέ. Βάπτισα, μάλιστα, και τον γιο του, τον Άλκη. Τόσο πολύ αγαπιόμασταν. Σαν αδέλφια. Όταν πέθανε κλείναμε 52 χρόνια φιλίας.

Είχατε ανταγωνισμούς με γυναίκες ηθοποιούς;
Ήταν έξω από εμένα αυτό. Οι άλλες δεν γνωρίζω τι έκαναν. Ήξερα, όμως, πάντα πως άνθρωπος ο οποίος ζηλεύει και αντιμάχεται, είναι δυστυχής.

Σας ικανοποιούσε πάντοτε το αποτέλεσμα που βλέπατε στις ταινίες σας;
Το χαιρόμουνα. Είχα ήδη δουλέψει πολύ σκληρά για να μην το χαρώ.

Ποια ήταν η αγαπημένη σας ταινία;
Η τελευταία που έκανα, για την οποία πήρα και το βραβείο Α’ Γυναικείου ρόλου στο «Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης», «Τα παιδιά της Χελιδόνας». Από τις παλιές αγαπάω πολύ «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο», κι από τα μιούζικαλ το «Γοργόνες και μάγκες».

Βγάλατε καλά λεφτά από τη δουλειά σας;
Ναι. Έβγαλα πολλά λεφτά. Πάρα πολλά λεφτά! Ταξίδεψα και τα ‘φαγα! Δεν έμεινα ποτέ χωρίς λεφτά, δεν έμεινα ποτέ χωρίς προσωπικό μέσα στο σπίτι. Είχα βέβαια και από την οικογένειά μου… Δεν ήμουνα ποτέ φτωχιά. Ζω άνετα. Χάλαγα λεφτά για ό,τι ήθελα. Είχα διαβάσει, για παράδειγμα, πως ανέβαζε παράσταση τη ζωή της Coco Chanel η Katharine Hepburn, που μου άρεσε πολύ ως ηθοποιός. Πήρα άδεια τρεις μέρες από τις πρόβες μου, πήρα το αεροπλάνο, και πήγα στη Νέα Υόρκη. Το ξενοδοχείο μού είχε κρατήσει εισιτήρια, είδα την παράσταση -η οποία δεν ήταν και καλή- και την επόμενη μέρα επέστρεψα στην Αθήνα. Τέτοια έκανα πολλά.

Για άντρα ξοδέψατε λεφτά;
Όχι. Ούτε πήρα. Δεκάρα δεν πήρα από άντρα!

Αν θα αλλάζατε κάτι στη ζωή σας ποιο θα ήταν αυτό;
Η ζωή μας δεν αλλάζει, αγαπητέ μου. Είναι όλα γραμμένα! Όλα! Διαλέγεις να γίνεις κάτι, αλλά η ζωή διαλέγει για σένα μετά κάτι άλλο.

Ήσασταν, όμως, τυχερή στη ζωή σας!
Όχι, δεν ήμουνα.

Γιατί το λέτε αυτό;
Γιατί πάλευα πολύ για το καθετί. Πολύς κόπος… Δεν μου έρχονταν εύκολα τα πράγματα. Όλα είχαν μια δυσκολία μέχρι να γίνουν. Σε άλλους κυλάνε τα πράγματα εύκολα, ανοίγουν πόρτες… Εγώ αγωνιζόμουνα τέσσερις φορές περισσότερο από τους άλλους για να γίνουν τα πράγματα όπως τα ‘θελα.

Σας έλειψε κάτι;
Όχι. Γιατί έχω κάνει το ωραιότερο πράγμα που θα μπορούσε να μου συμβεί: Γύρισα όλη την υδρόγειο. Από Αυστραλία, Σοβιετική Ένωση, όλη την Ανατολή, όλη την Ευρώπη, την Αμερική εκατό φορές. Αυτό το χάρηκα. Είμαι πλήρης!

Και στην προσωπική σας ζωή αισθανόσασταν πλήρης;
Ω, ναι!

Είχατε πάντα αυτό που θέλατε στην προσωπική σας ζωή;
Σχεδόν.

Ήσασταν μια γυναίκα που ήθελαν όλοι οι άντρες!
Όχι όλοι, υπερβάλλετε. Αρκετοί.

Εσείς πώς επιλέγατε τους άντρες με τους οποίους θέλατε να είστε μαζί τους;
Με αντικειμενικά κριτήρια. Ήθελα να είναι ο άλλος ωραίος!

Πώς εννοείτε τη λέξη «ωραίος»;
Να ‘ταν όμορφος, βρε παιδί μου. Να ‘χει ωραία φάτσα, ωραίο κορμί, πλάτες, στήθος – να ‘χει ωραία κατασκευή σωματική.

Σας άρεσαν οι νεότεροι άντρες;
Δεν μ’ ενδιέφερε η ηλικία. Αλλά, ναι, μεγαλώνοντας μ’ άρεσαν οι νέοι και όμορφοι άντρες. Πού είναι το μεμπτό; Δεν έβρισκα τον λόγο να είμαι με έναν ηλικιωμένο κι άσχημο άντρα.

Ούτε κοιτούσατε πώς θα ανελιχθείτε επαγγελματικά μέσα από μια σχέση σας;
Εγώ; (γελάει δυνατά). Ουδέποτε! Πάντα αυτός που διάλεγα ήτανε πιο κάτω από μένα – οικονομικά και μορφωτικά, εννοώ. Είναι ταλέντο αυτό! Αν έμπαινα σε μια δεξίωση και υπήρχαν 40 άντρες οι οποίοι φορούσαν όλοι όμοια σμόκιν, εγώ θα διάλεγα τον σερβιτόρο. Τον πιο φτωχό, τον κατώτερο κοινωνικά και οικονομικά σε σχέση με τους άλλους – αλλά αυτός θα ήτανε και ο πιο ωραίος! Δεν τα ‘χα ποτέ εγώ με κανένα παραγωγό, σκηνοθέτη ή πρωταγωνιστή. Κανένας συμβιβασμός σ’ αυτό. Εγώ πήγαινα με άντρες για το κέφι μου! Το χόρτασα όσο εκεί που δεν πήγαινε.

Πότε ερωτευτήκατε τελευταία φορά;
Κοντεύω και να το ξεχάσω…

Δεν θυμάστε σε ποια ηλικία σας τελείωσε οριστικά ο έρωτας;
…Στα 62. Αλλά βαστιόμουνα ακόμη τότε. Και φαινόμουνα και πιο νέα.

Δεν σας έλειψε στην πορεία ο έρωτας;
Όχι. Γύρισε ένα κουμπάκι μια μέρα και είπα «τον βαρέθηκα». Έτσι απλά. Ξέρετε, από μια ηλικία κι έπειτα δεν είναι ωραίο οι άνθρωποι να σαλιαρίζουν.

Είναι φαιδρό;
Είναι τραγικό. Είναι ρεζιλίκια αυτά. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κατάρα στον άνθρωπο από τον γεροντοέρωτα.

Είναι εξευτελισμός;
Είναι εμετικό. Ο έρωτας δεν είναι όλες τις ηλικίες, κακά τα ψέματα.

Δύο φορές παντρευτήκατε;
Μία. Αν και αυτό δεν είναι γνωστό.

Τότε, με τον Μπάρκουλη;
Όχι. Με τον Μπάρκουλη δεν ήμασταν παντρεμένοι, ήμασταν αρραβωνιασμένοι.

Πόσα χρόνια;
Τρία.

Γιατί δεν φτάσατε στον γάμο;
Με έσωσε η πρώην γυναίκα του που με προειδοποίησε να μην τον παντρευτώ, η συγχωρεμένη η Αλέκα η Στρατηγού. Καλό παιδί, αλλά…

Με ποιον ήσασταν παντρεμένη;
Με κάποιον κύριο έξω από τον καλλιτεχνικό χώρο.

Ο γάμος σας πόσο κράτησε;
Δύο μέρες.

Μόνο;
Ναι.

Και χωρίσατε;
Μάλιστα. Επίσημα, στα χαρτιά, στον χρόνο επάνω χωρίσαμε.

Γιατί τόσο λίγο;
Υπήρχαν λόγοι προσωπικοί.

Ποιο ήταν το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα που μείνατε μαζί με κάποιον άντρα;
Τρία χρόνια.

Βαριόσασταν μετά;
Μου πέρναγε. Στους έξι μήνες μου πέρναγε. Μετά ήταν η παρέα… Αν ήταν κι έξυπνος ο άλλος…

Εσείς τους χωρίζατε συνήθως;
Ναι.

Κι αυτοί πώς το έπαιρναν;
Συνήθως βαριά. Πληγωνόντουσαν πολύ.

Νιώθατε τύψεις μετά;
Ναι. Αλλά τι να ‘κανα; Με το ζόρι; Πληγωνόντουσαν, έκαναν απόπειρες αυτοκτονίας, με παρακαλούσαν… Πιστεύω πως όσα τράβηξα στη συνέχεια οφείλονται στο ότι έκανα πολλούς άντρες να πονέσουν πολύ.

Μοιραία γυναίκα, λοιπόν;
Ε, κομματάκι μοιραία ήμουνα μάλλον… Κάποτε η Αλίκη έκλαιγε πολύ για κάποιον. Κι ερχόταν και μου ‘λεγε: «Βρε Μαίρη, πώς το καταφέρνεις και σ’ ερωτεύονται έτσι;». «Κι εσένα», της έλεγα, «σ’ ερωτεύονται». «Εμένα;», μου έλεγε έξαλλη. «Εμένα μ’ ερωτεύονται οι κάτω των 10 και οι άνω των 60!». (γελάει).

Δεν είχατε ποτέ στο μυαλό σας να κάνετε παιδιά, κι έτσι να έχετε τώρα κοντά σας τα εγγόνια σας;
Ακούστε. Οι άντρες που διάλεγα δεν θα μπορούσαν να γίνουν οι μπαμπάδες των παιδιών μου. Ποτέ δεν βρήκα τον κατάλληλο εκείνον άντρα που θα μπορούσε να γίνει και πατέρας του παιδιού μου. Έτσι έτυχε. Γιατί όταν ερωτευόμουνα έναν ωραίο άντρα, εγώ δεν σκεφτόμουνα ούτε τον γάμο ούτε την αποκατάσταση. Αλλά, ήξερα από την πρώτη στιγμή αν αυτός ο άντρας ήταν ικανός στο να μεγαλώσει ένα παιδί, αν εμένα μου τύχαινε κάτι και δεν μπορούσα να το μεγαλώσω μόνη μου.

Αντισυμβατική και σ’ αυτό;
Πες το κι έτσι. Άλλο ο πατέρας κι άλλο ο εραστής. Αν ένιωθα απολύτως βέβαιη για κάποιον πως θα μπορούσε να μεγαλώσει σωστά ένα παιδί, τότε, ναι, θα το έκανα. Να είσαι βέβαιος. Εμ, μ’ αυτούς που διάλεγα… Δεν τον συνάντησα ποτέ αυτό τον άντρα.

Τουλάχιστον, όμως, χορτασμένη…
Ως απάνω! Ωραία ζωή ήταν, αλλά πέρασε… Και τι καλά που πέρασε!

Ακόμη περνάει…
Στις 16 Ιουλίου θα κλείσω τα 85. Η ζωή μου πέρασε, μη λέμε κουταμάρες!

Φοβάστε τον θάνατο;
Καθόλου! Ποτέ δεν φοβόμουν το τέλος. Ούτε όταν ήμουν 20 χρόνων.

Έχετε εκκρεμότητες;
Καμία. Είναι όλα οργανωμένα. Ακόμη και το σπίτι που μένω, όλο το κτήμα, το έχω δωρίσει στο «Χαμόγελο του παιδιού». Δεν έχω τίποτα δικό μου.

Γιατί αποφασίσατε να κάνετε αυτή τη δωρεά;
Γιατί έκρινα πως είναι ανήθικο, στα 85 του χρόνια, να έχει κανείς τίτλους ιδιοκτησίας. Έχω χαρίσει στο «Χαμόγελο του παιδιού» επίσης ένα σπίτι στην Αθήνα και ένα μαγαζί στο Ηράκλειο. Τι να τα κάνω εγώ αυτά; Δικά μου είναι μόνο τα ρούχα που φοράω. Καλά δεν έκανα;

Είναι σπάνιο αυτό που κάνατε.
Και το αρχείο μου το δώρισα στον Μάκη, γιατί είμαι βέβαιη πως θα διαφυλάξει σαν κόρη οφθαλμού αυτό που έχει στην κατοχή του, αφού είδα πόσο πολύ αγαπάει αυτό που κάνει. Από ψηλά θα τον ευλογάω (γελάει).

Τι είναι για σας ο ελληνικός κινηματογράφος;
Μία ωραία ανάμνηση. Αυτό.

Παρακολουθείτε καθόλου τηλεόραση;
Κυρίως ειδήσεις. Είμαι «ειδησάκιας». Γνωρίζω τα πάντα απ’ την επικαιρότητα.

Αν πετύχετε στην τηλεόραση το «Γοργόνες και μάγκες» θα το παρακολουθήσετε;
Όχι. Το ‘χω χιλιοδεί. Αντίθετα, δώσε μου «Αλίκη στο Ναυτικό» και πάρε μου την ψυχή. Είναι η χαρά της ζωής η Αλίκη.

Τι πιστεύετε για την Αλίκη;
Ότι αν δεν είχε γίνει σταρ, θα είχε γίνει μια πολύ μεγάλη ηθοποιός. Είχε πάρα πολύ μεγάλο ταλέντο, το οποίο έφθειρε προσαρμόζοντάς το στα γούστα του κοινού.

Ποια είναι η διαφορά του σταρ απ’ τον ηθοποιό;
Ο ηθοποιός κοιτάει να είναι πολύ συνεπής στον ρόλο του. Ο σταρ κοιτάει να είναι συνεπής στα γούστα του κόσμου.

Εσείς τι ήσασταν;
Ηθοποιός.

Για το κοινό είστε «σταρ»…
Έτυχε. Δεν έκανα, όμως, ποτέ τα χατίρια του κοινού. Αυτό το έκανε η Αλίκη. Αν είχε αφήσει ελεύθερο τον εαυτό της και δεν έκανε τις μούτες και τα νάζια, θα ήταν καλύτερη ηθοποιός κι απ’ τη Λαμπέτη. Αλλά ήταν ήδη τόσο μεγάλο το ταλέντο της και η αγάπη που της είχε ο κόσμος που αν οποιαδήποτε άλλη ηθοποιός, εκτός από αυτήν, έκανε το «νιάου νιάου βρε γατούλα», θα την έπαιρναν με τις λεμονόκουπες. Ακόμη κι η Βλαχοπούλου να το έκανε, που ήταν φτασμένη κωμική ηθοποιός. Καρπουζόφλουδα θα τρώγαμε.

Ποιες θεωρείτε αποτυχίες σας;
Στον κινηματογράφο δεν έκανα αποτυχίες. Ο Φίνος προστάτευε τις ταινίες του. Αλλά κι οι αποτυχίες δεν με πείραζαν. Μέσα στο πρόγραμμα είναι κι αυτές.

Στενοχωριόσασταν όταν συνέβαιναν;
Πήγαινα παρακάτω.

Τι γινόταν όταν κυκλοφορούσατε στον δρόμο; Πανικός;
Μπα… Κάτι μικροπράγματα. Η Αλίκη, όμως, έκανε πάταγο! Ούτε η Λάσκαρη, ούτε η Κοντού, ούτε η Καρέζη το κατάφερναν αυτό. Μόνο η Αλίκη. Αν περπάταγε η Αλίκη στον δρόμο, σταμάταγε η κυκλοφορία. Αλήθεια σας λέω. Η Αλίκη είχε ένα αστέρι στο κούτελο.

Ποιους ανθρώπους θαυμάζατε;
Τους καλοσυνάτους. Αυτούς θαύμαζα.

Τους καταλαβαίνατε;
Λειτουργούσε επαρκώς το ένστικτό μου.

Αγαπηθήκατε όσο θα θέλατε στη ζωή σας;
Και με το παραπάνω.

Πιο πολύ απ’ όσο αγαπήσατε;
Δεν έβαλα ζυγαριά. Ίσως, ναι.

Είστε ευτυχισμένη;
Είμαι καλά. Κανείς δεν είναι πάντα ευτυχισμένος.

Πώς περνάτε τη μέρα σας πια;
Τώρα είμαι άρρωστη… Στο κρεβάτι. Ξυπνάω αργά, διαβάζω -γιατί είμαι βιβλιοφάγος- βλέπω λιγάκι τηλεόραση, μιλάω στα τηλέφωνα με ανθρώπους που αγαπώ… Αυτά. Όταν έρχονται, όμως, εδώ στο σπίτι φίλοι, μου αρέσει να καθόμαστε στο τζάκι, να μιλάμε, και μπορεί και να τους μαγειρέψω καμιά φορά. Την Πρωτοχρονιά εγώ η ίδια μαγείρεψα στους ανθρώπους που ήρθαν να με δουν, είναι κάτι δημιουργικό κι εμένα μου αρέσει πολύ να αυτοσχεδιάζω. Αν και παιδεύομαι πολύ με το αναπηρικό καροτσάκι μέσα στην κουζίνα. Δεν είναι εύκολο, ξέρετε. Η μαγειρική σε θέλει να είσαι όρθια! Το ‘λεγε και η Μαρίκα η Μητσοτάκη αυτό, που φημιζόταν για τις μαγειρικές της ικανότητες.

Ήσασταν μία σταρ-νοικοκυρά, λοιπόν;
Νοικοκυρά όχι. Μαγείρισσα. Για να ράψω ένα κουμπί, έκλαιγα με μαύρο δάκρυ.

Κοιμάστε καλά τα βράδια;
Καλούτσικα.

Βλέπετε ωραία όνειρα;
Πότε καλά πότε κακά. Τελευταία βλέπω πως τρέχω. Αυτό. Βλέπω στον ύπνο μου πως τρέχω! Δεν ξέρω τι πάει να πει αυτό…

«Hello! Κύπρου», 2018

Related stories

Οι ταινίες της εβδομάδας 20-26.06.2024

Γράφει ο Λάζαρος Γεροφώτης Επιτέλους μία ταινία πήρε τα μυαλά...

Δες όλο το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Θάλασσας 2024

Το Φεστιβάλ Θάλασσας ανοίγει για άλλη μια χρονιά τις...

5+1 σειρές που βγάζουν μάτι, μέρος Θ

Αν έχουν βαλτώσει οι επιλογές σου, αν έχεις καιρό...

Το Bricks είναι πολύ κουλ: Ο τέλειος λόγος για να ανηφορίσεις προς την Τούμπα

Φωτογραφίες: Μαρία Ευσταθιάδου Η φάση είναι Τούμπα: Το Bricks είναι...