HomeInterviewsΓια το Δημήτρη Μουγκό, η Θεσσαλονίκη είναι...

Για το Δημήτρη Μουγκό, η Θεσσαλονίκη είναι ο μόνος τόπος

Συνέντευξη στην Άννα Παπαστύλου

Στην γκαλερί Eye Altering, στο πλαίσιο της φετινής Photo Biennale στεγάστηκε η έκθεση «Κανά δυο φωτογραφίες», που έκλεισε τις πόρτες της στις 28/11, μετά από 1,5 μήνα λειτουργίας.

Αυτό το Project το γέννησε ο Δημήτρης Μουγκός, με τον οποίο είχα την ευκαιρία να γνωριστώ τις προάλλες, που κανονίσαμε καφέ. Όπως συνηθίζεται σε μια συζήτηση με έναν καλλιτέχνη που ζει και δραστηριοποιείται στην εγχώρια σκηνή, θίξαμε και τα θετικά και τα μίζερα αυτής…

Η συζήτηση κατέληξε σε θεματικές, που κάθε άλλο πέρα από μίζερες είναι. Γνώρισα τις καλλιτεχνικές επιρροές που είχε ο Δημήτρης μεγαλώνοντας, από την Nan Golding, τον Larry Clark και την κοινή σταθερά της φωτογραφίας που παντρεύει φαινομενικά αταίριαστα μουσικά είδη όπως τους Run DMC και τους Black Flag. Είπαμε μέχρι και για τη μιζέρια και την ασταμάτητη γκρίνια που βγάζουν άτομα στη Θεσσαλονίκη, που δε μένουν ικανοποιημένα από τις μικρές φούσκες των συναναστροφών τους στη μεγαλούπολη.

Για το δίλημμα που έχουν πολλοί παραπονεμένοι, αν πρέπει να περάσουν το νοητό, μεταφορικό κατώφλι που χωρίζει τη Θεσσαλονίκη με τον υπόλοιπο κόσμο και να πάρουν την απόφαση να την αφήσουν πίσω, εκείνοι αντ’ αυτού δυστυχώς, σχολιάζει ο Δημήτρης Μουγκός, μένουν.

Μένουν σε μια πόλη που δεν είναι για όλους. Για τον ίδιο είναι πάντως. Την έχει επιλέξει με τα όλα της, συμπεριλαμβανομένου της διαδοχής της μιας όμοιας φούσκας, μετά της άλλης, από χρόνο σε χρόνο.

Αυτό άλλωστε ήταν και το θέμα της έκθεσης του και ο λόγος για τον οποίο κλικάρατε αυτό το άρθρο και μαζευτήκαμε όλ@ (διαδικτυακά) εδώ σήμερα.

Κοιτώντας μακριά από την σαπίλα μιας άσκοπης επανάληψης, ο Δημήτρης νιώθει πως εφόσον ο χρόνος δε σταματά να κυλά, ακόμα και αν κοιτάς κάτω, από το ίδιο ακριβώς παράθυρο, τα πράγματα δε μένουν ως έχουν, πάντα αλλάζουν.

Τίποτα δεν είναι στάσιμο.  Επειδή είχε την τύχη να βρίσκεται από μικρός στην ίδια παρέα με τον Αλέξη (ΛΕΞ) να συγκατοικήσει με τον Dof (Dof Twogee, μουσικό παραγωγό), άρα σε διάφορες κομβικές ηχογραφήσεις αλλά και σε λιγότερο κομβικά αράγματα, η κάμερα ήταν εκεί για να τους τραβήξει.

Ο λόγος για τον οποίο κατέληξε να χτίσει όλο αυτό το φωτογραφικό αφήγημα από το live στον Μύλο το 2015, μέχρι και το ιστορικό live στο Καυτατζόγλειο πέρυσι ήταν γιατί πολύ απλά, θα βρισκόταν όπως και να έχει εκεί, σε όλα τα live…  Αν δεν τα είχε απεικονίσει όλα αυτά ο δικός του ο φακός, θα το είχε σίγουρα κάνει κάποιος άλλος.

Υιοθετώντας την οπτική γωνία από «πάνω προς τα κάτω», που φαντάζει ανορθόδοξη αν θεωρήσεις τον Δημήτρη φωτογράφο live-κάτι που δεν είναι-, μια και δε δουλεύει για την διοργάνωση, επιτελεί έναν άλλο πολύ σημαντικό σκοπό: «κλέβει» στιγμιότυπα που ίσως δεν μπορεί με ευκολία να πιάσει το κοινό, με στραμμένη την προσοχή και την κάμερα προς τα πάνω. Αfter the fact, είναι τα moments που θα ανατρέξουν περισσότερο απ’ όλα οι fans και χρήζουν ουσιαστικής καταγραφής.

Αφού σχεδόν πάντα σε τέτοιες συναυλίες, ό,τι περνάς βιωματικά στα «από τα κάτω», έχει πολύ μεγαλύτερο βάρος και αξία, σαν ιστορία, από ότι «τα από τα πάνω.» Μάλιστα, άκουγα χαμογελαστή την απάντηση του Δημήτρη, στην ερώτηση αν είναι κάποια στιγμή, που να ανακαλεί στην μνήμη του συχνότερα από άλλες, έχοντας παρευρεθεί στα τόσα και τόσα live. «Θυμάμαι πιο πολύ, εκείνες τις στιγμές που δεν ξέραμε, μου είπε. Βλέπαμε live με διακόσια άτομα στο κοινό, να έχουν όλα τις τσάντες τους, στα πόδια των παιδιών που έπαιζαν πάνω στην σκηνή και λέγαμε αυτό είναι το peak.»

Όλες αυτές τις στιγμές καταφέραμε να τις (ξανά)ζήσουμε όσ@ επισκεφτήκαμε την έκθεση, πιάνοντας την μπάρα συναυλιών, ένα από τα objets trouvés στον χώρο, νιώσαμε το μέταλλο να κρυώνει το ζεσταμένο μας δέρμα από το πολύ χορό, που νιώσαμε πως ρίξαμε και εμείς μέσω των κλίκ του, αφού μπορέσαμε να βρεθούμε δίπλα στα υποκείμενα της φωτογραφίας στο κάθε live. Επομένως, καθρεπτιστήκαμε στις διάφορες εικόνες, που και είδαμε στην έκθεση σε display στους τοίχους, αλλά και ακουμπήσαμε μια και τις έβρισκες και σε διασκορπισμένες εκτυπώσεις- τρικάκια στο πάτωμα.

Ο Μουγκός σε συνεργασία με την Ελένη Γιαννακούλη, την επιμελήτρια και το Eye Altering gallery (@theeyealtering_official), που έχει την τάση να στεγάζει  και να δημιουργεί εικαστικά περιβάλλοντα, έστησαν την πρώτη έκθεση φωτογραφίας που φιλοξένησε η γκαλερί. Μπόρεσαν και εκμεταλλεύτηκαν το χώρο σε όλη του την εμβέλεια, τυπώνοντας συστάδες από «κοντάκτ», μεγεθυμένα contact sheets δηλαδή, τόσο στους τοίχους και στο πάτωμα, τα οποία «ποδοπατούσαν» οι επισκέπτες αλλά και σε σμίκρυνση συγκεντρωμένα σε βουναλάκια στις γωνίες, που μπορούσες και να τα πάρεις μαζί σου. Εδώ, έγινε μια αναφορά σε μια πολύ γνωστή φωτογραφία του ράπερ Biggie με μια κορώνα, και την φωτογράφο Dana Lixenberg, της οποίας τα contact sheets από την φωτογράφιση το 1996 στη Νέα Υόρκη, δημοσιεύτηκαν σε ένα photobook.

Οι εμμονικά ίδιες στιγμές οι δικές του και της παρέας του γίνονται πηγή έμπνευσης και μετατρέπονται σε τέχνη και αποτελούν το θέμα του λευκώματος του Μουγκού, που προηγήθηκε της έκθεσης και κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2023 από τον εκδοτικό οίκο Petites Maisons (@petitesmaisonspub).

Συνεχίζοντας στο ίδιο πνεύμα, αφού εγώ προτρέχοντας «βάφτισα» τον Δημήτρη street photographer,  επηρεασμένη από το «Κανά δυό φωτογραφίες», μου μίλησε για τον χώρο που τρέχει, το βασικό επιχειρηματικό του εγχείρημα, το MOUGOS IMAGE & COMMUNICTION STUDIO (@mougos.eu), που ασχολείται με την εμπορική φωτογραφία. Δίχως να επιτρέπει στο commercial να αφήσει άσχημο αποτύπωμα σε αυτό το κομμάτι της δουλειάς του,  σημειώνει πως το studio είναι το μέρος που στεγάζει την καλλιτεχνική δράση και την υλοποιεί, όπως δηλαδή έχει και ο ζωγράφος το ατελιέ του.

Κλείνοντας και την συζήτηση μας με τον Δημήτρη, μου είπε με αφορμή το κλείσιμο της έκθεσης του, πως ήταν μεγάλη χαρά και τιμή του που επιβεβαιώθηκε για πολλά στοιχεία που ο ίδιος εσκεμμένα εισήγαγε στο project, αφού όχι μόνο έγιναν αντιληπτά από τον κόσμο αλλά αγκαλιάστηκαν κι’ όλας.

Αυτό το αγκάλιασμα ήταν πέραν από τις προσδοκίες που είχε για το έργο του, μια και όπως προαναφέρθηκε «έτυχε» να είναι αυτός σε αυτή την παρέα, έτυχε να μπορεί να συλλέξει όλο αυτό το υλικό. Εγώ πάντως νομίζω πως μιλάμε περισσότερο για μια περίπτωση δουλειάς που πέτυχε, δεν έτυχε…

Related stories

Το Sasquatch Sunset ήταν η πιό περίεργη ταινία της φετινής Berlinale

  γράφει η Φανή Εμμανουήλ Είχα ενδοιασμούς για το Sasquatch Sunset....

Οι ταινίες της εβδομάδας 29.2-6.3.2024

Γράφει ο Λάζαρος Γεροφώτης Χωρίς κάποιο μεγάλο εμπορικό τίτλο την...

Ο Αύγουστος Χατζηασεμίδης άνοιξε πριν 30 χρόνια ένα μπαρ που έγραψε ιστορία στην πόλη

Κείμενο: Δάφνη Τσάρτσαρου / Φωτογραφίες: Eυτυχία Παλτσίδου Στην περιοχή της...

Ο Sivert Hoyem ΚΑΙ στη Θεσσαλονίκη την Κυριακή 28 Απριλίου στο Principal Club Theater

Ο «δικός μας» Sivert Hoyem προσθέτει και την Θεσσαλονίκη, την Κυριακή 28...

Νίκος Σκούφος: Ένας αληθινός ποιητής του σήμερα

γράφει η Κωνσταντία Κόκκορα Νιώσατε, άραγε ποτέ, το πρωτοφανές συναίσθημα...