AH HA

Rapid eye movement. [ 1 ] Απέχοντας με σκοπό και συνειδητά για λίγες ημέρες από τα social media και την επιτακτική, αυτιστική, αδηφάγα και αυτοεπιβαλλόμενη θέαση και ανάγνωση της καθ’ όλα τρομερής καθημερινότητας, συνειδητοποιείς επιστρέφοντας (από την αποχή, από το ωραίο εκδρομικό ταξίδι, από τις εικόνες που ξεχώρισες, από τους φίλους που ξανασυνάντησες, από τους ανθρώπους που γνώρισες) πως αυτό που λογαριάζεις σαν «ζώσα ιστορία», σαν αυτό που τάχα πραγματώνεται μπροστά σου και που κάποτε, λες, θα τυπωθεί στο Μεγάλο Βιβλίο, ήταν εντέλει μια στάλα ψευδές, λίγο θεατρικό, κάπως όχι και τόσο ένσαρκο — πως ήταν ενμέρει κατασκευασμένο, ίσως νόθο, σχεδόν ονειρικό, μ’ αυτή την ιδιότυπη, πρόχειρη και μισοχειροπιαστή «ονειρικότητα» των σκέψεών σου κατά το πρώτο από τα πέντε στάδια του ύπνου: τότε που τα μάτια σου κινούνται αργά-αργά μέσα στις κόγχες τους και που τα χέρια και τα πόδια σου συσπώνται και τινάζονται ξαφνικά, σαν από τρόμαγμα ή από σκόνταμμα ή από την απατηλή, ψευδή συνειδητοποίηση πως, μολονότι σαφώς βρίσκεσαι ξαπλωμένος, πέφτεις απότομα από κάποιο ύψος. (Να ένας κομψός όρος που ξεμυτά εδώ: «υπνικές μυοκλονίες». Τον κρατάμε, όπως και καθετί ωραίο. Τουλάχιστον: προσπαθούμε — το πλεχτό καλάθι των Ωραίων Πραγμάτων χωράει τα πάντα). Δε χρειάζεται να απομακρυνθείς, ή έστω να απομακρυνθείς πολύ, για να το δεις όλο αυτό, δε χρειάζεται να ταξιδέψεις ή να αποδράσεις ή να τρελαθείς: η ανάγνωση ενός βιβλίου αρκεί, όπως και η ενεργητική προσπάθεια να σκεφτείς κάτι πιο περίπλοκο από όσα λέγονται στις

τηλεπλασιέ στο μαγαζί-γωνία τού Αδώνιδος, οι δελφίνοι τού ΠΑΣΟΚ σταματούν να έχουν στύση με το που πέφτουν να ξαπλώσουν, ονειρευόμενοι, ο καθείς για τον εαυτό του, το θρόνο που σκάλισε έναν καιρό ο Αντρέας και που τους φαίνεται σήμερα τόσο ελκυστικός όσο και οι παλιές τους λευκές ζιβάγκο με τις θηλιές που έχουν ξεφύγει από την πλέξη σ’ εκείνες τις «λαοσυνάξεις». [ 2 ] Σας λέω: με τις κατάλληλες μεθόδους, δεν είναι δύσκολο να ξεκακοφορμίσει το έλκος της ζοφερής πραγματικότητας. Χρειάζεται ένα ταξίδι, ένα βιβλίο (o altra cosa), λίγη απόσταση από τα της επικαιρότητας, ή ένας άνθρωπος. Αυτά μόνο. Μπορεί να γίνει. [ 3 ] Βέβαια, δεν το προτείνω. Δεν το εισηγούμαι. Ούτε το θέλω. Απλώς, παρατηρώ ότι συμβαίνει, ή μάλλον ότι μπορεί, ότι είναι δυνατόν να συμβεί. Για την ακρίβεια, κάτι τέτοιο θα άξιζε μόνο σε έναν μεγάλο καλλιτέχνη, και σε κανέναν άλλο (και σαφώς και το κάνουν, να το ξέρετε και να μη γελιέστε): η περιβάλλουσα τη ζωή μας τόσο χαμηλού επιπέδου βρομιά, αυτό το γαϊτανάκι νάνων και αρρώστων και κακομοίρηδων κομπάρσων της «πολιτικής» (και, όχι: εδώ και χρόνια, και με την εξαίρεση ελαχίστων και φυσικά αδυνάμων ή εκπαραθυρωμένων όντως-πολιτικών, δε μιλούμε για πολιτική στη χώρα μας —είναι ένδειξη ύψιστης ανωριμότητας να το πιστεύει κανείς αυτό—, μιλούμε απλώς για συντριβή εννοιών και για αυτοσυντριβή λόγου — και για πλιατσικολόγους Γουλιμήδες με αριστερό ή ακροδεξιό φρόνημα: για φαηλοτσίπρες — δεν είμαστε για παραπάνω, να με συμπαθάτε, και δε θα είμαστε ούτε και μετά το κατρακύλισμα στην ανεξέλεγκτη χρεοκοπία και στην μετά

ειδήσεις ή ψελλίζονται δίκην κοελικών αποφθεγμάτων στο Twitter. Τότε, κατά έναν κινηματογραφικό τρόπο, ο (υποθέτω εξωγήινος, κατά πάσα πιθανότητα γεννημένος μέσα από το «They live») ανυπόγραφος Σαμαράς δεν είναι πια τόσο επικίνδυνος φορέας λαϊκισμού και υπέρτατων καταστροφών, παύει ξάφνου να είναι ο εισηγητής της επιστροφής στην κατοχική δραχμή και στην εποχή της παστής σαρδέλας, ο σφόδρα αντεθνικός Φαήλος γίνεται ένα μεγάλο φουσκωμένο με ήλιον μπαλόνι με μορφή συμπαθούς παλιάτσου που χάνεται μ’ ένα ζωγραφιστό γέλιο πάνω από τις πολυκατοικίες, ο Αλέξης Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι-Τσίπρας χάνει πολύ από τον γεροντοκορίστικο γεροντισμό του και βρίσκεται σ’ ένα τρέντι ταβερνάκι, απ’ αυτά τα καινούργια, να πίνει τσίπουρο άνευ γλυκανίσου επιτέλους λυμένος, η τραγική φιγούρα της Παπαρήγα χάνει πολλά επίπεδα τριτοκοσμικής αναίδειας και απάνθρωπης ξιπασιάς, σταματά να επανδρώνει στο μυαλό της μια νέα υπηρεσία Γκουλάγκ και γίνεται αυτό που θα μπορούσε να αποβεί, μια συμπαθέστατη και πανέξυπνη συνδαιτυμόνας, ας πούμε, που απολαμβάνει ένα καλό ανέκδοτο ή μια χαριτωμένη αφήγηση, ο πολλά γλυκύς και όχι Κουβέλης αφήνει στην πάντα τη μανιακή εμμονή τού όχι-στο-μέλλον —μόνο και μόνο για να υφαρπάξει ψηφαλάκια στις χαοτικές εκλογές που έρχονται και πάνω στα πτωχευμένα ερείπια που ονειρεύεται πίσω από το μειλίχιο προσωπείο του— και καταφέρνει να γίνει ένας άνθρωπος πέραν τού λογικοφανούς, λογικός εντέλει, ο Βορίδης δεν είναι πια ένας εθνικοσοσιαλιστής και wannabe δικτατορίσκος αλλά ένας μέλλων χαμογελαστός και αγαπητικός

 

βαΐων αποπομπή μας από την Ευρωζώνη που ονειρεύονται όλοι πλην των ευρωπαϊστών φιλελευθέρων), αυτό το σακατλίκι, λέω, δεν αξίζει παρά μόνο για μας: για κάτι τυχαίους, κάτι Αγανακτισμένους, κάτι χούλιγκαν συνοικιακών ομάδων, κάτι τραμπούκους που μουντζώνανε (που μουντζώνουν) το Κοινοβούλιο, κάτι σταλινικούς Χρυσαυγίτες που πετάγανε (και εξακολουθούν να πετούν) γιαούρτια και που κάνανε (και θα ξανακάνουν) «λαϊκές συνελεύσεις» χιτλερικής εμπνεύσεως, για όλα αυτά τα σταγονίδια των οργανωμένων μικροσυμφερόντων που κρουνηδόν ξερνάει η βρύση που όλοι μαζί φτιάξαμε και που όλοι μαζί γυρνοκοπάμε τη στρόφιγγά της. Εμείς, και μόνο εμείς, με την απατηλή περιβολή της αίσθησης ύπαρξης μέσω της προσωπικής καθημερινής μας απάτης, εμείς οι απατεωνίσκοι θα ζούμε με το στανιό τη χυδαιότητα της πραγματικότητας που επιβάλαμε στον εαυτό μας. Κάποιοι άλλοι θα απέχουν. Γιατί μπορούν, και γιατί τούς πρέπει. [ 4 ] Ξέρω αρκετούς τέτοιους. Δε νιώθω καμιά περηφάνια που τους ξέρω (περηφάνια δε γίνεται να νιώθεις ούτε καν για τα επιτεύγματα του παιδιού σου: μόνο για τα δικά σου), απλώς απέραντο θαυμασμό. Ζούνε μονίμως στο πέμπτο στάδιο του ύπνου, το REM (τού τίτλου), τη φάση των γρήγορων οφθαλμικών κινήσεων που γεννά τα όνειρα. Τα μάτια τους είναι στραμμένα επέκεινα, σε μιαν αλήθεια που κατασκευάζουν, σε ένα αύριο που θα έρθει για να κατοικηθεί από (ναι: τόσο απλά), από καλύτερους από μας. Από αξιοπρεπείς ανθρώπους που θα αγαπούν την αγάπη και τον Άλλο, που θα κοινωνικοποιούνται για να εισφέρουν όσα μπορούν, και που θα εργάζονται με ενάργεια και πείσμα εντομολόγου. — Κυριάκος Αθανασιάδης.

Related stories

Αστικοί Θρύλοι | Ο Ναός στην Αντιγονιδών

γράφει η Μαρία Ράπτη Όταν οι ξεχασμένοι Θεοί ξυπνήσουν, η...

Ο κήπος με τα αναρριχώμενα φυτά και το χαριτωμένο καφέ με τις πολύχρωμες καρέκλες

Φωλιασμένο στη ζωντανή πόλη της Θεσσαλονίκης, το Goethe είναι...

Μουσικές Προβολές στη Θεσσαλονίκη

γράφει η Γεωργία Αρχοντή Η άνοιξη βρήκε τις οθόνες της...

Οι αρχιτέκτονες της πόλης στον Εξώστη | Ρούλα Μπολτσή

φωτογραφίες: Μαρία Ευσταθιάδου, Νίκη Οργιανέλη Κάθε βδομάδα φιλοξενούμε στον Εξώστη...