HomeΘέματαTα πράγματα είναι σουρεάλ | Untitled (nights)

Tα πράγματα είναι σουρεάλ | Untitled (nights)

Μου έλειψες, μου είπε. Ας
πρόσεχες
”, απάντησα μετά από μια απαραίτητη παύση. Δεν θα καθόμουν άλλο να
ακούσω τη συνέχεια. Φοβήθηκα μην βγω απ’τον χαρακτήρα και υποκύψω. Φοβήθηκα μην πω σκληρότερα λόγια.
Το στόμα δεν πρέπει να μιλάει όταν η καρδιά είναι ακόμη πικρή. Σηκώθηκα απ’το σκαμπό. Δεν τέλειωσα το ουίσκι.
Έβαλα το τζάκετ και έφυγα, μην κοιτώντας πίσω.

Δεν ήθελα να τον δω εκείνο το βράδυ, όμως η νύχτα είχε άλλο
σχέδιο από τις επιθυμίες μου – όπως πάντα άλλωστε.

Βγαίνοντας από το μπαρ, σταμάτησα για λίγο να κοιτάξω το
κενό. Τόσο ώστε να προλάβω να βγάλω μηχανικά τα κλειδιά από την τσέπη μου και
να κινηθώ βαριά προς τ΄αυτοκίνητο – τόσο ώστε να μη με προλάβει σε περίπτωση
που αποφάσιζε να πάει τον ιπποτισμό ως το τέρμα και να με κυνηγήσει. “Αυτές
τις μαλακίες πότε θα πάψεις να της σκέφτεσαι”, 
μονολόγησα απηυδησμένη
πως ποτέ δε θα μάθω.

Μπαίνω στ’ αυτοκίνητο. Κλειδώνω. Βάζω ζώνη. Και κάθομαι. 
Ώσπου μου χτυπάει το παράθυρο. 
Κοίτα να δεις που τώρα δεν καταλαβαίνει από όχι..

-Τι θέλεις; 
-Θα μου ανοίξεις να μπω λίγο;

Είχες μπει. Για περισσότερο απ’ όσο έπρεπε

-Τι θέλεις;
– Να σε δω.
-Τώρα να με δεις; Τώρα; Ξέρεις, ήμουν ξανά σ’ αυτή τη θέση. Ακριβώς εδώ. Μήνες
πριν. Εκείνο το βράδυ, φρέσκα όλα ακόμα, πάλι δεν μπορούσα να κάτσω μέσα και
βγήκα με το σκεπικό ότι δεν θα μπορούσε να πάει κάτι χειρότερα εκείνη τη νύχτα.
Όσο ήμουν με τη Νάνσυ μας κλέψανε. Τα πάντα, χωρίς να το καταλάβουμε. Καλά που
είχαμε τα απαραίτητα πάνω μας. Τραβηχτήκαμε στα τμήματα, έρημα τα ξημερώματα
μπας και βγάλουμε άκρη με τους μπάτσους. Αφού είδαμε ότι δεν, συνεχίσαμε να τα
πίνουμε με όσα λεφτά είχαμε σώσει. Γιατί εκείνες τις εβδομάδες της άνοιξης,
μέχρι να μην κλαίω πια, κατέστρεψα δυο πνευμόνια κι ένα συκώτι, ξέρεις. 


Αλλά δεν ξέρεις. Κι ας ήσουν λίγο πιο πέρα τότε. 


Στο γυρισμό, εδώ είχα παρκάρει. Και προσπαθούσα να βρω λόγους να μην έρθω να
σου χτυπήσω το κουδούνι. Γιατί “μου έλειψες”. Και “ήθελα να σε δω”.


Βγες έξω.


Σχεδόν ξεψυχισμένα, το ξεστόμισα.
Θυμήθηκα ξαφνικά πόσο δεμένη είμαι με τα σπίτια των ανθρώπων. Πόσο πολύ θα
ήθελα να ξέρω ότι *αυτή* θα ήταν η τελευταία φορά που θα ανέβαινα σ’ εκείνο το
ασανσέρ. Και θα κοιτούσα αυτόν τον τοίχο, καθισμένη σε αυτόν καναπέ.

Ξαφνικά τα θυμήθηκα όλα αυτά, για να καταλάβω ότι η τελευταία φορά ήταν αυτή.
Τώρα. Απόψε. Και σε εκείνο το ίδιο μέρος, δεν ήθελα πια να πάω σε κανένα άλλο
σπίτι, πέρα από το δικό μου. Χωρίς κανένα βάρος, και κανένα ”αν προσπαθούσα
λίγο ακόμα”.


 

Related stories

Ο πρώτος ηλεκτρικός ανεμιστήρας που εμφανίστηκε στην Eλλάδα

Αργύρης Τσιάπος Όταν η πολλή ζέστη καθιστά το σπίτι δύσκολα...

Τέσσερις ιστορίες Ελλήνων ηθοποιών που κλέφτηκαν για να ζήσουν τον έρωτά τους

Αργύρης Τσιάπος Τα παλιά κακά χρόνια, τότε που οι γονείς...

Τα παιδικά μου καλοκαίρια στην Καλλικράτεια: Στα κεραμίδια της κυρίας Κωνσταντίας

Θυμάται και γράφει ο Χρήστος Σατανίδης Τα παιδικά μου καλοκαίρια,...

Βιβλιοπρόταση: Όσιν Φέιγκαν “Νόμπερ”

Βιβλιοπρόταση: Όσιν Φέιγκαν "Νόμπερ" (μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου) , Eκδόσεις:...