HomeCinemaMy 77th Cannes Diary: The Substance της...

My 77th Cannes Diary: The Substance της Coralie Fargeat

Γράφει η Φανή Εμμανουήλ

Η τέταρτη ημέρα του φεστιβάλ, ένα φαινομενικά δύσκολο πρωινό Δευτέρας μετά από ένα οριακά ολονύκτιο πάρτι στο ελληνικό pavilion, ξεκίνησε με μια ταινία που την είχα μεγάλη ανάγκη και σήμανε την έναρξη μιας δυναμικής κινηματογραφικής εβδομάδας. Ο λόγος για το The Substance, την δεύτερη μεγάλου μήκους δουλειά της Coralie Fargeat, η οποία επιστρέφει μετά το Revenge το rape-revenge thriller του 2017 που θα έκανε και τον Gaspar Noe να ντρέπεται να δείξει την δουλειά του. Χωρίς να έχω πολλές πληροφορίες για την ταινία, πέρα από το standing ovation των 13 λεπτών που έλαβε κατά την πρεμιέρα της, μπήκα σε ένα -για ακόμα μια φορά- κατάμεστο Grand Theater Lumiere και για δυόμιση ώρες χάθηκα μέσα μιας ταινία που ακροβατεί μεταξύ ακραίου body horror και feminist dark comedy. Η σκηνοθέτης, η οποία έγραψε και το σενάριο που βραβεύτηκε με το Best Screenplay Award στην τελετή λήξης του φεστιβάλ, έχει μια τολμηρή και ανά διαστήματα συναρπαστικά ακραία φωνή που αντικατοπτρίζεται σε κάθε στατικό πλάνο, από το πρώτο μάλιστα δευτερόλεπτο. Παράλληλα όμως, δεν αναλώνεται μόνο σε σκηνοθετικά τεχνάσματα με μόνο σκοπό να προκαλέσει σοκ στους θεατές. Έχει ένα ξεκάθαρο και ξεχωριστό όραμα για την ταινία της, κάτι πρωτότυπο και αρχέγονο να πει και αυτό είναι έκδηλο από την πρώτη κιόλας σκηνή.

Σε μια καθηλωτική εναρκτήρια σκηνή, κυριολεκτικά καθηλωτική καθώς μιλάμε για ένα εκτεταμένο στατικό πλάνο, μαθαίνουμε ότι πρέπει να ξέρουμε για την πρωταγωνίστρια μας Elizabeth Sparkle (Demi Moore). Κάπου στην Sunset Boulevard παρακολουθούμε το άστρο της να γεννιέται και να δύει. H πάλαι ποτέ Oscar winner είναι πλέον στα πενήντα της, έχει ξεχαστεί από την βιομηχανία και το κοινό και έχει την δική της εκπομπή με αερόμπικ για νοικοκυρές σε ένα δίκτυο που διευθύνει ο χυδαίος καναλάρχης Harvey, τον οποίο ερμηνεύει με απολαυστικά γλοιώδη τρόπο ο Dennis Quaid και μας κάνει να αναρωτιόμαστε κατά πόσο η επιλογή αυτού του ονόματος για παραγωγό ήταν τυχαία. Το δίκτυο υποκινούμενο από τον ίδιο, σχεδιάζει να αντικαταστήσει την Elizabeth με κάποια νεότερη και πιο «καυτή».

Σε μια κρίση απόγνωσης ενώ βλέπει όσα την έκαναν αυτή που είναι να ξεγλυστράνε από τα χέρια της, καλεί έναν αριθμό που της δόθηκε ανώνυμα και γράφεται σε ένα μυστήριο πρόγραμμα το οποίο έχει σκοπό το body enhancement, το όνομα αυτού: The Substance. Αφού με ακόμα πιο μυστήριο τρόπο της παραδίδεται μια σειρά ιατρικού εξοπλισμού, σφραγισμένο και προσεκτικά μετρημένο -σύριγγες, σωλήνες, ένα πράσινο υγρό που φωσφορίζει και ένα άσπρο ενέσιμο προϊόν διατροφής-, ενημερώνεται για το πρωτόκολλο που πρέπει να ακολουθήσει για να πετύχει τον στόχο του προγράμματος, να φέρει για επτά ημέρες στο προσκήνιο τον καλύτερό της εαυτό. Τις υπόλοιπες επτά, θα ζει όπως ζούσε πριν. Το πρόγραμμα την προειδοποιεί: πρέπει να ακολουθήσει ρητά τις οδηγίες και να μην ξεχάσει ποτέ πως θα είναι ακόμα ο παλιός της εαυτός, απλά με διαφορετική εμφάνιση, “The two of you are one”. Τα δύο διαφορετικά φυσικά σώματα θα πρέπει να λειτουργούν συνεργατικά μεταξύ τους. Πρέπει να ταΐζουν και να προσέχουν το ένα το άλλο και ανά επτά μέρες πρέπει να αλλάζουν θέση και όποιο είναι ξύπνιο, πρέπει να κοιμηθεί και να δώσει την θέση του στο άλλο. Αυτό που δεν γνωρίζει η Elizabeth από την αρχή είναι πως κάθε παράβαση του χρόνου, πέρα από αυτές τις επτά ημέρες θεωρείτε ως ένδειξη απληστίας και ασέβειας προς το πρόγραμμα και τιμωρείται.

Ο νεότερος, «καλύτερος» εαυτός της, γεννιέται κυριολεκτικά από την πλάτη της Elizabeth με την μορφή της Margaret Qualley η οποία υιοθετεί το όνομα Sue και σκοπεύει να κατακτήσει όσα θεωρεί πως την αξίζουν. Και φυσικά το καταφέρνει. Γυρνάει στο κανάλι που απέλυσε την Elizabeth και παίρνει την θέση της ως νεότερη αντικαταστάτρια της. Έχοντας πλέον την δική της εκπομπή, Pump It Up with Sue, απολαμβάνει το σώμα και την φήμη της και ως λογικό αναμενόμενο, δεν βιάζεται καθόλου να επιστρέψει σε ένα σώμα με διπλάσια ηλικία, ειδικά τώρα που έχει γίνει το επόμενο it girl και η νέα αγαπημένη του Harvey. Από την άλλη μεριά της κοινής τους νοημοσύνης, η Elizabeth μεν θαμπώνεται από την εμπειρία της ως νεαρή και σέξι γυναίκα αλλά βρίσκει τον εαυτό της ιδιαίτερα καταρρακωμένο κατά τις επτά μέρες που πρέπει να γυρίσει πίσω στον πενηντάχρονο εαυτό της. Έτσι σιγά σιγά, αρχίζουν να παρακούν τις εντολές του προγράμματος και να πατάνε η μια πάνω στον χρόνο και τα όρια της άλλης.  Παρά την φωνή ενός narrator που τους θυμίζει διαρκώς πως they’re one αρχίζουν να καταστρέφουν η μια την άλλη με αποτέλεσμα να φτάσουμε σε ένα splatter gore φινάλε που θυμίζει αρκετά την Carrie (1972) του De Palma. Αυτό το μικρό κινηματογραφικό homage βέβαια δεν είναι το μόνο κατά την διάρκεια της ταινίας. Η Fargeat δανείζεται από την τερατογέννεση του Alien (1979), τις μοκέτες και τα τρομακτικά μπάνια του The Shining (1980) μέχρι την ηδονοβλεπτική ματιά του Showgirls (1995), έναν εθισμό που γίνεται ακόμα πιο εφιαλτικός και από το Requiem for a Dream (2000), και την χρήση του Also Sprach Zarathustra του 2001: A Space Odyssey (1968) όταν γίνεται μια μεγάλη «οπτική» αποκάλυψη, ενώ θέτει το Death Becomes Her (1992) ως το πνευματικό της πρότυπο.

Σκηνοθετικά η Fargeat παίρνει όσα μας έδειξε στο Revenge και τα ανεβάζει εκατό επίπεδα πάνω. Είναι άξιο θαυμασμού το πως σε μια τόσο cult ταινία καταφέρνει να διατηρήσει την ισορροπία μεταξύ της αφήγησης , της δράσης και του splatter. Αυτό οφείλεται κυρίως στο πόσο μαεστρικά χτίζει την ένταση μέχρι την τελευταία πράξη. Ξεκινάει με τεράστια κάδρα , παντελώς άδεια μέσα τους με μόνο κάποια άψυχα αντικείμενα, απαραίτητα για να ενισχύσουν το horror στοιχείο , και καταλήγει σε ένα συγκλονιστικό φινάλε που γεμίζει κάθε γωνία της οθόνης και μας δίνει μια σκηνή ανθολογίας για τα χρόνια που θα ακολουθήσουν.

Η ταινία είναι ένα εξαιρετικό δείγμα του είδους που έχει καθιερώσει ως το προσωπικό της ύφος τα τελευταία χρόνια, του feminist body horror που θα έκανε τον Cronenberg να επαναπροσδιορίσει το δικό του. Υπάρχουν αρκετές σκληρές και ιδιαίτερα graphic σκηνές. Έπιασα αρκετές φορές τους θεατές να κρύβουν τα μάτια τους ή να κάνουν επιφωνήματα αηδίας. Η ταινία έχει επίσης πολύ γυμνό, αλλά όλα αυτά συνεργάζονται μεταξύ τους τόσο οργανικά που η όλη υπερβολή δεν γίνεται έντονα αντιληπτή. Ναι, η ταινία είναι υπερβολική σε όλα. Φανταχτερή και ιδιαίτερα camp (εδώ κολλάει, trust me), θυμίζει κάτι από αυτό που έχει χαθεί από τον σύγχρονο κινηματογράφο του τρόμου (και μας λείπει πολύ). Είναι ουσιαστικά οι Dr Jekyll και Mr. Hyde να συναντούν τον Dorian Gray με φόντο τους φοίνικες του Λος Άντζελες.

Πέρα από τα πρωτότυπα και πραγματικά εντυπωσιακά οπτικοακουστικά τεχνάσματα που χρησιμοποιεί η σκηνοθέτης, η ουσία της ταινίας είναι ένα ζήτημα που έχουμε δει αρκετές φορές στο παρελθόν. Ποσό μακριά θα φτάσει μια γυναίκα για να γίνει αρεστή ή έστω μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού της. Ξεπερνώντας το πρώτο επίπεδο που την κατατάσσει στο είδος τρόμου, διαπιστώνουμε πως είναι μια κοινωνική σάτιρα που ασκεί κριτική στο ageism και τον σεξισμό στην βιομηχανία του θεάματος. Αυτή η διάθεση για κριτική και ειρωνεία υπάρχει καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας, άλλες φορές πιο διακριτικά και άλλες  φορές in your face (και αυτές συνήθως είναι και οι πιο αστείες σκηνές της). Η Elizabeth μπορεί μεν να παρουσιάζεται ως θύμα αυτής της βιομηχανίας που πετάει τις γυναίκες λες και έχουν ημερομηνίας λήξης, αλλά παράλληλα επιτρέπει στο male gaze να την αντικειμενοποιεί και να την μειώνει σε τόσο μεγάλο βαθμό που ακόμα και η καλύτερη εκδοχή του εαυτού της, αν και εκ πρώτης όψεως είναι ένα dream girl βγαλμένο από εφηβικό ανδρικό όνειρο, είναι βυθισμένη στις ανασφάλειες.

Η Demi Moore αναλαμβάνει έναν φοβερά απαιτητικό ρόλο, ίσως τον πιο δύσκολο της καριέρας της, όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχολογικά. Έναν ρόλο για τον οποίον δεν φοβάται να τσαλακωθεί. Ως ένα σημείο θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε και σαν μια εναλλακτική εκδοχή του πραγματικού της εαυτού. Από την άλλη μεριά, η Qualley ως Sue, μπορεί ανά διαστήματα να μοιάζει σαν αξεσουάρ που απλά ενισχύει την αφήγηση της Moore, ξέρει όμως πως να παρουσιάσει τον εαυτό της ώστε να γίνει αρεστή στο male gaze, ενισχύοντας την ρήση to be a woman is to perform, και κυρίως ενισχύοντας την καυστική φεμινιστική κριτική που θέλει να ασκήσει η Fargeat.

 

 

Related stories

Joachim B. Schmidt «Κάλμαν».

Γράφει ο Τάσος Γέροντας Joachim B. Schmidt «Κάλμαν». Μετάφραση Σοφία Αυγερινού....

Ο Κυριάκος από την Ικαρία έφτιαξε ένα κουτούκι που κάνει θρυλικά γλέντια στην πόλη

γράφει η Χρύσα Πλιάκου Από την Ικαρία ταξίδεψε χιλιόμετρα μέχρι...

5+1 μαγαζιά στα δυτικά που κάνουν όλη την πόλη να μιλά για αυτά

Η Δυτική Θεσσαλονίκη κρύβει μαγικά σημεία που αξίζουν την...

Όταν η Pop κουλτούρα συνδυάζεται με ιστορικά έργα τέχνης

Μερικές από τις αγαπημένες μας καλλιτεχνικές συλλογές προκύπτουν όταν...

Οι ταινίες της εβδομάδας 11-17.7.2024

Την νέα κινηματογραφική εβδομάδα, έρχονται 6 νέες ταινίες στις...