HomeΘέματα"Μα αφού δεν γερνάει η ψυχή, τι...

"Μα αφού δεν γερνάει η ψυχή, τι να σε νοιάξει το κορμί?"

 Μετά από μέρες
γεμάτες υποχρεώσεις, είχα την ευτυχία να απολαύσω κάτι βράδια –λίγα, μα αρκετά-
δημιουργικής μοναξιάς. Τα έχω ανάγκη αυτά τα βράδια και μου ‘χαν λείψει πολύ.
Δίκοπο μαχαίρι θα μου πεις, αφού τα βράδια αυτά σε βάζουν σε σκέψεις… Σε
ταξιδεύουν σε μονοπάτια νοσταλγικά και σε γυρνάνε πάντα πίσω. Κι εκεί που το
πρωί αγανακτούσες στην ουρά κάποιας δημόσιας υπηρεσίας ή στα αφιλόξενα
αστικά,…τώρα δεν θυμάσαι τίποτα πια. Τι σημασία είχαν τελικά; Τώρα σ’ έχει
μαγέψει η μοναξιά και επιτέλους είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις τον εαυτό σου…

 

Με έπνιγαν οι τοίχοι εκείνη τη νύχτα… Ο γάτος νιαούριζε
παραπονιάρικα, παρακαλώντας για το κολατσιό του. Έβαλα την κονσέρβα στο μπωλ
του και βγήκα στο μπαλκόνι. Ήθελα να μείνω μόνη μου, εντελώς μόνη. Έτσι ένιωθα,
έτσι νόμιζα τουλάχιστον… Χωρίς να καταλάβω πώς και τι, είχα πάρει το κινητό μου
και πληκτρολογούσα τον αριθμό της γιαγιάς και του παππού. Η γιαγιά μου και ο
παππούς μου… Μεγάλη ιστορία η αγάπη μου γι’ αυτούς τους δύο ανθρώπους. «Μέχρι
τα αστέρια κι ακόμη παραπάνω!», τους την περιέγραφα μικρή κι άφηνα το μπαλόνι
που μου είχε μόλις αγοράσει ο παππούς να φύγει απ’ τα χέρια μου. Τότε του έλεγα
«Μέχρι εκεί, παππού, που θα φτάσει το μπαλόνι μου, τόσο πολύ σ’ αγαπάω!».
Κλείνω τα μάτια και είναι σε κάθε, μα κάθε, παιδική μου ανάμνηση! Τους θυμάμαι
να με πηγαίνουν στο πάρκο της γειτονιάς, να μου αγοράζουν την πρώτη μου σχολική
τσάντα, να με γυρνάνε πίσω στο σπίτι μετά το σχολείο, να μου λένε παραμύθια για
να κοιμηθώ… Και άλλα πόσα Θεέ μου! Γράφω το άρθρο και συγκινούμαι. Μου λείπουνε
πολύ. Τώρα πια τους βλέπω μόνο όταν πηγαίνω στην Ξάνθη στις γιορτές και τα
καλοκαίρια. Και μου παραπονιούνται καμιά φορά και τότε είναι που γίνομαι κομμάτια.

 

Πόσες φορές περπατώντας στη Θεσσαλονίκη παρατηρώ
ηλικιωμένους στους δρόμους, στα αστικά, στα πάρκα… Με πιάνω να χαμογελώ καμιά
φορά, γιατί βρίσκω σ’αυτούς ομοιότητες με τους δικούς μου παππούδες. Είναι
κάποια πολύ κλασσικά τους στέκια στην πόλη, όπου μαζεύονται και ανταλλάσουν
λογιών λογιών απόψεις και πεποιθήσεις. Θυμούνται τα παλιά και νοσταλγούν παρέα.
Άλλοι χαμογελαστοί και εγκάρδιοι, άλλοι σκυθρωποί και μελαγχολικοί. Και όλοι με
βαθιά στη σάρκα ριζωμένες ρυτίδες, που μαρτυρούν την πείρα και τον πόνο.
Άλλωστε αυτά τα δύο είναι αμφίδρομα… Οι ηλικιωμένοι άνθρωποι δίνουν έναν άλλον
αέρα στην πόλη, έναν αέρα αλλοτινών εποχών… Τότε που οι κοπέλες φορούσαν πουά
φορέματα και κορδέλες στα μαλλιά. Τότε που οι άντρες εξέφραζαν το θαυμασμό και
τον έρωτά τους με καντάδες. Τότε που η έξοδος περιελάμβανε κινηματογράφο,
πορτοκαλάδα και πάστα στα καφέ και εκείνα τα γνήσια ρεμπετάδικα της εποχής.
Είναι άνθρωποι που έζησαν πόλεμο, φτώχια, κακουχίες, μα και την αγάπη και το
ρομαντισμό στο ζενίθ τους, περιμένοντας γράμματα και κάρτες από τις γυναίκες
και τις οικογένειες τους, ως μόνη τους παρηγοριά… Είναι αυτοί οι άνθρωποι στην
Αριστοτέλους, που κάθονται και συζητούν για τα πολιτικά δρώμενα φωναχτά τα
πρωινά. Είναι οι άνθρωποι που τα καλοκαίρια παίζουν τάβλι και χαρτιά στα πάρκα
της γειτονιάς. Οι άνθρωποι που κρατιούνται χέρι χέρι, σε ζευγάρια, τις Κυριακές
και πηγαίνουν στην εκκλησία της ενορίας τους. Είναι στην απέναντι πολυκατοικία,
στη διπλανή θέση στο αστικό, στις παιδικές μας αναμνήσεις… Αλήθεια, έχεις ακούσει τις ιστορίες
τους;

  Νομίζω πως ένα απ’ τα
ωραιότερα μέρη για να συναντήσεις τόσους πολλούς ανθρώπους της τρίτης ηλικίας
είναι αναμφισβήτητα η Πλατεία Αριστοτέλους. Εκεί στο «κυκλικό». Οι κουβέντες
τους πολλές και διαφορετικές. Κυρίως για την πολιτική κατάσταση που επικρατεί
στη χώρα μας και φυσικά, για την οικονομική κρίση. Πολλές φορές τα αίματα
ανάβουν κι ακούς τις φωνές τους υψωμένες να υπερασπίζονται τα πιστεύω τους, με
όση δύναμη τους έχει απομείνει. Δεν το βάζουν κάτω ούτε στα 60 ούτε και στα 80…
Γιατί αυτοί οι άνθρωποι έτσι έμαθαν, έτσι μεγάλωσαν. Παλεύοντας για το καθετί
στη ζωή τους. Από το ψωμί που αγόραζαν για την οικογένειά τους, απ’ τη δουλειά
που κατάφεραν να αποκτήσουν, μέχρι και τις σπουδές των παιδιών τους.

 

Την Πέμπτη που μας πέρασε, έκανα μια βόλτα στην
Αριστοτέλους, μαζί με το φωτογράφο μας το Βίκτωρα. Ο Βίκτωρας εντόπισε μια
μικρή παρέα τριών συνταξιούχων. Όντως είχαν κάτι το διαφορετικό. Ήταν πολύ
ήσυχοι σχετικά με όλους τους άλλους… Πιάσαμε τη συζήτηση, λοιπόν, και μπορώ να
σας πω με σιγουριά πως άξιζε τον κόπο. Να σας συστήσω τον κ. Μανώλη, τον κ. Γιώργο
και τον κ. Βασίλη. Και οι τρεις γύρω στα 85 και Θεσσαλονικείς πάππου προς
πάππου. Δεν υπήρξε στιγμή η αμηχανία, ο «πάγος» της πρώτης γνωριμίας. Άρχισαν
κατευθείαν να μου λένε ότι είχε ο καθένας μέσα του. Τότε συνειδητοποίησα το
κοινό που είχαν οι τρεις τους κι επομένως, το λόγο που ήταν λίγο πιο απόμερα
από τους άλλους…

 

Περίμενα να μου πουν
για τα γνωστά: πολιτικά, οικονομικά κτλ. Με ξάφνιασαν. «Κορίτσι μου, 57 χρόνια
ζούσα με τη γυναίκα μου, ζωή χαρισάμενη, με τα παιδιά μας, με τα εγγόνια μας και
τώρα την έχασα! Πόσο άδικα μας φέρεται τώρα στο τέλος η ζωή; Τι θα κάνω εγώ τώρα
;» Αυτή ήταν η πρώτη κουβέντα του κ. Γιώργου. Αυτό ήταν το κοινό τους σημείο.
Είχαν χάσει και οι τρεις τις γυναίκες τους. Και μας μιλούσαν χωρίς να βάζουν
τελεία στα λόγια τους. Ήταν χείμαρροι, πραγματικά, έβγαλαν από μέσα τους τον
πόνο που ένιωθαν και το μοιράστηκαν μαζί μας.

 

Η κουβέντα μας
κράτησε παραπάνω από μία ώρα. Οι τρεις αυτοί άντρες έζησαν κατοχή, πολέμους,
φτώχια, επιδημίες. Μας έλεγε ο κ. Βασίλης πως έβλεπαν τις βόμβες των Εγγλέζων
να πέφτουν πάνω απ΄τα Λαδάδικα. Το λιμάνι, επίσης βομβαρδισμένο. Μάλιστα, ο κ. Βασίλης
κι ο κ. Μανώλης δούλευαν στο λιμάνι μέχρι και πριν κάποια χρόνια, μέχρι να
βγουν στη σύνταξη. Σκληρή δουλειά λένε, με τόνους που έπρεπε να κουβαλούν
καθημερινά κι ένα πλήρως ανθυγιεινό περιβάλλον. Κι όμως, τα κατάφεραν, έστησαν
τα σπιτικά τους και περήφανα σήμερα καμαρώνουν τα παιδιά τους και όχι μόνο. Ο
κ. Μανώλης έχει 6 παιδιά, 18 εγγόνια και 14 δισέγγονα. «Έχω γεμίσει περηφάνια,
κορίτσι μου», μου έλεγε.

 Μετά τις τόσες κακουχίες που έζησαν οι τρεις αυτοί άντρες,
αντί, όπως ήταν αναμενόμενο, να μιλούν με πάθος γι’ αυτά, αυτοί δάκρυζαν στα
κρυφά πίσω από τα γυαλιά τους και μας μιλούσαν για τις «κυρές» τους, που τους
λείπουν. Άντρες μια άλλης εποχής, που θεωρούσαν και θεωρούν, το μόχθο χρέος
τους προς την οικογένειά τους, χωρίς να του δίνουν και μεγάλη αξία. «Το
σημαντικό ήταν στο σπιτάκι μας να είμαστε καλά, να χαιρόμαστε ο ένας τον άλλο!
Και αγάπη, βαθιά αγάπη!» Κι έτσι μ’ αυτή τη γλυκιά φράση που μας είπαν, φύγαμε.
Με μια «γεύση» γλυκιά και νοσταλγική. Το καλύτερο μήνυμα που θα μπορούσαν να
δώσουν σε όλους εμάς τους νεώτερους.

Μήνυμα αισιοδοξίας και αγάπης.

Όλα θα πάνε καλά. «…στο σπιτάκι μας να είμαστε καλά» και
«αγάπη, βαθιά αγάπη!»



Related stories

Joachim B. Schmidt «Κάλμαν».

Γράφει ο Τάσος Γέροντας Joachim B. Schmidt «Κάλμαν». Μετάφραση Σοφία Αυγερινού....

Ο Κυριάκος από την Ικαρία έφτιαξε ένα κουτούκι που κάνει θρυλικά γλέντια στην πόλη

γράφει η Χρύσα Πλιάκου Από την Ικαρία ταξίδεψε χιλιόμετρα μέχρι...

5+1 μαγαζιά στα δυτικά που κάνουν όλη την πόλη να μιλά για αυτά

Η Δυτική Θεσσαλονίκη κρύβει μαγικά σημεία που αξίζουν την...

My 77th Cannes Diary: The Substance της Coralie Fargeat

Γράφει η Φανή Εμμανουήλ Η τέταρτη ημέρα του φεστιβάλ, ένα...

Όταν η Pop κουλτούρα συνδυάζεται με ιστορικά έργα τέχνης

Μερικές από τις αγαπημένες μας καλλιτεχνικές συλλογές προκύπτουν όταν...