HomeMind the artΕικαστικάΓράμματα στον υπόγειο.

Γράμματα στον υπόγειο.

Επιστολή υπ' αριθμόν 7

Κοντεύει Αύγουστος.
Μικραίνει η μέρα, ιδρώνει ακόμη το καλοκαίρι κι εγώ φτάνω τα 37. Στο
μπαλκόνι κάνω σχέδια για το Σάββατο της 17ης και μετράω τις αναπάντητες
κλήσεις της πανσέληνου – έξω κάτι μεθυσμένα κορίτσια ανάβουν τσιγάρο και
μιλάνε για τα πόδια της Άλισον. Η μία είναι ξανθιά και φοράει μεγάλο
λευκό μπλουζάκι με φαρδιά ζώνη, οι άλλες την πειράζουν και καπνίζουν. Τα
μυρμήγκια τρέχουν στον υπόγειο, είναι η ώρα πέντε το απόγευμα και
τρέχουμε όλοι στο διάδρομο της επιστροφής. Κάτω εκεί, ιδρωμένοι και
αγανακτισμένοι που δεν γεννάει η Κέιτ, στοιβαζόμαστε σαν σαρδέλες στην
κονσέρβα – καλοκαιρινό έδεσμα, απλή γεύση, ουζάκι και μαλλιά υγρά και
αλμυρά. Ένας μπαμπάς αγκαλιάζει το γιο του – υιική επιθυμία σε μορφή
συμπυκνωμένου μαλακτικού, μικρό μπουκαλάκι, ακριβό άρωμα. Ο μικρός τον
κοιτάζει στα μάτια, εκείνος μυρίζει ακριβή κολώνια και φοράει ρολόι που
κοστίζει. Στο τρένο όλοι βιάζονται.

Θυμάμαι
παλιά όταν ξαπλώναμε τα μεσημέρια, μύριζε το γιασεμί από το πρωί κι εσύ
έφτανες κουρασμένος από τη δουλειά – χρόνος δεν υπήρχε για εμένα – για
την μεγαλη ούτε κουβέντα. Μέρες περνούσαν κι εγώ σε ξεχνούσα, ξεχάσαμε
να γνωριστούμε – ποτέ δεν είναι εύκολο να κάνεις κάτι που δεν θέλεις,
ποτέ δεν είναι εύκολο όταν μπορείς αλλά δεν θέλεις. Οι καθημερινές
περνούσαν ανώδυνα, εγώ έπεφτα για ύπνο νωρίς, εσύ δούλευες μονίμως μέχρι
αργά – όταν έφτανες στην πόρτα μου, και μετά περνούσες χωρίς να ρίξεις
μια ματιά, έκλεινα τα μάτια βέβαιος πλέον. Κάποιες Κυριακές ήμασταν με
κόσμο, εκδρομές με αυτοκίνητα, καρπούζι στο τραπέζι, κάτι κύματα και
κάμποσες αναπάντητες ερωτήσεις – οι συγγενείς συγκεντρωμένοι γύρω από
τον μπουφέ σαν κοράκια σε αμερικάνικο σήριαλ έτρωγαν από τα δικά μας
φαγητά και γελούσαν. Το παράπονο ήταν για τη στοργή, για την υπεράσπιση
του κατηγορούμενου – συχνά ένοχος και αδικημένος, ένιωθα να κλειδώνεται η
ηλικία και να ξεβάφει το μυαλό. Στις γιορτές ήταν γεμάτα τα τραπέζια με
φαγητά και γλυκά, εμείς κοιταζόμασταν σε ένα κλεφτοπόλεμο με
χειροβομβίδες, όταν περνούσε το πιάτο από χέρι σε χέρι οι λέξεις ήταν
ανελλιπώς λίγες. Σε κοιτούσαν όλοι με θαυμασμό, ο θαυμάσιος σύζυγος και
πατέρας που πάντα είχε το πάνω χέρι, κυρίαρχος και αυτοκρατορικός σε όλα
σου. Φορούσες πάντα ένα γαλάζιο πουκάμισο από ποπλίνα, μύριζε λίγο
ιδρώτα και λίγη κολώνια, είχε τη δική σου αλμύρα και τα δικά σου βάσανα
σε υδατογραφία – κανείς δεν έμαθε ποτέ τα ονόματά τους, ποτέ δεν τα
ζωγράφισα σε χαρτί, εσύ κι εγώ ξέραμε μόνο πως μια μέρα θα τα
κληρονομήσω. Έτρωγες πάντα με όρεξη, έπινες κανά ουίσκι για να
ξεκουραστείς και έγερνες το κεφάλι προς τη γη, εκεί πάντα έβρισκες το
σκεφτικό ευαγγέλιο του Αναγνώστη.

Η
ζωή τα έφερε αλλιώς, λαβώθηκες, δεν το περίμενες, αγανάκτησες αλλά δεν
μίλησες ποτέ. Το άλλο σου μισό παρακολουθούσε από μακριά, σιωπηλή και
θλιμμένη, ολοένα βάδιζε προς το μέρος σου κι εσύ προς το Απέναντι, εκεί
που ήσουν μόνος στη σκιά σου. Μοναχικός με φόβους, ξέχασες τον
αυτοκράτορα, δεν τον βλέπεις πια στον καθρέφτη. Πλέον υπηρέτης, έχεις
γονατίσει από τις ημέρες του Καρκίνου, βαδίζεις αργά και δεν κοιτάς τον
ουρανό – μιλάς μόνο στον εαυτό σου και στα πουλιά, δίνεις αναφορά στη
Φύση και κλέβεις λουλούδια από τους διπλανούς κήπους. Οι σκέψεις σου
είναι λιγότερες, περιμένεις τον Μαύρο Άγγελο με ένα εισιτήριο στο χέρι, ο
σταθμάρχης – ένας παχουλός κύριος με μεγάλο μουστάκι – δεν σε αφήνει να
περάσεις κι εσύ διαμαρτύρεσαι, θλιμμένος και γκρίζος.

Πλέον
είμαστε δυο άγνωστοι. Παράλληλοι κόσμοι που κάθονται αντίκρυ στον
καθρέφτη και κοιτάζοντας μαθαίνουν. Το ίδιο με το παλιό, το παλιό που
έρχεται ξανά στη μόδα και το όμοιο που διαφέρει πάντα. Ξάφνου μεγάλωσα,
ένα βράδυ πέρασε και δεν σε πιστεύω πια. Σε αγαπώ αλλά παλεύω να κλείσω
το παράθυρο σου, κρύβει το δειλινό σου μια δροσιά που τρώει τα κόκκαλα
και με τρομάζει – ας παρηγορηθώ ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο που μου
διαφεύγει, αυτή τη στιγμή, την επόμενη. Θα περιμένω.

Related stories

Τα παιδικά μου καλοκαίρια στην Καλλικράτεια: Στα κεραμίδια της κυρίας Κωνσταντίας

Θυμάται και γράφει ο Χρήστος Σατανίδης Τα παιδικά μου καλοκαίρια,...

Βιβλιοπρόταση: Όσιν Φέιγκαν “Νόμπερ”

Βιβλιοπρόταση: Όσιν Φέιγκαν "Νόμπερ" (μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου) , Eκδόσεις:...

The Bear. Στα άδυτα της κουζίνας.

γράφει ο Γιώργος Καρακασίδης Πριν από λίγες μέρες ξεκίνησε η...