HomeΘέματαΓράμματα στον υπόγειο.

Γράμματα στον υπόγειο.

Επιστολή υπ' αριθμον 6

Είναι κάτι βράδια που ο ουρανός πνίγει τον καημό του. Βγαίνεις από τον
υπόγειο και ανοίγεις την ομπρέλα, ποθείς δύο χέρια να σε κρατάνε,
αμέτρητα λόγια να σε αγκαλιάζουν κι ένα – δυο φιλιά στο πίσω μέρος του
λαιμού, εκεί ανάμεσα στην ηδονή και το τρυφερό του αυτιού σου αρκούν για
να λυγίσουν τα γόνατα. Στη τσέπη έχεις καραμέλες βουτύρου, τα ακουστικά
σου σε συνδέουν με τον παραμυθένιο κι αστραφτερό κόσμο του Olafur
Arnalds και στο σπίτι ο συγκάτοικος ετοιμάζει new potatoes με χοιρινό.
Οι εφημερίδες φωνάζουν ακόμα, στη φωνή τους ανάμεσα ακούς τις σταγόνες
της βροχής και τον καημό της αγγλίδας μάνας που έχασε το κοριτσάκι της,
στον τάφο της ένας παιδόφιλος έσυρε χορό και τα ψιλά στο παντελόνι μου
είναι το επικήδειο ντέφι. Το τσιγάρο τυλίγεται στο λαιμό μου και περνάω
σαν σίφουνας ανάμεσα από εξίσου βιαστικά ρομποτάκια, κάποια με ταγιερ
Marks & Spencer, άλλα με φόρμες γυμναστικής και βρώμικα παπούτσια –
είναι και κάποια που φοράνε ένα γαρύφαλλο για ασπίδα. Αυτά τα τελευταία
τα ξέρω καλά, κοιτάμε λοξά, διστακτικά στην αρχή, και μετά σκάμε ένα
χαμόγελο. Αναρίθμητα ρομποτάκια ψάχνουν να βρουν την καρδιά τους, στάζει
το λάδι και λιπαίνει το σιδερικό, ακούς το τρίξιμο της λαμαρίνας και
θυμάσαι πως πάει καιρός από τότε που ερωτεύτηκες.

Στη ζωή έχω γράψει πολλές επιστολές, κάποιες φορές στέλνω ένα e-mail από
το iPad μου δίπλα στο ποτάμι, άλλες γράφω στο χαρτί του μπλοκ μου και
μετά το διπλώνω προσεκτικά κι άλλες τόσες σημειώνω ονόματα και πόλεις
στο κινητό. Στον έρωτα όμως δεν έχω γράψει. Ακούω στο ραδιόφωνο
τραγούδια, διαβάζω βιβλία του Auster, ονειροπολώ και πάω στον
κινηματογράφο τις Τετάρτες. Περνάνε οι μέρες και δεν μπαίνει το αεράκι
από το παράθυρο, σηκώνομαι νωχελικά και το σέρνω για να ανοίξει διάπλατα
και να φέρει μέσα το βουνό και τη θάλασσα – η φωτογραφική μηχανή μου
απαθανατίζει τη στιγμούλα και φωτογραφείν τον έρωτα – εκείνος δεν
απαντάει αλλά εγώ επιμένω. Τις προάλλες μία φίλη με ρώτησε αν ακόμα
πιστεύω σε αυτόν κι εγώ χαμογέλασα – τον έχω δει σας λέω και κούνησα
τα χέρια μου νευρικά με το τσιγάρο στο δεξί, πέφτει η στάχτη και
ακουμπάει το πάτωμα. Ξαπλώνει δίπλα στην επιθυμία και την αυτοπεποίθηση
και ξεχνιέται. Μέχρι που φυσάει ξανά από τα βόρεια, φεύγει και χάνεται.
Οι δοκιμές είναι κάμποσες, το γλυκό στο τραπεζάκι έμεινε στο πιατάκι κι
εμείς πίνουμε νερό από τη βρύση. Κρατάμε χέρια, χαϊδεύουμε λαιμό,
ψιθυριζουμε βρώμικες λέξεις στο αυτί, γλύφουμε τα σώματά μας λες κι
έχουμε πληγές. Προς το παρόν είναι διάφανες, παίζουν μια μελωδία στο
πιάνο χωρίς κατεύθυνση αλλά διαχωρίζουν το παρελθόν από το μέλλον. Ακόμα
δεν έχουν ωριμάσει, φαίνονται αλλά δεν τις νιώθεις.

Το πρώτο ραντεβού είναι τέλειο, σου χαϊδεύει το Εγω κι οι χορδές της
κιθάρας σου είναι πολύχρωμες. Εσύ πίνεις ένα dirty martini κι εγω
[λαίμαργα] ένα ποτήρι proseco, οι σπίθες είναι εκεί, ξεχνιέμαι που δεν
έχω τσιγάρο και η αμηχανία μου μου ιδρώνει το λαιμό. Στάζει ο ιδρώτας
και λαμπυρίζει, μου πιάνεις το πόδι, μιλάς για τα δάχτυλα μου –
επιτέλους η επιθυμία σου έγινε αλήθεια – και ξαφνιάζομαι που απόψε
μυρίζεις σαν το αγιάζι της Κυανής ακτής. Με παρασέρνεις. Μέχρι που
φυσάει ξανά το αεράκι εκείνο από τα βόρεια, κατρακυλάει το iMessage κι
εξαφανίζεται. Η εξαφάνιση του Τζον Αυλακιώτη γίνεται σήριαλ κι εγώ
πρωταγωνιστής, ο πρώτος ανδρικός ρόλος είναι δικός μου – εσύ βλέπεις
τένις και συγχαίρεις τον νικητή. Η δουλειά τρώει τον αφέντη, σπρώχνω το
πιάτο μου, δεν θέλω να διαβάζω από ένα λευκό χαρτί. Το έχω ξαναπεί, οι
ζωές μας δεν είναι αμερικάνικος κινηματογράφος. Δεν υπάρχει στιγμούλα
μαγική, δεν υπάρχουν sliding doors και δωδεκάποντα Manolo Blahnik ούτε
ιππότες και πράσινα άλογα. Δεν υπάρχεις ούτε εσύ, είσαι μεγάλο ψέμα.
Είσαι τοποθέτηση προϊόντος σε κάθε στιγμή του Hollywood, πλαστικό όνειρο
τυλιγμένο σε σελοφάν, έτσι για τη συντήρηση. Αδυναμίες και κάτι μικρές
ανασφάλειες μαζεύονται σε μια κάμαρα γεμάτη καπνό, μέχρι πάνω στο ταβάνι
μυρίζει ενοχή κι εσύ σφυρίζεις αδιάφορα. Είσαι παλιό χαρακτήρας και
αλήτης μεγάλος, όσο και να πιω δεν θα σε ξεχάσω. Οι αφιερώσεις στο
ραδιόφωνο γίνονται μεγάλες αίθουσες νοσοκομείου – τον έναν τον θάβουν,
τον άλλο τον γεννάνε – και μυρίζουν ναφθαλίνη και ουίσκι. Μόνο που κάτι
αλλάζει ξάφνου. Χτυπάει ξανά το τηλέφωνο, φυσάει από τα νότια αυτή τη
φορά, φέρνει το iMessage πάλι.

Κι εγώ επιμένω. Δύο πράγματα θέλω να [μου] συμβούν σύντομα – να ερωτευτώ και να φάω μαστίχα υποβρύχιο στην αυλή μας.

Related stories

Ο πρώτος ηλεκτρικός ανεμιστήρας που εμφανίστηκε στην Eλλάδα

Αργύρης Τσιάπος Όταν η πολλή ζέστη καθιστά το σπίτι δύσκολα...

Τέσσερις ιστορίες Ελλήνων ηθοποιών που κλέφτηκαν για να ζήσουν τον έρωτά τους

Αργύρης Τσιάπος Τα παλιά κακά χρόνια, τότε που οι γονείς...

Τα παιδικά μου καλοκαίρια στην Καλλικράτεια: Στα κεραμίδια της κυρίας Κωνσταντίας

Θυμάται και γράφει ο Χρήστος Σατανίδης Τα παιδικά μου καλοκαίρια,...

Βιβλιοπρόταση: Όσιν Φέιγκαν “Νόμπερ”

Βιβλιοπρόταση: Όσιν Φέιγκαν "Νόμπερ" (μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου) , Eκδόσεις:...